Weather Icon

Οι προβληματικές επιχειρήσεις και η αρνητική εμπειρία του 1983

Οι προβληματικές επιχειρήσεις και η αρνητική εμπειρία του 1983

Είναι διάχυτη η εντύπωση στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, ότι σύντομα θα βρεθούν μπροστά σε ένα κύμα διασώσεων μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων, που λόγω της κρίσης από την πανδημία του covid-19, θα βρεθούν σε δύσκολη οικονομική θέση. Δεν είναι λίγα τα δημοσιεύματα, που αναφέρονται κυρίως στη διάσωση των ευρωπαϊκών αεροπορικών ομίλων, των οποίων οι δραστηριότητες έχουν κτυπηθεί ασύμμετρα από την κρίση.

Αλλά και στη χώρα μας, έχει ανοίξει σχετικός διάλογος. Η προσοχή εστιάζεται βασικά στο τραπεζικό σύστημα, που έχει έρθει αντιμέτωπο με μια διπλή πρόκληση. Η διπλή αυτή πρόκληση περιλαμβάνει α) την συνέχιση της ορθολογικής διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και β) την χρηματοδότηση των επιχειρήσεων μέσω των πιστωτικών εργαλείων που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση. Η συγκυρία, παρ’ όλες τις εποπτικές χαλαρώσεις και τις αναβολές των διαφόρων ελέγχων κεφαλαιακής επάρκειας, θα οδηγήσει αναγκαστικά σε κεφαλαιακές απαιτήσεις. Και αυτές θα εμφανιστούν το αργότερα μέσα στο 2021, ανεξάρτητα από το αν υιοθετηθεί η λύση της bad bank που προτείνει η Τράπεζα της Ελλάδος, ή επιλεγεί η πλήρης εφαρμογή του σχεδίου «Ηρακλής».

Όμως πέρα από το τραπεζικό σύστημα, υπάρχουν αρκετές εταιρείες που προσδοκούν να αντικρίσουν το Ιερό Δισκοπότηρο της διάσωσης με δημόσιο χρήμα, δηλαδή με χρήμα το οποίο θα προέρχεται από τους φορολογούμενους. Διότι οποιαδήποτε άτοκη ενίσχυση ή χαμηλότοκη χρηματοδότηση ή εγγύηση ή κεφαλαιακή διάσωση, που φέρνει την σφραγίδα του Ελληνικού Δημοσίου, ουσιαστικά αντικρίζεται στις φορολογικές δηλώσεις των φυσικών και νομικών προσώπων της χώρας.

Η σημερινή περίοδος, μας θυμίζει την περίοδο μετά την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Ήταν τότε, που η εγκατάλειψη του προστατευτισμού και η είσοδος της εγχώριας οικονομίας σε ένα περιβάλλον ανοικτής και διεθνοποιημένης αγοράς, δεν αξιοποιήθηκε ούτε στο ελάχιστο από τις παραδοσιακές επιχειρηματικές δυνάμεις. Η Ελλάδα συνέχισε να ακολουθεί το κλασσικό μεταπολεμικό μοντέλο, το οποίο όμως ενώ είχε λειτουργήσει με πρωτοφανή επιτυχία μέχρι το 1974, δεν προσαρμόστηκε στις νέες συνθήκες.

Έτσι πέρα από τις καταστροφικές κρατικοποιήσεις του ομίλου Ανδρεάδη, που έφεραν την Εμπορική Τράπεζα και την Ιονική – Λαϊκή Τράπεζα, μαζί με μια μεγάλη ομάδα θυγατρικών εταιρειών στους κόλπους του Δημοσίου, ακολούθησε επέκταση του κράτους, μέσω της κρατικοποίησης της Ολυμπιακής και της δημιουργίας ενός σημαντικού αριθμού νέων κρατικά ελεγχόμενων επιχειρήσεων. Τέτοιες επιχειρήσεις ήταν για παράδειγμα, η Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίου, η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία, η Ελληνική Βιομηχανία Όπλων και άλλες.

Η κατάσταση χειροτέρεψε το 1983, όταν η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, ανάμεσα στους άλλους πειραματισμούς των τριτοδρομικών αναζητήσεων της, είχε ιδρύσει τον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (Ο.Α.Ε.), κάτω από την σκέπη του οποίου, μπήκαν μεγάλα και ένδοξα ονόματα της βιομηχανίας. Ο Ο.Α.Ε. αποπειράθηκε να διασώσει 43 συνολικά εταιρείες, μεταξύ των οποίων την ΑΓΕΤ Ηρακλής, την Αθηναϊκή Χαρτοποιία, την Πειραϊκή Πατραϊκή, τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, τα ναυπηγεία Ελευσίνας, τα ναυπηγεία Νεωρίου Σύρου, την ΦΙΞ, την Τρία Έψιλον, την Κεραφίνα, την ΜΕΛ, την ΠΥΡΚΑΛ και την εταιρεία Μακεδονικοί Λευκόλιθοι.

Η είσοδος του ΟΑΕ σε αυτές τις εταιρείες, επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό κατά 400 δισ. δραχμές, χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτό το ποσό οι τόκοι, οι προμήθειες και οι πάσης φύσεως προσαυξήσεις. Ο ΟΑΕ τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης το 2000 με εκκαθαριστή την Εθνική Κεφαλαίου ΑΕ, που περάτωσε το χρόνο εκκαθάρισής του το 2002, μεταβιβάζοντας πλέον όλα τα στοιχεία του ενεργητικού του στο ελληνικό Δημόσιο. Οι επιχειρήσεις του χαρτοφυλάκιο του ΟΑΕ, στην πλειοψηφία τους είχαν διακόψει την λειτουργία τους και κάποιες ελάχιστες είχαν εν τω μεταξύ διασωθεί και πωληθεί σε ιδιώτες.

Η ύπαρξη αυτού του μηχανισμού διάσωσης και διαχείρισης των προβληματικών εταιρειών με όρους Δημοσίου, είχε επιφέρει καίριο κτύπημα στην οικονομία και στην επιχειρηματικότητα. Πέραν της σαφέστατης νόθευσης του ελεύθερου ανταγωνισμού, είχε ανατραπεί κάθε έννοια επιχειρηματικής ηθικής. Ο ιδιωτικός επιχειρηματικός κίνδυνος εξέλειπε ως έννοια, έχοντας αντικατασταθεί από το κίνητρο της ηθελημένης χρεοκοπίας και της εξαγοράς από το κράτος. Αρκετοί επιχειρηματίες, αντί να συμμετάσχουν στην διάσωση των επιχειρήσεων τους, τις άφηναν στα χέρια του κράτους, κατευθύνοντας τα κεφάλαια τους στο εξωτερικό. Αρκετοί δε, στράφηκαν κατά του δημοσίου, απαιτώντας και αποζημιώσεις. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι στις εταιρείες του ΟΑΕ, απολάμβαναν μια σειρά πλεονεκτημάτων, που ουδεμία σχέση είχαν με όρους παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας. Αυτή η ομάδα των 30 χιλιάδων εργαζομένων, μαζί με τους εργαζόμενους των κρατικοποιημένων επιχειρήσεων και των ΔΕΚΟ, αποτελούσαν για χρόνια μια κρίσιμη μάζα, πάνω στην οποία εφάρμοζαν τα κόμματα την ψηφοθηρική στρατηγική τους.

Μέσα από αυτήν την οπτική διερωτώμεθα σήμερα, με ποια κριτήρια και με ποιους όρους θα επιχειρήσει το κράτος να διασώσει κάποιες προβληματικές επιχειρήσεις; Πως θα διασφαλιστούν οι συνθήκες του υγιούς ανταγωνισμού; Πως θα εξασφαλιστεί, ότι δεν θα οδηγηθούμε σε νέες ΛΑΡΚΟ; Πως θα εξασφαλιστεί, ότι δεν θα ακολουθηθεί το αποτυχημένο μοντέλο των τραπεζικών ανακεφαλαιοποιήσεων; Και ποιος υπόσχεται ότι οι διασωθείσες επιχειρήσεις θα περάσουν σε δεύτερο χρόνο και πάλι σε χέρια ιδιωτών επενδυτών, χωρίς ζημιά για το Δημόσιο και τους φορολογούμενους;

Και ναι, γνωρίζουμε ότι όλα θα γίνουν στο όνομα της διασφάλισης των θέσεων εργασίας. Και ναι, γνωρίζουμε ότι όλα θα γίνουν στο όνομα των εθνικών στρατηγικών. Όμως όποιες διαδικασίες και να ακολουθηθούν, θα πρέπει να υπάρξει πλήρης διαχωρισμός της ήρας από το στάχυ. Διότι σε διαφορετική περίπτωση τα ζιζάνια θα καταβροχθίσουν τους υγιείς σπόρους, οδηγώντας το σύνολο της σποράς σε θάνατο. Με αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή τον σιτοβολώνα, δηλαδή το σύνολο της πραγματικής οικονομίας.

για τη συνέχεια Liberal

 

σχετικά άρθρα