Τα θέματα που συζητήθηκαν περιλάμβαναν από τα γεωπολιτικά ζητήματα μέχρι την κλιματική αλλαγή και φυσικά τις οικονομικές σχέσεις των δύο πλευρών. Ιδιαίτερη συζήτηση έγινε για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι έχουν κοινό συμφέρον για την ειρήνη και την ασφάλεια.

«Βασιζόμαστε στην Κίνα να χρησιμοποιήσει όλη την επιρροή της στη Ρωσία για να τερματίσει τον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας», είπε χαρακτηριστικά η φον ντερ Λάιεν, η οποία εκτίμησε ότι ο πρόεδρος Σι θα συνεχίσει να συμβάλλει στην αποκλιμάκωση της έντασης στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων πυρηνικών απειλών από τη Ρωσία.

Συζητήθηκε επίσης η δέσμευση της Κίνας να μην παρέχει στρατιωτικό εξοπλισμό στη Ρωσία. Όπως υπογραμμίστηκε από την πλευρά της ΕΕ, απαιτείται περισσότερη προσπάθεια για να περιοριστεί η παράδοση αγαθών διπλής χρήσης στη Ρωσία που βρίσκουν το δρόμο τους στο πεδίο της μάχης. Και δεδομένης της υπαρξιακής φύσης των απειλών που απορρέουν από αυτόν τον πόλεμο τόσο για την Ουκρανία όσο και για την Ευρώπη, αυτό επηρεάζει τις σχέσεις ΕΕ-Κίνας.

Τέλος, συζητήθηκε η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, η οποία απασχολεί πολύ και τις δύο πλευρές καθώς στόχος πρέπει να είναι η συνέχιση των προσπαθειών για την αποκλιμάκωση των εντάσεων και την αποτροπή μιας ευρύτερης σύγκρουσης στην περιοχή.

«Για άλλη μια φορά, καλούμε για κατάπαυση του πυρός και για απελευθέρωση όλων των ομήρων και συνεχίζουμε να εργαζόμαστε για να παρέχουμε κάθε δυνατή ανθρωπιστική υποστήριξη ενώ εργαζόμαστε για μια λύση δύο κρατών», υπογράμμισε η φον ντερ Λάιεν, η οποία πρόσθεσε ότι «κάναμε επίσης σαφή την ανησυχία μας για την άμεση απειλή του Ιράν για τη σταθερότητα στην περιοχή και πιστεύουμε ότι η Κίνα μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στον περιορισμό της ανεύθυνης αποστολής ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών».

Όσον αφορά στην οικονομική και εμπορική σχέση Κίνας – ΕΕ στόχος είναι ο ανταγωνισμός να είναι δίκαιος, και υπό αυτό τον όρο «στην Ευρώπη θα έχουμε ακμάζουσες, ανθεκτικές οικονομίες που θα υποστηρίζουν περισσότερες καλές θέσεις εργασίας», όπως εκτίμησε ο πρόεδρος της Κομισιόν. Ωστόσο έγινε λόγος και για τις «σημαντικές ανισορροπίες» που υπάρχουν, γεγονός που προκαλεί μεγάλη ανησυχία. Η φον ντερ Λάιεν διαμήνυσε στον Σι ότι «θα υπερασπιστούμε τις εταιρείες μας, θα υπερασπιστούμε τις οικονομίες μας, δεν θα διστάσουμε ποτέ να το κάνουμε εάν αυτό απαιτείται», όπως είπε χαρακτηριστικά.

Κινεζικά επιδοτούμενα προϊόντα

Το πρώτο θέμα ήταν σχετικά με τα κινεζικά επιδοτούμενα προϊόντα. Αυτά τα επιδοτούμενα προϊόντα – όπως τα ηλεκτρικά οχήματα ή, για παράδειγμα, ο χάλυβας – κατακλύζουν την ευρωπαϊκή αγορά, τόνισε η φον ντερ Λάιεν.

Και πρόσθεσε:

«Ταυτόχρονα, η Κίνα συνεχίζει να υποστηρίζει μαζικά τον μεταποιητικό της τομέα. Σε συνδυασμό με μια εγχώρια ζήτηση που δεν αυξάνεται, ο κόσμος δεν μπορεί να απορροφήσει την πλεονάζουσα παραγωγή της Κίνας. Ως εκ τούτου, έχω ενθαρρύνει την κινεζική κυβέρνηση να αντιμετωπίσει αυτές τις διαρθρωτικές πλεονάζουσες παραγωγικές ικανότητες. Ταυτόχρονα, θα συντονιστούμε στενά με τις χώρες της G7 και τις αναδυόμενες οικονομίες που επίσης επηρεάζονται όλο και περισσότερο από τις στρεβλώσεις της αγοράς της Κίνας».

Αμοιβαία πρόσβαση στις αγορές

Το δεύτερο θέμα που έθεσε ο πρόεδρος της Κομισιόν ήταν ότι για να είναι δίκαιο το εμπόριο, η πρόσβαση της μίας πλευράς στην αγορά της άλλης θα πρέπει επίσης να είναι αμοιβαία.

Είπε συγκεκριμένα: «Συζητήσαμε πώς να σημειώσουμε πραγματική πρόοδο όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά. Παραμένω σίγουρη ότι μπορεί να επιτευχθεί περισσότερη πρόοδος.

Ταυτόχρονα, είμαστε έτοιμοι να χρησιμοποιήσουμε πλήρως τα μέσα εμπορικής μας άμυνας εάν αυτό είναι απαραίτητο. Για παράδειγμα, πριν από μερικές εβδομάδες, ξεκινήσαμε την πρώτη μας έρευνα στο πλαίσιο του Διεθνούς Μέσου Προμηθειών. Η Ευρώπη δεν μπορεί να δεχτεί πρακτικές που στρεβλώνουν την αγορά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποβιομηχάνιση εδώ στο εσωτερικό».

Βελτίωση ανθεκτικότητας των αλυσίδων εφοδιασμού

Το τρίτο σημείο που έθιξε ο φον ντερ Λάιεν ήταν ότι πρέπει να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού της ΕΕ.

«Για παράδειγμα, αντιμετωπίζουμε τις υπερβολικές εξαρτήσεις διαφοροποιώντας τις πηγές κρίσιμων πρώτων υλών», είπε χαρακτηριστικά.

Και πρόσθεσε: «Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχουμε διαπραγματευτεί πολλές συμφωνίες για να διευρύνουμε τον αριθμό των χωρών από τις οποίες προμηθεύουμε κρίσιμες πρώτες ύλες.

Αυτό στην πράξη είναι ουσιαστικά καταπραϋντικό. Η αγορά μας είναι και παραμένει ανοιχτή στον θεμιτό ανταγωνισμό και στις επενδύσεις, αλλά δεν είναι καλό για την Ευρώπη εάν βλάπτει την ασφάλειά μας και μας κάνει ευάλωτους. Και γι’ αυτό ενεργούμε».

Εν κατακλείδι, η σχέση ΕΕ-Κίνας είναι μια σύνθετη σχέση, όπως εκτίμησε η ευρωπαϊκή πλευρά, η οποία ωστόσο διαμήνυσε προς την κινεζική, ότι δεν θα διστάσει να λάβει σκληρές αποφάσεις που απαιτούνται για την προστασία της οικονομίας και της ασφάλειάς της.

ΟΤ