Weather Icon

Σφαγές στήν Κωνσταντινούπολη

Σφαγές στήν Κωνσταντινούπολη

Σφαγές στήν Κωνσταντινούπολη

Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ βρέθηκε σέ δεινή θέση ἀφό­του ἔφθασε στήν Κωνσταντινούπολη ἡ εἴδηση γιά τήν κήρυξη τῆς ἐπαναστάσεως στήν Μολδαβία καί τή Βλαχία. Εἶχαν ἤδη δια­φανεῖ οἱ προθέσεις τοῦ σουλτάνου Μαχμούτ Β’ κατά τῶν Χρι­στια­νῶν ὑπηκόων του, ἀλλά ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἦταν ἀπο­φασι­σμένος νά μείνει στή θέση του καί νά προστατεύσει ὅσο καλύτερα μποροῦσε τό ποίμνιό του. Θά μποροῦσε κάλλιστα νά δεχτεῖ τήν πρόταση τοῦ Ἀχαιοῦ μητροπολίτη Δέρκων Γρηγορίου, νά ἀναχω­ρήσουν καί οἱ δύο γιά τήν Πελοπόννησο καί ἀπό ἐκεῖ νά ἡγηθοῦν τῆς ἐπαναστάσεως. Θά ἔσωζαν ἔτσι καί τή ζωή τους καί δέν θά δέχονταν τίς ἐπίκρισεις πού δέχονται ἀκόμα καί σήμερα, ὅτι τάχα ἦταν μέ τό μέρος τοῦ τυράννου καί ἐνάντιοι στήν ἐπανάσταση τῶν Ρωμιῶν. Ἀλλά ἡ φυγή τους θά σημάδευε τήν ἔκδοση φετβά ἀπό τόν Σεϊχουλισλάμη γιά τή γενική σφαγή ὅλων τῶν ἀπίστων (γκιαούρηδων) ἀπό τούς πιστούς ὀπαδούς τοῦ κορανίου καί τοῦ Ἀλάχ.

«Καί Ἐγώ ὡς κεφαλή τοῦ Ἔθνους καί ὑμεῖς ἡ Σύνοδος ὀφεί­λομεν νά ἀποθάνωμε διά τήν κοινή σωτηρίαν, ὁ θάνατος ἠμῶν θά δώση δικαίωμα εἰς τήν Χριστιανοσύνην νά ὑπερασπίση τό Ἔθνος ἐναντίον τοῦ τυράννου, ἀλλ’ ἄν ὑπάγωμεν ἠμεῖς νά θαρύν­νω­μεν τήν ἐπανάστασιν, τότε θά δικαιώσωμεν τόν σουλτάνον ἀπο­φασίσαντα νά ἐξολοθρεύση ὅλον τό Ἔθνος.»

Οἰκουμενικός Πατριάρχης Νέας Ρώμης Γρηγόριος Ε’

Ἔτσι ὁ Πατριάρχης μέ τήν Ἱερά Σύνοδο ἐξέδωσε συνοδικό μέ τό ὁποῖο ἀφόριζε τούς πρωτεργάτες τῆς ἐπαναστάσεως, καταδίκαζε τίς ἐνέργειες τῶν ἐπαναστατῶν καί τούς προέτρεπε νά μείνουν πιστοί στήν κραταιά βασιλεία τοῦ σουλτάνου. Ὁ Μαχμούτ βεβαίως, εἶχε καλέσει στήν πρωτεύουσά του μουσουλμανικά στίφη ἀπό τίς ἐπαρχίες, ὀργανωμένα ἀπό τούς οὐλεμάδες καί ἄλ­λους φανατικούς δερβίσηδες καί εἶχε καλέσει τόν Χατζή Χαλήλ ἐφένδη νά ἐκδώσει φετβά γιά γενική σφαγή τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Σεϊχουλισλάμης ὅμως ἐπηρεασμένος ἀπό τίς ἐκκλήσεις τοῦ Πατριάρχη καί μέ ἀποδεικτικό στοιχεῖο τόν ἀφορισμό τῶν ἐπαναστατῶν, ἀρ­νή­­θηκε νά ἐκδώσει διαταγή γενικῆς σφαγῆς ὅλων τῶν μή μουσουλμάνων. Ἔτσι ἀναβλήθηκε ἡ διαταγή ἐξόντωσης ὅλων τῶν Ρωμιῶν τῆς Πόλης, ἀπό τόν γενναῖο Χαλίλ, ὁ ὁποῖος πλήρωσε μέ τήν ζωή του τήν ἀπόφασή του αὐτή.

«Ὁ Φαρμάκης ὁμολογεῖ μετέπειτα ὅτι ἠθέλησεν νά κατηχήση εἰς τήν ἐταιρίαν τόν ἐξόριστο τότε εἰς τό Ὄρος τοῦ Ἄθωνος Γρηγόριον Πατριάρχην, ὅτι ὁ σεβάσμιος οὗτος γέρων ἔδειξε εὐθύς ζωηρότατον ἐνθουσιασμόν ὑπέρ τοῦ πνεύματος τῆς ἐταιρίας. Δέν ἠθέ­λη­σεν ὅμως καί νά ὁρκομωτήση καί παρετήρησεν ὅτι ἄν ἀνακα­λυφθῆ ποτέ εἰς τά βιβλία τῆς Ἑταιρίας τό ὄνομά του, θέλει διακινδυνεύσει ὁλόκληρον τό ἔθνος, τοῦ ὁποίου προεῖχε πάντοτε ἀπό τήν τύραννον ἐξουσίαν.»

Ἰωάννης Φιλήμων

Στίς 24 Μαρτίου 1821, τό θηρίο ἄρχισε νά ἐκτελεῖ τούς Φαναριῶτες. Πρῶτοι καρατομήθηκαν στήν Κωνσταντινούπολη οἱ Νικόλαος Σκαναβής, Μιχαήλ Μάνος, Γεώργιος Μαυροκορδᾶτος, Μιχαήλ Χαντζερής, Στεφανάκης Μαυρογένης, Ἀλέξανδρος Ράλλης, Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Ἀλέξανδρος Φωτεινός καί ὁ μέγας Λογοθέτης Θεόδωρος Ρίζος. Ἀπαγχονίσθηκαν ὁ Μητροπολίτης Ἐφέσου Διονύσιος Καλλιάρχης, ὁ Σκαρλάτος Καλλιμάχης, ὁ Τσορμπατσόγλου, ὁ Γεώργιος Νέγρης. Τό παράδειγμα τοῦ σουλτάνου τό ἀκολούθησαν οἱ γενίτσαροι καί ἄλλα στίφη μουσουλμάνων σφάζοντας καί βασανίζοντας Χριστιανούς σέ πόλεις καί χωριά.

«Ἀρχάς Ἀπριλίου 1821, ἐνῶ ὁ ἰμάμης φωνάζει εἰς τόν μιναρέν κατά τῶν ἀπίστων, ἀπειλούντων τήν θρησκείαν τοῦ Μωάμεθ καί τόν θρόνον, οἱ Τοῦρκοι σφάζουσι τούς Χριστιανούς ὅσους ἀπαντώσωσιν εἰς τάς ἀγυιάς, εἰς τάς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Βιάζουσι δέ τό ἄσυλον τῶν οἰκιῶν, συντρίβουσι τάς θύρας, εἰσβάλλουσιν ὡς τίγρεις καί φονεύουσιν ὅσους εὕρωσιν εἰς αὐτάς καί πανταχοῦ δέν ἀκούονται εἰμή ἄγριαι καί τρομακτικαί κραυγαί τῶν δημίων, οἰμωγαί καί ὁλολυγαί τῶν θυμάτων καί θρῆνοι καί κοπετοί γυναικῶν καί παιδίων, ὅσων τυχόν φείδωνται τῆς ζωῆς.

Οἱ δέ πρέσβεις τῶν Χριστιανικῶν Δυνάμεων δέν ἐμποδίζουσι τήν μιαιφόρον χείρα τοῦ Σουλτάνου του νά χύνη αἵματα ἀπόπλων, ἀδυνάμων γερόντων, γυναικών, νηπίων καί μόνος ὁ Στρώγανωφ τόν λέγει νά διαστείλη τούς ἀθώους ἀπό τούς ἐνόχους καί νά μή φονεύη τούς ὁμοθρήσκους τοῦ Αὐτοκράτορος.

Ὁ δ’ αἱματοχαρής Μαχμούδ παραθαρρύνει ἤ μᾶλλον εἰπεῖν προστάζει τόν ἀχαλίνωτον, τόν ἄγριον ὄχλον τῶν Τούρκων νά τόν μιμηθῆ δολοφονών καί πράττων ὅλα καί τά πλέον φρικώδη κακουργήματα, δί ὧν ἁρπαζόμενοι ἀπό τάς οἰκίας των ὅσοι τῶν τέ κληρικῶν καί τῶν σημαντικῶν Ἑλλήνων δέν ἠμπόρεσαν νά φύγωσιν, ἄλλοι μέν ἀποκεφαλίζονται, ἄλλοι δ’ ἀπαγχονίζονται ἤ πνίγονται διά βρόχου καί ρίπτονται εἰς τήν θάλασσαν καί ἄλλοι καταποντίζονται ζῶντες εἰς τό Μεγαρεῦμα καί ἄλλοι ρίπτονται εἰς τάς σκοτεινάς καί καθύγρους φυλακάς ἔνθα ἐκπνέουσιν ἀνηλεῶς βασανιζόμενοι καί ἄλλοι ἐξορίζονται εἰς τά ἐνδότερα τῆς Ἀσίας.»

Νικόλαος Σπηλιάδης – Ἑλληνική Ἐπανάστασις, 1851

Ὅταν ὁ σουλτάνος, ἔμαθε γιά τήν ἐπανάσταση τοῦ Μοριᾶ καί τῆς Ρούμελης ἐξαγριώθηκε ἀκόμα περισσότερο. Ἦταν ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ Ρωσία βρισκόταν πίσω ἀπό τούς γκιαούρηδες. Θεωροῦσε ἀδύνατον οἱ ραγιάδες νά ἐπαναστατήσουν μόνοι τους χωρίς τήν ὑποκίνηση κάποιας μεγάλης δυνάμεως. Συνέπεια τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῆς ἦταν νά ἐξακολουθήσουν νά θεωροῦνται ὡς κύρια μέτωπα ἀφ’ ἑνός ἡ Μολδοβλαχία, πού ἦταν προωθημένη θέση γιά τή συγκράτηση τῶν Ρώσων, καί ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἴδια ἡ Κωνσταντινούπολις. Ἔπρεπε ἑπομένως νά συνεχιστεῖ ἡ ἀποστολή στρατευμάτων πρός τόν Δούναβη καί ἡ συγκέντρωση μεγάλων δυνάμεων στρατοῦ καί στόλου στήν πρωτεύουσα, πρός μεγάλη ὠφέλεια τῆς ἐπαναστάσεως στήν Ἑλλάδα, πού ἡ ἀντιμετώπισή της, κατά τούς πρώτους μῆνες, ἀφέθηκε βασικά στίς ἐπιτόπιες τουρκικές φρουρές.

Ὁ μουσουλμάνος σουλτάνος ἐξαπέλυσε καί ἄλλα κύματα τρομοκρατίας καί σφαγῶν σέ περιοχές τῆς Ὀθωμανικῆς ἐπικράτειας γιά νά ἐπιβεβαιώσει τό προσωνύμιο “χασάπης” πού τοῦ εἶχαν ἀποδώσει οἱ Ρωμιοί ὑπήκοοί του. Τήν 1η Ἀπριλίου 1821 ὀργανώθηκε διαδήλωση στήν Κωνσταντινούπολη μέ ἐπικεφαλῆς φανατικούς “σοφτάδες”, τρόφιμους σπουδαστές τῶν ἱερατικῶν σχολείων. Οἱ διαδηλωτές, ἀφοῦ διέτρεξαν ἐπί ὧρες τούς δρόμους τῆς πρωτεύουσας μέ κραυγές καί ἀπειλές ἐναντίον τῶν ἀπίστων, καταπάτησαν τήν ἔξω ἀπό τό τεῖχος τήν ἑλληνική ἐκκλησία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, τή λεηλάτησαν καί τήν ἔκαψαν.

Ὁ κύριος σκοπός τῶν ὀργανωτῶν τῆς διαδηλώσεως ἦταν νά προκληθεῖ σύγκρουση μέ Ἕλληνες “ἐπαναστάτες” καί ἔτσι νά ὑπάρξει πρόσχημα γιά τή γενική σφαγή τῶν ἀπίστων, χωρίς ἡ πραγματοποίησή της νά παραβαίνει τόν τουρκικό νόμο καί δίχως νά παρέχει ἐπιχειρήματα γιά ἐπέμβαση τῆς Ρωσίας, πού οἱ συνθῆκες τῆς παρεῖχαν δικαίωμα προστασίας τῶν Χριστιανῶν τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Ἕλληνες ἐπαναστάτες ὅμως δέν ἐμφανίσθηκαν στούς δρόμους, ὅπως φαντάσθηκαν οἱ Τοῦρκοι. Οἱ Ἕλληνες κλείσθηκαν στά σπίτια τους. Δέν δόθηκε ἔτσι πρόσχημα γιά τή γενική σφαγή.

Ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ἔσπευσε στό σπίτι τοῦ Μεγάλου Διερμηνέως Κωνσταντίνου Μουρούζη καί τόν προέτρεψε νά φύγει, ὥστε νά σωθεῖ, λέγοντάς του, σύμφωνα μέ τήν ἀφήγηση τοῦ Φιλήμονος: «Ἀφετέ με νά πληρώσω ἐγώ τήν ἐκδίκησιν τοῦ τυράννου. Εἶμαι γέρων, καταβαίνων τόν τάφον. Τό σχῆμα μου, ἡ λειτουργία μου, μέ καλούσιν εἰς θυσίαν ὑπέρ τοῦ ποιμνίου. Σωθεῖτε ὅμως ὑμεῖς, διότι ἔχετε καί ἡλικίαν καί ἱκανότητα καί θέσιν κοινωνικήν, νά ὑπηρετήσετε τήν πατρίδα».

Κωνσταντῖνος Μουρούζης ὅμως παρέμεινε καί αὐτός στή θέση του, γιά νά μήν προκαλέσει περισσότερο τήν ὀργή τοῦ τυράννου. Τήν Μεγάλη Δευτέρα, 4 Ἀπριλίου 1821 θά ἔβρισκε τόν θάνατο ἀλλά θά προλάβαινε ὁ τέως δραγουμάνος νά φωνάξει στόν τύραννο πού παρακολουθοῦσε τόν ἀποκεφαλισμό: «Αἱμοβόρε σουλτάνε! σουλτάνε ἄδικε! σουλτάνε ἄθλιε! ἡ τελευταία ὥρα τῆς βασιλείας σου ἐσήμανε αἱ ὠμότητές σου τιμωρηθήσονται ὁ Θεός ἐκδικῆσοι σοί τό ἑλληνικόν ἔθνος».

Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ Πύλη διέταξε τόν Πατριάρχη νά στείλει ἀπογραφή τῶν ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν πού ἔμεναν στό Φανάρι μέ τά ὀνόματα τῶν ἀνδρῶν, τίς πατρίδες καί τά ἐπαγγέλματά τους. Ἤθελε νά ἔχει κατάλογο τῶν πλουσίων Ἑλλήνων καί τῶν μετοίκων Πελοποννησίων, Στερεοελλαδιτῶν καί Αἰγαιοπελαγιτῶν, ὥστε νά ἐπιλέγει εὔκολα τά θύματα, ἀνάλογα μέ τίς ἑκάστοτε περιστάσεις. Ἐπειδή δέν ὑπῆρχε τέτοια ἀπογραφή, ἀνέλαβαν νά τήν πραγματοποιήσουν δύο Τουρκοκρητικοί, πού γνώριζαν ἑλληνικά. Συγχρόνως ἐκδόθηκε διάταγμα, πού ἀπαγόρευε μέ ποινή θανάτου τήν ἀναχώρηση τῶν ραγιάδων ὑπό ὁποιαδήποτε σημαία. Ζητήθηκε σχετική συγκατάθεση τῶν πρέσβεων τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων καί δόθηκε. Ἀπέκτησαν ἔτσι οἱ τουρκικές ἀρχές τό δικαίωμα νά ἐνεργοῦν ἔρευνα στά πλοῖα τῶν Χριστιανικῶν Δυνάμεων. Ἔστειλαν μάλιστα οἱ πρέσβεις διαταγές στούς προξένους τους σέ ὅλη τήν ὀθωμανική ἐπικράτεια, νά μήν παρέχουν στούς Ἕλληνες ἄσυλο, οὔτε νά ἐπιτρέπουν στούς πλοιάρχους νά δέχονται φυγάδες. Μόνο o πρέσβυς τῆς Ρωσίας Στρόγανωφ δέν ἀποδέχτηκε τό ἀπάνθρωπο αὐτό διάταγμα τῆς Πύλης.

Στίς 10 τό πρωί τῆς Κυριακῆς του Πάσχα τῆς 10ης Ἀπριλίου 1821, ἔφτασε στό Πατριαρχεῖο ὁ νέος μέγας διερμηνέας Σταυράκης Ἀριστάρχης καί κατευθύνθηκε στή μεγάλη αἴθουσα, τό Μεγάλον Συνοδικόν. Ἀνέβηκε τότε ἐκεῖ καί ὁ Πατριάρχης, καί συνδιαλεγόταν μαζί του, ἐνῶ ἐκεῖνος ἔκρυβε τόν λόγο τῆς ἀποστολῆς του καί τήν ταραχή του ὅσο μποροῦσε. Ξαφνικά ἀκούστηκε θόρυβος ἀπό ἄλογα στήν αὐλή καί παρουσιάστηκαν στήν αἴθουσα, “μορφήν φέροντες τεράτων! ἀγριωπῶν”, ὅπως γράφει ὁ Φιλήμων, “ὁ γενιτσάραγας, ὁ μποσταντσίμπασης, ὁ τσαουσλάρ ἐμινή, ὁ κεσεδάρης τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν καί ἄλλοι πολλοί μέχρι πεντήκοντα”. Ὁ Μέγας Διερμηνέας σηκώθηκε ὄρθιος καί διάβασε διάταγμα παύσεως τοῦ Πατριάρχη καί ἐξορίας του. Οἱ Τοῦρκοι ὁδήγησαν τόν Γρηγόριο στήν ἀποβάθρα τοῦ Φαναρίου ὅπου τόν ἐπιβίβασαν σέ μία βάρκα μαζί μέ τόν ἀνεψιό του Δημήτριο καί τόν ἱεροδιάκονο Ἀγάπιο, πού τόν συνόδευαν. Ἀντί νά κατευθυνθοῦν πρός τό Καδίκιοϊ (Χαλκηδόνα), τόν τόπο τῆς ἐξορίας του, σύμφωνα μέ τό διάταγμα, στράφηκαν πρός τό γιαλί – κιοσκιού, καί τόν ἔκλεισαν στήν τρομερή φυλακή τοῦ μποσταν­τσίμπαση.

Στό Πατριαρχεῖο συγκεντρώθηκαν γιά τήν ἐκλογή νέου πατριάρχη, οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ ἡγεμόνες Ἀλέξανδρος Καλλιμάχης καί Σκαρλάτος Καλλιμάχης, ὁ μέγας διερμηνέας Σταυράκης Ἀριστάρχης, ὁ μέγας λογοθέτης τῆς Ἐκκλησίας Στέφανος Μαυρογένης, οἱ πρόκριτοι καί οἱ προϊστάμενοι τῶν συντεχνιῶν. Ἡ ἐκλογή ὅμως καθυστεροῦσε. Οἱ καταλληλότεροι γιά τόν πατριαρχικό θρόνο ἀρχιερεῖς παρακαλοῦσαν νά μήν ἐκλεγοῦν. Ἔφθασε τότε νέα, αὐστηρή διαταγή τῆς Πύλης, νά γίνη ἀμέσως ἡ ἐκλογή. Τελικά δέχθηκε ὁ Πισιδίας Εὐγένιος, Φιλιππουπολίτης. Ἐφοδιάσθηκε ἀμέσως μέ τή συστατική ἀναφορά καί πῆγε στήν Πύλη σύμφωνα μέ τά καθιερωμένα. Ὅταν γύρισε, ἔγινε δεκτός μέ τίς συνηθισμένες τυπικές τιμές καί ἐπακολούθησε ἡ δοξολογία μέσα σέ ἀτμόσφαιρα κατήφειας, θλίψεως καί ἀγωνίας.

Μετά τήν ἀναχώρηση ἀπό τήν Πύλη τοῦ νέου Πατριάρχη οἱ Τοῦρκοι ἔβγαλαν ἀπό τήν φυλακή τόν Γρηγόριο, τόν ἐπιβίβασαν πάλι σέ μία λέμβο μέ συνεπιβάτη τόν κοτσίμπαση (ἀρχιβασανιστή) καί ἀπομάκρυναν τούς δικούς του συνοδούς. Ἡ λέμβος κατευθύνθηκε πίσω στήν ἀποβάθρα τοῦ Φαναρίου, ὅπου καί ἀποβίβασαν τόν Πατριάρχη μέ τά χέρια του δεμένα πίσω. Ἐκεῖ ἄγριο πλῆθος Τούρκων ἐνόπλων εἶχε συγκεντρωθεῖ καί περίμενε νά παρακολουθήσει τό μαρτύριο τοῦ πνευματικοῦ ἡγέτη τῶν Ρωμιῶν.

Γρηγόριος προχώρησε λίγα βήματα, γονάτισε καί ἔσκυψε τό κεφάλι, περιμένοντας τό μαχαίρι τοῦ δημίου. Ἀλλά ὁ κοτσίμπασης τοῦ ἔδωσε λάκτισμα καί τοῦ εἶπε ἄγρια “κάλκ γιοῦ ροῦ” (σήκω καί προχώρα) καί, ὅπως ὁ Πατριάρχης ἀπό τά γηρατειά καί τήν ἐξάντληση δέν μποροῦσε νά σηκωθεῖ, τόν βοήθησε o ἴδιος. Δύο στρατιῶτες τόν ὑποβάσταζαν γιά νά συνεχίσει τήν πορεία στόν ἀνηφορικό δρόμο πρός τό Πατριαρχεῖο. Τελικά τόν κρέμασαν στή μεσαία ἀπό τίς τρεῖς ἐξωτερικές θύρες τοῦ Πατριαρχείου.

«Συγχρόνως δέ ἐκρεμάσθησαν εἰς διάφορα μέρη τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τοῦ Γαλατᾶ, ὁ Ἐφέσου Διονύσιος, ὁ Νικομηδείας Ἀθανάσιος, ὁ Ἀγχιάλου Εὐγένιος, ὁ Δέρκων Γρηγόριος, ὁ Θεσσαλονίκης Ἰωσήφ καί ὁ Ἀδριανουπόλεως Δωρόθεος Πρώϊος. Τά δέ σώματα τοῦ τέ Πατριάρχου καί τῶν λοιπῶν ἐσύρθησαν ἀτίμως ὑπό Ἑβραίων καί ἐρρίφθησαν εἰς τήν θάλασσαν. Τό σῶμα ὅμως τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου εὑρέθη τήν τρίτην ἡμέραν ὑπό τοῦ Κεφαλλήνου πλοιάρχου Γ. Σκλάβου, ὑφ’ οὗ καί μετηνέχθη εἰς Ὀδησσόν, ἔνθα διαταγή τοῦ αὐτοκράτορος, ἐτελέσθη μεγαλοπρεπής κηδεία.

Ἡ οἰκογένεια τῶν φιλότουρκων Καλλιμαχῶν ἐξωρίσθη εἰς τήν Ἀσίαν, ὅπου μετά τίνας μήνας, ὁ μέν ἡγεμῶν Σκαρλάτος Καλλιμάχης ἐπνίγη ὑπό Τούρκου δημίου, ὁ δέ ἀδελφός αὐτοῦ Ἰωάννης ἀπεκεφαλίσθη εἰς Προῦσαν.

Αἵ ἡμέραι ἐκεῖναι ἦσαν ἡμέραι φρίκης καί τρόμου διά τούς ἐν Κωνσταντινουπόλει Χριστιανούς. Αἱ οἰκίαι καί οἱ γυναικωνίται ἐπατοῦντο, οἱ αἱμοχαρεῖς Ἀσιανοί Τοῦρκοι σείοντες γυμνάς τάς ρομφαίας καί φρυάττοντες, περιέτρεχον τάς ὁδούς θύοντες καί ἀπολύοντες ὅσους τοῦ κοινοῦ λαοῦ ἀπήντων, ἄλλους ἔσφαζον ἐπί τῶν ὁδῶν, ἄλλους ἐκρέμων, ἄλλους παρέδιδον εἰς τά βασανιστήρια, ἐκκλησίας ἐμίαινον καί ἐγύμνωνον, περιουσίας ἐδήμευον, γυναίκας καί κοράσια ἤρπαζον.

Ἰδού οἱ Ὀθωμανοί, τούς ὁποίους ἡ Εὐρώπη ἐλπίζει νά ἐκπολιτίση!»

Ἐπίτομος Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως –

Θεόφιλος Γεώργιος, Ἀθήνησι 1860

«When the news reached the Sultan of the insurrectionary movements, he resolved upon a mode of revenge, which showed that he merited the title of butcher, bestowed upon him by the Greeks. Let us pass over the murder of the young, learned and accomplished Demetre Morousi (Δημήτριος Μουρούζης) his grand interpreter; for this, there was the shadow of an excuse.

But in order to outrage, in the highest possible degree, the feelings of every Greek, it was resolved to strike a blow which should excite their indignation and horror; not only by the enormity of the crime, but by the sanctity and rank of the victim. The head of the Greek church, the Grand Patriarch, resident at Constantinople, was then Gregory.

Οn Easter Sunday, after the performance of church ceremonies, he was seized as he came out at the door, by the Sultan’ s emissaries; dragged off to his palace and hung up over the gate like a dog; and his body left for two days, to be scoffed at, and spit on by every good Moussulman and then dragged by the heels to the sea shore and thrown into the water. This brutal act, accompanied by every aggravating circumstance that could render it worthy of the imperial butcher, by whom it was perpetrated, was the signal for the commencement of outrages upon the Christians;

Then began those massacres of men, women, and children, with the sickening details of which the European journals teemed for months. Then the streets of Constantinople ran down with Christian blood; then murder and rapine had full sway in tile lair of the Sultan. Churches were broken into and pillaged, the ornaments torn down, and the pictures of the saints defiled in every way; nine bishops, besides hundreds of priests were hung; and many thousands of the common people butchered in cold blood, and without possibility of defence.

The bloody signal given at Constantinople, was heard through Asia Minor, where the Turkish population greatly outnumbers the Greek; and they began an indiscriminate slaughter of all whom they could find. The smoke of hundreds of peaceful villages, and the blood of tens of thousands of Greeks, were made to atone for the fault of their countrymen in a distant put of the empire, who had dared to revolt. If there was a Greek who till now had hesitated, desperation decided him; the die was far ever cast; and Greek and Turk had become open and irreconcilable enemies.

But no place suffered like Aivali, or Cydonia. This flourishing and most interesting spot, was inhabited solely by Greeks; who enjoyed the rare privilege of living under their own town rulers. There were 30.000 inhabitants in the town previous to the revolution, many of whom however had fled. It had a college, and its population was one of the most enhghtened of any Greek town. Situated as they were in the heart of the Turkish empire, the thought of revolt could never have entered their minds;

But the Pasha of the province was determined that it should; he therefore, upon pretence of the discovery of a conspiracy, sent a thousand soldiers to be quartered among them. The next day a larger number arriving, began to commit every outrage upon the inhabitants, and wanted only an excuse, to fall upon and massacre them.

The third day, the Greek fleet appeared off the harbour, but merely by accident, not having had any communcation with it. This however was the signal for the Turks, who began to massacre all that fell in their way, and set fire to the houses.

The inhabitants, in despair, rushed to arms; boats were sent off from the fleet; the sailors united with the inhabitants, and after a severe fight, the Turks were driven out of the town. But the inhabitants knew it was only a momentary respite; in the morning the Turks would return with immense forces, and the only refuge from death or slavery was on board the vessels.

That night was to them one of horror and confusion, more easily imagined than described; every one was anxious to get on board, with as many of his effects as be could save. About 5,000 were received on board the fleet, and the next day as many more were butchered by the Turks. All the men, the young and aged, were murdered in cold blood; the women and boys, whose beauty made them valuable prizes, were carried off to sell in the markets of Constantinople, and serve the brutal lusts of the rich. The buildings were all burnt, and of the flourishing Aivali, there remained but the ashes of its houses and the bones of its inhabitants.

The fleet bore away with its melancholy charge – every vessel crowded full. That of Tombazi had more than 600 on board. They were distributed among the islands, and left to the compassion of the inhabitants; and the fleet returned – each division to its own port.»

An historical sketch of the Greek revolution Samuel Gridley Howe

«Ὁ Πατριάρχης, βιαζόμενος ὑπό τῆς Πόρτας, σᾶς στέλλει ἀφοριστικά καί Ἐξάρχους, παρακινώντας σας νά ἑνωθῆτε μέ τήν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νά τά θεωρῆτε αὐτά ὡς ἄκυρα, καθότι γίνονται μέ βίαν καί δυναστείαν καί ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ Πατριάρχου.»

Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης σέ ἐπιστολή του στόν Κολοκοτρώνη, γιά τόν ἀφορισμό

«Μέ προτρέπετε εἰς φυγήν, μάχαιρα θά διέλθη τάς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί λοιπῶν πόλεων τῶν Χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε, ὅπως ἐγώ μετημφιεσμένος καταφύγω εἰς πλοῖον ἤ κλεισθῶ ἐν οἰκί οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ἠμῶν πρεσβευτοῦ, ν’ ἀκούω δ’ ἐκεῖθεν πώς οἱ δήμιοι κατακρεουργούσι τόν χηρεύσαντα λαόν οὐχί. Ἐγώ διά τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τό ἔθνος μου, οὐχί δέ ὅπως ἀπολέσω τοῦτο διά τῆς χειρός τῶν γενιτσάρων. Ὁ θάνατός μου ἴσως ἐπιφέρει μεγαλυτέραν ὠφέλειαν παρά ἡ ζωή μου. Οἱ ξένοι Χριστιανοί ἡγεμόνες δέν θά θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πώς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θά μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τήν νίκην εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅ,τι καί ἄν μου συμβεῖ.»

Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’

«Τά ὁμαδικά ἐγκλήματα, τά βαρύνοντα τήν τουρκικήν ἐξουσίαν, ἐνηργήθησαν κυρίως ἐκεῖ πού δέν ἐξεδηλώθη κίνησις ἐπαναστατική. Ὁ Μαχμούτ ἰσχυρίζετο ὅτι μόνον διά τῆς ἀγριότητος ἠδύνατο ν’ ἀπαντήση εἰς τήν ἀποστασίαν τῶν ἀπίστων. Ἄλλ΄ ἡ ἀγριότης αὐτή δέν ἐξεδηλώθη παρά μόνον εἰς τόπους ὅπου δέν ὑπῆρχαν ἀποστᾶται καί ὅπου δέν ἐφαίνετο κινδυνεῦον τό Ἰσλάμ. Ἐξεδηλώθη ἐναντίον τῶν ἠρεμούντων ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, εὑρισκομένων μακράν τῆς χώρας ὅπου εἶχε κηρυχθῆ ἡ ἐπανάστασις, ἐναντίον τοῦ κλήρου των, ἐναντίων τῶν γυναικῶν των, πού ἀπήχθησαν εἰς τά χαρέμια, ἐναντίον τῶν παιδιῶν των, πού μετεφέρθησαν εἰς τήν Ἀσίαν διά νά ἐξισλαμισθοῦν.

Εἰς τήν Πελοπόννησον δέν ἔγιναν σφαγαί. Τούς ἑλληνικούς πληθυσμούς τούς εὑρισκομένους πλησίον τῶν ἰσχυροτάτων τουρκικῶν φρουρῶν, ἐπροστάτευε ἡ μακρινή ἠχώ τῶν ὀλίγων ἑλληνικῶν τουφεκιῶν τῆς ὑπαίθρου.

Εἰς τήν Στερεάν, εἰς τήν Ἤπειρον, εἰς τήν Θεσσαλίαν δέν ἀπετολμήθησαν σφαγαί, διότι ὑπῆρχαν ἔξω τῶν πόλεων Ἕλληνες ὁπλαρχηγοί. Ἡ μανία τῶν Τούρκων κατά τῶν γκιαούρηδων ἐπεξετάθη ἐκεῖ ὅπου οἱ Ἕλληνες ἠρεμοῦσαν καί ἔμεναν ἀπολύτως ἀπροστάτευτοι. Εἰς τήν Πόλιν, τήν Σμύρνην, τήν Κύπρον, εἰς τήν Κῶν, εἰς τήν Θάσον, εἰς τήν Λῆμνον, εἰς τήν Ἀδριανούπολιν.

Ὁ μουτεσελίμης τῆς Κύπρου Κιουτσούκ Μεχμέτ ὑπέβαλε εἰς τήν Πύλιν μακρόν ὀνομαστικόν κατάλογον Κυπρίων, τῶν ὁποίων ἐζήτησε τήν θανάτωσιν. Ἡ Πύλη ἀπήντησεν ὡς φύλαρχος τῆς Ἀφρικῆς, ἔχων νόμον τήν πίστιν του εἰς τόν Προφήτην καί τήν ληστείαν τῶν καραβανίων. Διέταξε νά σφαγοῦν ὅλοι οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τόν κατάλογον καί ἄλλοι ἀκόμη ἄν ἐχρειάζετο, νά δημευθοῦν αἱ περιουσίαι των καί νά ἐξανδραποδισθοῦν αἱ γυναῖκες καί τά παιδιά των, ἐκτός ἐκείνων πού θά προσήρχοντο εἰς τόν Ἰσλαμισμόν.

Οἱ συλληφθέντες μετεφέρθησαν εἰς τήν πλατείαν πρό τοῦ διοικητηρίου καί ἐκεῖ ἀνεγνώσθη τό φιρμάνι τοῦ σουλτάνου διά τήν θανάτωσίν των. Ὁ μητροπολίτης Κυπριανός ἀπηγχονίσθη ἐπί δένδρου καί ἀπεκεφαλίσθησαν τρεῖς ἄλλοι ἀρχιερεῖς, ὁ Πάφου, ὁ Κιτίου καί ὁ Κυρήνειας. Τήν ἑπομένην ἀπεκεφαλίσθησαν ὅλοι οἱ ἄλλοι πλήν τριανταέξ, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν νά ἐξισλαμισθοῦν. Τά πτώματα τῶν σφαγέντων ἔμειναν ἐκτεθειμένα ἐπί ἡμέρας, κατακοπέντα καί παραμορφωθέντα ἀπό τούς βανδάλους, ἀπαγορευθείσης τῆς ταφῆς.»

Διονύσιος Κόκκινος (Σφαγές στήν Κύπρο)

Ακολουθήστε το infognomonpolitics.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις που αφορούν τα εθνικά θέματα, τις διεθνείς σχέσεις, την εξωτερική πολιτική, τα ελληνοτουρκικά και την εθνική άμυνα.
Ακολουθήστε το infognomonpolitics.gr στο Facebook

Ακολουθήστε τον Σάββα Καλεντερίδη στο Facebook

Ακολουθήστε τον Σάββα Καλεντερίδη στο Twitter

Εγγραφείτε στο κανάλι του infognomonpolitics.gr στο Youtube

Εγγραφείτε στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη στο Youtube

σχετικά άρθρα