fbpx
Weather Icon
Ιστορία 7 Μάρτιος 2021

Γαλάζια & Γαλανή Πατρίδα των Τούρκων [Ε΄ ΜΕΡΟΣ]

Γαλάζια & Γαλανή Πατρίδα των Τούρκων [Ε΄ ΜΕΡΟΣ]

Εικόνα 1: Ο αιχμάλωτος σουλτάνος Βαγιαζήτ ενώπιον του Ταμερλάνου, μετά τη μάχη της Άγκυρας (1402) 

Ιωάννης Βιδάκης[1] & Δημήτριος Γεωργαντάς[2]

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι συγγραφείς εξετάζουν συνοπτικά σε μία σειρά άρθρων, την περιοχή της Κεντρικής Ασίας, Μέσης Ανατολής και Μικράς Ασίας – Ανατολίας. Τα συμπεράσματα είναι σπουδαία: πιστοποιείται η συνθετότητα και πολυπλοκότητα των γεγονότων στον εξεταζόμενο χώρο. Παρατηρείται η σημαντική συσχέτιση των πολιτικών παραγόντων, των προσωπικών ζητημάτων, της θρησκείας και των στοιχείων του πολιτιστικού τομέα. Επεξηγείται η σημασία του χώρου της Κεντρικής Ασίας, ως τόπου διέλευσης «βαρβαρικών» φυλών, η διασπορά τουρκικών φυλών στην περιοχή καθώς και η ύστερη ανάκτηση της δύναμης των Βυζαντινών. Διαπιστώνεται ο παρεξηγημένος ρόλος των Μογγόλων στις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, οι αρχικές τους δράσεις εναντίον του μουσουλμανισμού, η ανακοπή της επέκτασης των Σελτζούκων και στη συνέχεια η προσωρινή αναχαίτηση των Οθωμανών. Τα κείμενα επιχειρούν να διερευνήσουν συγκεκριμένα στερεότυπα και μπορούν να συνδράμουν τον αναγνώστη στην κατανόηση του μωσαϊκού της περιοχής στη σύγχρονη περίοδο.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Στο Α΄ Μέρος εξετάστηκε συνοπτικά ο ρόλος των Ελλήνων στην Κεντρική Ασία και στη συνέχεια ο ρόλος νομάδων – εισβολέων, Ιρανών και Τουρκογενών φυλών, [βλ. ΕΔΩ , 25 Ιανουαρίου 2021].

Ο ρόλος των Ελλήνων και των Περσών/Ιρανών στην εν λόγω περιοχή μαρτυρείται ως ανώτερος πολιτισμικά, ενώ των εισβολέων – νομαδικών φύλων περιγράφεται περισσότερο αν όχι ως καταστροφικός, τουλάχιστον ως στάσιμος. 

Στο Β΄ Μέρος [βλ. ΕΔΩ] αναφέρθηκε περιληπτικά η έναρξη των αραβικών εισβολών στη συγκεκριμένη περιοχή, από την αντίθετη κατεύθυνση τη νοτιοδυτική. Στη συνέχεια οι Σαμανίδες γνώρισαν μια περίοδο πολιτικής σταθερότητας, οικονομικής ευημερίας και πολιτιστικής εξέλιξης κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 9ου αιώνα και το πρώτο μισό του 10ου αιώνα. Οι Σαμανίδες προστάτευσαν με επιτυχία μεγάλο μέρος του πυρήνα της Κεντρικής Ασίας από εξωτερικές επιδρομές. Αυτή η ειρήνη συνέπεσε με μεγάλη παραγωγικότητα στους τομείς της λογοτεχνίας, τέχνης και επιστήμης: μεγάλο μέρος αυτής της εξέλιξης επικεντρώθηκε στην περσική γλώσσα, την ταυτότητα και την ιστορία. Ακολούθησαν οι Γαζνεβίδες, κατά την διάρκεια των οποίων η εθνοτική πολιτική ήταν μια πηγή έντασης στην πολιτεία τους: αυτή είχε ιδρυθεί και στηριχθεί από τουρκογενείς στρατιωτικούς αλλά η διοίκηση της κυβέρνησης βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην ιρανική γραμματειακή τάξη, οι οποίοι ήταν μέρος μιας παράδοσης που χρονολογείται από τους Σασσανίδες. Αυτή η εξάρτηση από τα ιρανικά ιδρύματα, σε συνδυασμό με την έμφαση των ηγεμόνων στη νομιμότητα του χαλιφάτου, φαίνεται ότι άφησε λίγο χώρο ή ενδιαφέρον για την προώθηση της τουρκικής ταυτότητας μεταξύ της ελίτ των Γαζνεβίδων. Τα ιστορικά αρχεία περιγράφουν ιρανικούς και ισλαμικούς εορτασμούς, αλλά μη-συσχετιζόμενους με την τουρκική ταυτότητα.

Στη συνέχεια εξετάστηκε το ζήτημα των Σελτζούκων, μίας σημαντικής φατρίας στα μέσα του 10ου αιώνα, των τουρκόφωνων φυλών των Ογούζων: αυτοί περιγράφονται από Άραβες και Ιρανούς ιστορικούς, ως περιπλανώμενοι, όπως τα ζώα, χωρίς πραγματική θρησκεία. Οι Σελτζούκοι διατηρούσαν ακέραιες τις νομαδικές τους συνήθειες και κατόρθωναν να επιβιώνουν ως μισθοφόροι, από τα λάφυρα τα οποία αποκόμιζαν από τις διάφορες επιδρομές, καθώς και από την κτηνοτροφία. Τον 11ο αιώνα οι Σελτζούκοι μετανάστευσαν στην ηπειρωτική Περσία, στο Χορασάν και στην Χορεσμία, αφού νίκησαν τους Γαζνεβίδες. Ύστερα από μια επιτυχημένη πολιορκία του Ισφαχάν το 1050/51, ίδρυσαν μια αυτοκρατορία που αργότερα ονομάστηκε η Μεγάλη Αυτοκρατορία των Σελτζούκων. Στη συνέχεια έφθασαν έως την Βαγδάτη, νικώντας τον σιίτη κυβερνήτη της το 1055, επικυρώνοντας τον σουννίτη Χαλίφη ως πνευματικό και ιδεολογικό επικεφαλής της Κοινοπολιτείας των Αββασιδών. 

Το αποκορύφωμα της εξουσίας των Σελτζούκων υπήρξε το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, κατά την διάρκεια της βασιλείας του Αλπ Αρσλάν [1063–73] και του Μαλίκ Σαχ [1073–92]. Το 1089, ο Μαλίκ Σαχ (αντιγράφοντας τους Άραβες) εισέβαλε στη Σογδιανή (Υπερωξιανή – Transoxiana). Το 1092, το εβδομαδιαίο θρησκευτικό κήρυγμα γινόταν στο όνομα του Μαλίκ Σαχ, από την βόρεια Συρία έως το Ανατολικό Τουρκεστάν. 

Στο Γ΄ Μέρος [βλ. ΕΔΩ], περιγράφεται συνοπτικά η μετέπειτα πορεία των Σελτζούκων, έως τη Μικρά Ασία. Οι Σελτζούκοι κατόρθωσαν στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας να αξιοποιήσουν την Αραβική Θρησκεία (Ισλάμ) και τον Ιρανικό Πολιτισμό. Ωστόσο παρά τη στρατηγική κατάκτηση και διαφύλαξη του περάσματος της Σογδιανής, έπεσαν και οι ίδιοι θύματα νεότερων εισβολών, αρχικά από τουρκογενείς και στη συνέχεια από μογγολικές φυλές.

            Επιπλέον αξιοποίησαν πολιτικά και στρατιωτικά τη νέα θρησκεία, το Ισλάμ, διασυνδέοντας με επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς, τον σελτζουκικό με τον χαλιφικό δυναστικό οίκο, ώστε κάθε επεκτατική επιχείρηση των Σελτζούκων να είχε το ”ηθικό” επίχρισμα της νόμιμης επιχείρησης αποκατάστασης της μουσουλμανικής ενότητας, υπό την αιγίδα του Ορθόδοξου (σουννιτικού) χαλιφάτου της Βαγδάτης. Ο Αλπ Αρσλάν (1063-1073), ξεκίνησε μια σειρά κατακτήσεων με απώτατο στόχο την διάλυση του μουσουλμανικού (σιιτικού) Χαλιφάτου των Φατιμιδών της Αιγύπτου, ενώ η εισβολή στην Αρμενία το 1064, κατέληξε στην βυζαντινή συμφορά στη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071. H τελευταία μάλλον πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της προσπάθειας αποφυγής πιθανής διαμόρφωσης βυζαντινο-φατιμιδικής συμμαχίας.

            Ο Αλπ Αρσλάν προσπαθώντας να βρει λύση στο πρόβλημα με τους Τουρκομάνους που συνέρρεαν και λεηλατούσαν τα πάντα, τους οδήγησε το 1063-64 στις παρυφές της πολιτείας του, στην Αρμενία, μια περιοχή μακρινή για την Κωνσταντινούπολη, χωρίς εθνικοθρησκευτική ομοιογένεια την εποχή εκείνη, για να τη λαφυραγωγήσουν: μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ, οι Τουρκομάνοι εισέβαλαν στη Μικρά Ασία και την δεκαετία 1071-80, εγκαταστάθηκαν στα παραβιασμένα ανατολικά σύνορα των Βυζαντινών. Εκτός τους ληστρικούς Τουρκομάνους, οι Σελτζούκοι είχαν να αντιμετωπίσουν και τους Ογούζους στα ανατολικά: δυσαρεστημένοι με την πολιτική τους μεταχείριση και την φορολογία από τους Σελτζούκους, οι Ογούζοι συνέλαβαν τον σουλτάνο τους Σαντζάρ το 1153 και στη συνέχεια σάρωσαν το Χορασάν.

            Η ανικανότητα του Βυζαντίου στην αναγνώριση του πραγματικού κινδύνου των Σελτζούκων του Ρουμ, [το σουλτανάτο αυτό από εδαφική άποψη ήταν μικρό, σε σχέση με τις εκτάσεις των Μεγάλων Σελτζούκων, αποτέλεσε όμως το συνεκτικότερο και μακροβιότερο από τα σελτζουκικά κράτη, ανεξαρτήτως των μορφών υποτέλειας ή διακυβέρνησής του], στην επίτευξη κατάλληλων και αποδοτικών συμμαχιών και στην εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών, είχε ως παράγωγο την επόμενη μάχη του Μυριοκέφαλου (1176), μεταξύ Βυζαντινών και των νικητών Σελτζούκων του Ικονίου.

       Στο Δ΄ Μέρος [βλ. ΕΔΩ], καταγράφεται η εμφάνιση των Μογγόλων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και ο σημαντικός ρόλος τους στην ιστορική της εξέλιξη. Η έλευση των Μογγόλων στο προσκήνιο της Ιστορίας, ανέτρεψε τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής που εξετάζουμε: ανέκοψε αρχικά την επέκταση του Ισλάμ, διέλυσε το Κράτος των Μεγάλων Σελτζούκων, εμπόδισε και περιόρισε την δύναμη των Σελτζούκων του Ρουμ/Ικονίου, συνέδραμε ακούσια στην επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς της Νίκαιας και προστάτευσε την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Το Βυζάντιο αλλά και η Δύση δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν τα κοινά τους  συμφέροντα με το μογγολικό χανάτο του Ιράν, για να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά, τους Τουρκομάνους στη Μικρά Ασία – Ανατολία και τους Μαμελούκους στην Αίγυπτο και στην Εγγύς Ανατολή/Λεβάντε. Η εντυπωσιακότερη συνέπεια των μογγολικών κατακτήσεων από εθνοτική άποψη, ήταν η ευρεία διασπορά τουρκικών φύλων στην Δυτική Ασία. Ο Τζένγκις Χαν [Genghis Khan] φρόντισε έγκαιρα να εντάξει στο στρατό του αφοσιωμένα σ΄ αυτόν τουρκικά φύλα, καθώς οι Μογγόλοι δεν ήταν πολυάριθμοι, (λόγω του άγονου εδάφους), με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να ξεπερνούν τους ιθαγενείς Μογγόλους στις μογγολικές στρατιές. Έτσι διαδόθηκαν οι τουρκικές διάλεκτοι στις κατακτημένες περιοχές. 

            Στο Ε΄ Μέρος που ακολουθεί, συνεχίζεται η περιληπτική εξιστόρηση, αναφέροντας τις συμμαχίες και τις αντιπαλότητες στην περιοχή της Μικράς Ασίας – Ανατολίας και στην ευρύτερη περιφέρεια, των Μογγόλων, των Λατίνων, των Βυζαντινών και των Σελτζούκων,  με την παρακμή των τελευταίων, την παρεπόμενη ανάδειξη των ανεξάρτητων – αυτόνομων εμιράτων και την εξέλιξη του οθωμανικού σε κυρίαρχη δύναμη.

Πίνακας 1: Ανεξάρτητες Διοικήσεις (στρατιωτικές) σε Μικρά Ασία-Ανατολία, μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ (1071) – (με χρονολογική σειρά ίδρυσης)

Χάρτης 1: Το Σελτζουκικό Σουλτανάτο του Ρουμ, με σύνορα περί το 1190, πριν την Γ΄ Σταυροφορία

Σημ.: στον χάρτη σημειώνονται οι ακόλουθες μάχες:

Μάχη του Μαντζικέρτ (1071)

Μάχη Δορύλαιου [Dorylaeum (1097)], Σελτζούκων & Σταυροφόρων Α΄ Σταυροφορίας

Μάχη στο Μυριοκέφαλο [Myriokephalon, 1176]

Κατάληψη Αττάλειας από τους Σελτζούκους (1207)

Μάχη Δορύλαιου (1147), Σελτζούκων & Γερμανών Σταυροφόρων Β΄ Σταυροφορίας

Κατάληψη Σινώπης στον Πόντο από τους Σελτζούκους (1214)

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ, ΜΟΓΓΟΛΟΙ, ΤΟΥΡΚΟΙ: ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ & ΑΝΤΙΠΑΛΟΤΗΤΕΣ

Όταν οι Μογγόλοι νίκησαν τους Σελτζούκους και κατέλαβαν την Ανατολία, οι Τούρκοι έγιναν υποτελείς των Ιλ-Χαν που ίδρυσαν την δική τους αυτοκρατορία στην τεράστια περιοχή που εκτείνεται από το σημερινό Αφγανιστάν έως την Τουρκία. Καθώς οι Μογγόλοι κατέλαβαν περισσότερα εδάφη στη Μικρά Ασία, οι Τούρκοι μετακινήθηκαν περαιτέρω δυτικά και εγκαταστάθηκαν στα σύνορα Σελτζούκων-Βυζαντινών, έως τα παράλια του Αιγαίου. Στις 10 Απριλίου 1262, ο Χιουλεγκιού έστειλε νέα επιστολή στον Λουδοβίκο Θ΄ της Γαλλίας, προσφέροντας ξανά μία συμμαχία. Η επιστολή ανέφερε την πρόθεση του Χιουλεγκιού να καταλάβει την Ιερουσαλήμ προς όφελος των Χριστιανών (!) και ζήτησε από τον Λουδοβίκο Θ’ να αποστείλει στόλο εναντίον των Μαμελούκων της Αιγύπτου: στην επιστολή διευκρινιζόταν ότι στο παρελθόν, οι Μογγόλοι είχαν την εντύπωση ότι ο Πάπας ήταν ο ηγέτης των Χριστιανών, αλλά πλέον συνειδητοποίησαν ότι η αληθινή δύναμη ανήκε στην γαλλική μοναρχία[3]. Δεν είναι σαφές εάν η επιστολή έφθασε στον Λουδοβίκο Θ΄ στο Παρίσι, αλλά ο Πάπας Ουρβανός συνεχάρη τον Χιουλεγκιού για την έκφραση καλής θέλησης προς την χριστιανική πίστη και τον ενθάρρυνε να μεταστραφεί στον χριστιανισμό.

Ο Χιουλεγκιού συγκέντρωσε στράτευμα για να επιτεθεί στους Μαμελούκους και να εκδικηθεί για την ήττα στην Αιν-Τζαλούτ, ωστόσο, αντ’ αυτού σύρθηκε σε εμφύλιο πόλεμο με τον αδελφό του Μπατού Χαν (1227-1255), τον Μπέρκ [Berke, διάδοχος Χαν της Χρυσής Ορδής: 1257-1266]. Ο Μπέρκ Χαν, έστρεψε για πρώτη φορά στο μουσουλμανισμό το Χανάτο που κληρονόμησε. Ως μουσουλμάνος από το 1252, είχε ορκιστεί εκδίκηση μετά την καταστροφή της Βαγδάτης από τον Χιουλεγκιού και συμμάχησε με τους Μαμελούκους, (διάσπαση των Μογγόλων). Αρχικά ο Μπέρκ αντιστάθηκε στην ιδέα του πολέμου κατά του Χιουλεγκιού και φέρεται να είχε δηλώσει: «Οι Μογγόλοι σκοτώνονται από ξίφη Μογγόλων. Εάν ήμασταν ενωμένοι, τότε θα είχαμε κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο». Όμως, η οικονομική κατάσταση της Χρυσής Ορδής, λόγω των ενεργειών του Ιλ-Χανάτου, που κατείχε τον πλούτο του βόρειου Ιράν και εξαιτίας των αιτημάτων του να μην πουλήσουν σκλάβους στους Μαμελούκους, τον οδήγησε να κηρύξει ιερό πόλεμο (τζιχάντ). Αλλά υπήρχε και μία άλλη αιτία γι΄ αυτήν τη σύγκρουση: η περιοχή του Αζερμπαϊτζάν ενώ αρχικά είχε δοθεί στην κυριαρχία της Χρυσής Ορδής, ο νέος Μεγάλος Χαν (Χαγάνος) Μέγκε-κε, την παραχώρησε στον αδελφό του Χιουλεγκιού. Ο Μπέρκ παράβλεψε υπομονετικά αυτές τις δυσάρεστες καταστάσεις, έως τον θάνατο του Μέγκε-κε. Στη συνέχεια ξεκίνησε μια μεγάλη σειρά επιδρομών στα εδάφη του Χιουλεγκιού, με επικεφαλής τον ανεψιό του Νογκάι [Nogai]. Ο Χιουλεγκιού υπέστη σοβαρή ήττα το 1263, σε μια απόπειρα εισβολής βόρεια του Καυκάσου.

Ο Χιουλεγκιού επιχείρησε να επικοινωνήσει με τους Φράγκους, σε μια προσπάθεια να διαμορφώσει μία συμμαχία Λατινο-Μογγόλων εναντίον των Μουσουλμάνων. Το 1262, έστειλε τον γραμματέα του Ριχάλδο [Rychaldus], ως πρεσβεία σε “όλους τους βασιλιάδες και πρίγκιπες στο εξωτερικό”. Προφανώς, η αποστολή σταμάτησε στη Σικελία από τον Μανφρέδο [Manfred, βασιλιά της Σικελίας, 1258-1266], ο οποίος ήταν σε σύγκρουση με τον Πάπα, σύμμαχος με τους Μαμελούκους και  ο γραμματέας-αγγελιοφόρος επέστρεψε άπρακτος.

Μετά την ανάδειξη του Κιλίτζ Αρσλάν Δ΄ το 1257 ως μοναδικού σουλτάνου του Ικονίου υπό μογγολική επικυριαρχία, εμφανίζεται στο προσκήνιο η δυναμική προσωπικότητα του «Περβανέ», (τοποτηρητή των Μογγόλων Ιλ-Χανιδών στο Ικόνιο), Μουϊνεδδίν Σουλεϊμάν, [Muineddin Süleyman], ο οποίος το 1265 παραγκώνισε από την εξουσία τον σουλτάνο τον οποίο και εκτέλεσε. Ο Μουϊνεδδίν Σουλεϊμάν αποκατέστησε ισχυρή συγκεντρωτική διακυβέρνηση στις πόλεις και στις επαρχίες του σουλτανάτου, υπό μογγολική πλέον κυριαρχία και έλαβε μέτρα για την διατήρηση του περσο-ισλαμικού πολιτισμού (Σαββίδης, 2006, σελ. 126). To 1260 o Καϋκαούς Β΄ διέφυγε από το Ικόνιο στην Κριμαία, όπου πέθανε το 1279. Μετά την εκτέλεση του Κιλίτζ Αρσλάν Δ΄ ο ανήλικος γιος του, Καϋχοσρόης Γ΄ (1265-1284) έγινε κατ’ όνομα ηγεμόνας της Μικράς Ασίας, με την πραγματική εξουσία να ασκείται από τους Μογγόλους, ή τους σημαίνοντες αντιβασιλείς.

Στο Βυζάντιο ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, μετά την αποκατάσταση της κυριαρχίας του, συμμάχησε με τους Μογγόλους, οι οποίοι ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκοί για τον Χριστιανισμό, καθώς μια μειονότητα από αυτούς ήταν Νεστοριανοί Χριστιανοί. Υπέγραψε συνθήκη το 1263 με τον Μογγόλο Χαν του Κιπτσάκ (Χρυσή Ορδή) και δύο πριγκίπισσες, η Ευφροσύνη και η Μαρία νυμφεύτηκαν Μογγόλους: τον κυβερνήτη Νογκάι της Χρυσής Ορδής και τον ηγεμόνα Άμπακα Χαν [Abaqa Khan, 1265-1282] του Ιλ-Χανάτου, αντίστοιχα.

Χάρτης 2: Βυζαντινή Αυτοκρατορία & Φραγκικά κράτη στην Ελλάδα το 1265

Map from William R. Shepherd’s Historical Atlas (1911)

Στις τελευταίες δεκαετίες του 13ου αιώνα, οι κυβερνήτες του Ιλ-Χανάτου και οι υποτελείς τους Σελτζούκοι έχασαν τον έλεγχο σε μεγάλο μέρος της Ανατολίας. Οι Μογγόλοι ενεπλάκησαν σε εμφύλιες συγκρούσεις.  Ιδιαίτερα μετά το 1277, η πολιτική σταθερότητα στα εδάφη των Σελτζούκων διαλύθηκε γρήγορα, οδηγώντας στην ενίσχυση Τουρκομάνων αρχηγών στα δυτικά και νότια τμήματα της Ανατολίας και την διαμόρφωση κρατιδίων, που ονομάστηκαν «Εμιράτα» ή “Beyliks”, (Μπεηλίκια). Πολλοί Τουρκομάνοι άρχοντες κατάφεραν να καθιερωθούν ως κυβερνήτες σε διάφορες ηγεμονίες. Ανάμεσα σ΄ αυτά τα εμιράτα κατά μήκος της ακτής του Αιγαίου, από βορρά προς νότο, απλώνονταν τα εμιράτα των Karasi,  Aydin, Menteşe, Teke.

Πίνακας 2: Ανεξάρτητα Εμιράτα (Beyliks) σε Μικρά Ασία – Ανατολία, μετά τη μάχη του Κιοσέ-Ντάγ (1243) – (με χρονολογική σειρά ίδρυσης)

Μετά τη μάχη στο Κοσέ-Νταγ [Kösedağ] το 1243, την εισβολή των Μογγόλων το 1256 στην καρδιά της Ανατολίας, την εκτέλεση του σουλτάνου τους Κιλίτζ Αρσλάν Δ΄ το 1265, οι Σελτζούκοι για να αντιμετωπίσουν τους Μογγόλους της Περσίας (Ιλ-Χανάτο), κάλεσαν τους Μαμελούκους στην Ανατολία: ανταποκρινόμενος ο Μαμελούκος σουλτάνος Μπαϊμπάρς [Baibars] αναχώρησε από το Κάιρο στις 25 Φεβρουαρίου 1277, έφθασε στην Δαμασκό στις 24 Μαρτίου 1277 και μετά στο Χαλέπι. Μόλις πληροφορήθηκε ότι ο Μογγολικός στρατός ήταν στον ποταμό Τσεϊχάν και τους πλησίαζε, ο στρατός του σουλτάνου προσέγγισε την περιοχή του Ελμπιστάν [Elbistan]. Η μάχη έλαβε χώρα στις 15 Απριλίου 1277, μεταξύ Μαμελούκων και Μογγόλων: οι τελευταίοι είχαν τη στήριξη των Γεωργιανών, των Αρμενίων και φαινομενικά και των υποτελών τους Σελτζούκων. Οι Μογγόλοι επιτέθηκαν πρώτα, αλλά τελικά ηττήθηκαν. Φαίνεται ότι και οι δύο πλευρές περίμεναν βοήθεια από τον στρατό του Περβανέ [Pervâne] και τους Σελτζούκους του: ο ίδιος είχε προσπαθήσει να συμμαχήσει και με τις δύο πλευρές για να διατηρήσει ανοιχτές τις επιλογές του, και ο στρατός του ήταν κοντά στο πεδίο της μάχης, αλλά δεν συμμετείχε. Μετά τη μάχη πολλοί στρατιώτες του αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοι προσχώρησαν πρόθυμα στους Μαμελούκους.

Μετά τη νίκη του Μπαϊμπάρς, οι Μαμελούκοι βάδισαν προς την Καισάρεια, στην καρδιά της Ανατολίας, όπου εισήλθαν θριαμβευτικά στις 23 Απριλίου 1277. Στο μουσουλμανικό πανηγύρι, ο Μπαϊμπάρς απαγόρευσε το χτύπημα τυμπάνων, καθώς φοβήθηκε τις εξελίξεις. Τότε περίπου επιβλήθηκε η τουρκική, ως γλώσσα της διοίκησης. Υπό το πρίσμα της νίκης, ο Περβανέ επιχείρησε να προσελκύσει τους Μαμελούκους σε μια αντιπαράθεση μ΄  έναν νέο στρατό της Μογγολίας, υπό τον ηγεμόνα τους, Άμπακα Χαν. Ωστόσο η πιθανότητα μιας νέας σύγκρουσης έπεισε τον Μπαϊμπάρς να επιστρέψει στη Συρία, καθώς ήταν τόσο μακριά από τις βάσεις του, εγκαταλείποντας τον διοικητή της εμπροσθοφυλακής του, στους Μογγόλους. Ο Περβανέ έστειλε επιστολή στον Μπαϊμπάρς ζητώντας του να καθυστερήσει την αναχώρησή του, αλλά ο Μπαϊμπάρς τον τιμωρούσε, επειδή δεν τον βοήθησε κατά την διάρκεια της μάχης του Ελμπιστάν. Ο Μπαϊμπάρς του είπε ότι έφευγε για τη Σεβάστεια, για να τον παραπλανήσει μαζί με τους Μογγόλους. Συνεπώς ο Μαμελούκος σουλτάνος Μπαϊμπάρς επέδραμε στη Μικρά Ασία,  νίκησε τους Μογγόλους και τους υποκατέστησε προσωρινά ως επικυρίαρχος του Σελτζουκικού βασιλείου. Ωστόσο καθώς οι εγχώριες δυνάμεις που τον είχαν καλέσει, δεν ενδιαφέρθηκαν για την υπεράσπιση της χώρας τους, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην βάση του στην Αίγυπτο και η Μογγολική κυριαρχία αποκαταστάθηκε επίσημα και βίαια.

Έτσι ο Μογγόλος Άμπακα Χαν, επαναβεβαίωσε την εξουσία του στο Ρουμ. Μετά την έρευνά του στο πεδίο της μάχης, διέταξε τον θάνατο του μουσουλμανικού πληθυσμού της Καισάρειας και του ανατολικού Ρουμ – μεγάλος αριθμός ανθρώπων σκοτώθηκαν.  Ο στρατός του έπρεπε να καταστείλει και την εξέγερση των Καραμανίδων, που δήλωσαν πίστη στον Μπαϊμπάρς. Έστειλε στρατό προς τη Συρία, αλλά αφού έμαθε το μέγεθος του αντίπαλου στρατού, ανακάλεσε τις δυνάμεις του. Οι Μογγόλοι είχαν τα δικά τους υλικοτεχνικά προβλήματα. Ο Άμπακα τελικά δολοφόνησε και τον Περβανέ. 

ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ  

Στην άλλη άκρη, στα βορειοδυτικά της Μικράς Ασίας, γύρω από το Söğüt [Θηβάσιο, Thebasion, έως το  1231), υπήρχε το μικρό και, σε αυτό το στάδιο, ασήμαντο, οθωμανικό εμιράτο (μπεηλίκ) – αποτελώντας τη μικρότερη απειλή για την βυζαντινή κυριαρχία. Οι Βυζαντινοί γνώριζαν το Θηβάσιο, ως ένα σταθμό στον «Δρόμο του Μεταξιού», [Silk Road], ανάμεσα στις παράκτιες πόλεις στη νότια ακτή της Θάλασσας του Μαρμαρά και στην ενδοχώρα της Ανατολίας. Το οθωμανικό εμιράτο ήταν ασφυκτικά περιορισμένο μεταξύ των Βυζαντινών (βόρεια) και των εμιράτων: Karasids (δυτικά), Germiyanids (νότια), Jandarids (ανατολικά). Καθώς το Βυζάντιο ήταν εξασθενημένο, οι πόλεις του στη Μικρά Ασία δεν μπορούσαν να αντισταθούν στις επιθέσεις των εμιράτων και πολλοί τουρκόφωνοι σταδιακά εγκαταστάθηκαν στα δυτικά μέρη της Μικράς Ασίας -Ανατολίας.    

Αναλυτικότερα η φυλή Kayi των Ογούζων [Oghuz] Τούρκων, με επικεφαλής τον Ερτογούλ [Ertuğrul, 1280], έφυγε από το χάος που έφεραν οι Μογγόλοι στην πατρίδα τους στην Κεντρική Ασία κατά τον 13ο αιώνα. Όπως πολλές από τις συγγενείς φατρίες, μετανάστευσαν μέσω του Χορασάν στην Ανατολία, την οποία τότε κυβερνούσε το Σελτζουκικό Σουλτανάτο του Ρουμ, που ιδρύθηκε από συγγενείς φυλές. Πρώτα έστησαν στρατόπεδο, (με την κυριολεκτική έννοια, με τις παραδοσιακές τους σκηνές, όπως στις στέπες της Κεντρικής Ασίας), στο Ahlat στη λίμνη Βαν, το οποίο ήταν τότε στο ανατολικό άκρο του Σουλτανάτου. Αργότερα τους παραχωρήθηκε η περιοχή γύρω από το Söğüt, στο αντίθετο άκρο του σουλτανάτου, στα βορειοδυτικά του σύνορα. Η πολιτική των Σελτζούκων του Ρουμ απέναντι στις φυλές που ξεχύνονταν από τα ανατολικά, ήταν να τις εγκαταστήσουν στα σύνορα του Σουλτανάτου, για να κρατήσουν αυτούς τους άτακτους νομάδες μακριά από τα αστικά κέντρα και να διατηρήσουν τα σύνορα ασφαλή, από την χρήση τους ως πρώτη γραμμή άμυνας έναντι ανεπιθύμητων εισβολών. Τους δόθηκε επίσης αυτονομία στις φυλετικές τους υποθέσεις, αρκεί να είχαν αποδεχθεί την επικυριαρχία του σουλτάνου των Σελτζούκων στο Ικόνιο.

Προς το τέλος της βασιλείας του ο Σελτζούκος σουλτάνος Καϋχοσρόης Γ΄ (1265-1284), μπορούσε να ασκεί κυριαρχία μόνο σε περιοχές γύρω από το Ικόνιο. Ορισμένοι από τους Μπέηδες, (περιλαμβανομένων των Οθωμανών στο ξεκίνημά τους) και οι Σελτζούκοι κυβερνήτες εξακολουθούσαν να αναγνωρίζουν, έστω και κατ’ όνομα, την κυριαρχία του σουλτάνου στο Ικόνιο και οι σουλτάνοι συνέχιζαν να αυτοαποκαλούνται «Φαρεντίν», (“Περηφάνια του Ισλάμ”). Όταν ο Καϋχοσρόης Γ΄ εκτελέσθηκε το 1284, (όπως και ο πατέρας του το 1265), η σελτζουκική δυναστεία υπέστη άλλο ένα πλήγμα από εσωτερικές διαμάχες που κράτησαν μέχρι το 1303: αρχικά ο Μασούντ Β΄ [Masud ΙΙ] αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος στην Καισάρεια και όχι στο Ικόνιο (1284-1296). Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Καϋκαούς Β΄. Πέρασε μέρος της νεανικής του ζωής ως εξόριστος στην Κριμαία και έζησε για ένα διάστημα στην Κωνσταντινούπολη. Εμφανίστηκε στην Ανατολία το 1280 ως διεκδικητής του θρόνου. Ο Ιλ-Χαν σουλτάνος Αχμάντ [Ahmad] τον έχρισε νέο σουλτάνο των Σελτζούκων.

Η βασιλεία του σηματοδοτεί την οριστική άνοδο στην εξουσία των συνοριακών τουρκμένων ηγεμόνων, ιδίως των Καραμανίδων, των Ashrafids και των Germiyanids. Ο διάδοχος του Αχμάντ, Arghun, διαίρεσε τα εδάφη των Σελτζούκων και παραχώρησε το Ικόνιο [Konya] με το δυτικό ήμισυ του σουλτανάτου του Ρουμ  στους δύο γιούς του Καϋχοσρόη Γ΄. Τότε ο Μασούντ Β΄ εισέβαλε στο Ικόνιο, τους δολοφόνησε  και εγκαταστάθηκε αυτός ως κυρίαρχος στην πόλη το 1286. Ηγήθηκε αρκετών εκστρατειών, ενάντια στις αναδυόμενες τουρκμενικές ηγεμονίες, τα εμιράτα, για λογαριασμό των Μογγόλων και συνήθως με Μογγολικά στρατεύματα. Αξιοσημείωτη ανάμεσά τους είναι η αποστολή που ξεκίνησε στα τέλη του 1286, εναντίον των Germiyanids. Οι τελευταίοι ήταν μια πολεμική ομάδα τουρκμενικής καταγωγής, που είχε εγκατασταθεί από τους Σελτζούκους μια γενιά πριν στη νοτιοδυτική Ανατολία, για να διατηρήσει υπό έλεγχο τους πιο απείθαρχους Τουρκμένιους νομάδες. Ο Μασούντ διεξήγαγε την εκστρατεία υπό την επίβλεψη του βεζίρη και πρεσβύτερου, Φακρ αλ-Ντιν Αλί [Fakhr al-Din Ali]. Αν και υπήρξαν μερικές επιτυχίες στο πεδίο της μάχης, οι εξαιρετικά ευκίνητοι Germiyanids, παρέμειναν μια σημαντική δύναμη στην περιοχή.

Το 1291–92 οι Μογγόλοι παρενέβησαν και πάλι άμεσα για να αποκαταστήσουν την τάξη. Το 1296 σε μια ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζεται από ίντριγκα και σχεδόν συνεχή εξέγερση εναντίον της μακρινής αρχής του Ιλ-Χανάτου, από την πλευρά των Μογγόλων στρατιωτικών διοικητών και από τους ντόπιους τουρκμένιους ισχυρούς, ο άτυχος Μασούντ ενεπλάκη σε μια συνωμοσία εναντίον του Ιλ-Χανάτου: το 1298 ο Μασούντ αναγκάστηκε να ταξιδέψει στην πρωτεύουσα του Ιλ-Χανάτου, (Ταμπρίζ), για να ζητήσει στρατιωτική βοήθεια για να ανακτήσει τον έλεγχο. Απαλλάχθηκε των καθηκόντων του, του δόθηκε χάρη και περιορίστηκε στην Ταμπρίζ [Tabriz] του Ιράν. Αντικαταστάθηκε από τον Καϋκοβάδη Γ΄ [Kayqubad III] ως σουλτάνος του Ρουμ, μεταξύ των ετών 1298 και 1302: ήταν ανιψιός του εκτοπισμένου Καϋκαούς Β΄ και είχε ισχυρή υποστήριξη μεταξύ των Τουρκμένων. Ως σουλτάνος ήταν υποτελής των Μογγόλων και δεν ασκούσε καμία πραγματική εξουσία. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά γύρω στο 1283, ως διεκδικητής του θρόνου των Σελτζούκων. Αναγνωρίστηκε από τους Τουρκμένιους Καραμανίδες, αλλά ηττήθηκε από τον βεζίρη Φακρ αλ-Ντίν Αλί και τον Καϋχοσρόη Γ΄ και αναζήτησε καταφύγιο στην Αρμενία της Κιλικίας. Τίποτα δεν είναι γνωστό για τις κινήσεις του ξανά μέχρι το 1298, όταν διορίστηκε σουλτάνος από τον Ιλ-Χαν Mahmud Ghazan, μετά την αποπομπή του Μασούντ Β΄. Εκκαθάρισε την διοίκηση των Σελτζούκων από τους άνδρες του προκατόχου του με ακραία βία και έγινε βαθύτατα δημοφιλής. Ως αποτέλεσμα, όταν επισκέφτηκε το Ιλ-Χανάτο το 1302, εκτελέστηκε από τον σουλτάνο Mahmud Ghazan και αντικαταστάθηκε από τον προγενέστερο σουλτάνο Μασούντ Β΄. Έτσι ο Μασούντ επέστρεψε στον θρόνο το 1303. Η παρέμβαση των Μογγόλων και η αντίσταση των Τουρκομάνων ηγεμόνων  εξακολούθησαν να κυριαρχούν τις τελευταίες δεκαετίες της κυριαρχίας των Σελτζούκων. Ο Μασούντ και οι σύμμαχοί του Μογγόλοι πραγματοποίησαν παρόμοιες μάταιες αποστολές εναντίον των Καραμανίδων και των Eshrefids.  

Από το 1306 περίπου ο Μασούντ Β΄ και το σελτζουκικό σουλτανάτο, φέρεται να εξαφανίζονται από τις ιστορικές καταγραφές. Ο σουλτάνος δολοφονήθηκε το 1307 με εντολή του Ghazan και νεότερα ευρήματα του 2015 δείχνουν ο τάφος του να έχει εντοπιστεί στη Σαμψούντα. Σύμφωνα με τον Rustam Shukurov, ο Μασούντ Β΄ “είχε διπλή χριστιανική και μουσουλμανική ταυτότητα, μια ταυτότητα που περιπλέχθηκε περαιτέρω από τη διπλή τουρκο-περσική και ελληνική εθνική ταυτότητα”. Τον διαδέχθηκε ο γιός του Μασούντ Γ΄, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί το τελευταίο μέλος της δυναστείας που άσκησε κυριαρχία.  Αν και ορισμένες πηγές αναφέρουν την ύπαρξη των Σελτζούκων στα επόμενα χρόνια σε διάφορα μέρη της Ανατολίας, πιθανόν δολοφονήθηκε και ο Μασούντ Γ΄. Ένας μακρινός συγγενής της σελτζουκικής δυναστείας εγκαταστάθηκε ως εμίρης του Ικονίου, αλλά νικήθηκε και τα εδάφη του καταλήφθηκαν από τους Καραμανίδες το 1328. Ο σουλτάνος του Ιλ-Χανάτου Αμπού Σάιντ (1316-1335) υπέγραψε εμπορική συνθήκη με τη Βενετία το 1320, βελτίωσε τις σχέσεις με τους Μαμελούκους της Αιγύπτου και με το Σουλτανάτο του Δελχί. Το 1335 με τον θάνατό του, η μογγολική εξουσία στην περιοχή κατέρρευσε, επικυρώνοντας την οδό για τον πολιτικό κατακερματισμό σε εμιράτα στην Μικρά Ασία – Ανατολία και την άνοδο των Οθωμανών. Η νομισματική σφαίρα επιρροής του σουλτανάτου του Ρουμ επέζησε κάπως περισσότερο και σελτζουκικά νομίσματα θεωρούμενα γενικά αξιόπιστα, συνέχισαν να χρησιμοποιούνται για όλον τον 14ο αιώνα μεταξύ άλλων και από τους Οθωμανούς.

Χάρτης 3: Μικρά Ασία & Μέση Ανατολή μετά την κατάρρευση του Ιλ-Χανάτου, 1345

Το νεοσυσταθέν οθωμανικό κράτος ήταν πιο τυχερό σε σχέση με τα άλλα μικρά βασίλεια, που σχημάτιζαν ένα συνονθύλευμα στον χάρτη της Μικράς Ασίας – Ανατολίας, όπως ήταν στα συνοριακά εδάφη (Θέματα) της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε εξασθενίσει πολύ εκείνη την εποχή. Χρησιμοποιώντας το Söğüt ως βάση, οι Οθωμανοί κατέλαβαν γρήγορα τα βυζαντινά κάστρα στην περιοχή, αλλά χρειάστηκε μέχρι το πρώτο έτος της βασιλείας του Ορχάν Α΄(1324–1362), γιού του Οσμάν Α΄, που ανέλαβε τον έλεγχο της Προύσας [Bursa], της πρώτης μεγάλης πόλης που υπαγόταν στην οθωμανική κυριαρχία. Η έδρα του εμιράτου μετακινήθηκε γρήγορα στην Προύσα της Βιθυνίας. Ο Ανδρόνικος Γ΄ του Βυζαντίου, αποφάσισε να ανακουφίσει τις πολιορκημένες πόλεις της Νικομήδειας και της Νίκαιας, ελπίζοντας να αποκαταστήσει τα σύνορα σε σταθερή θέση. Μαζί με τον Μεγάλο Δομέστιχο Ιωάννη Καντακουζηνό, οδήγησε ένα στρατό περίπου 4.000 ανδρών, κατά μήκος της Θάλασσας του Μαρμαρά προς τη Νικομήδεια. Ακολούθησε η μάχη της Πελεκάνου [Pelecan], στις 10 έως 11 Ιουν 1329, μεταξύ των Βυζαντινών και του οθωμανικού στρατού, υπό τον Ορχάν Α΄. Ο βυζαντινός στρατός ηττήθηκε.

Η μάχη αυτή, ήταν η πρώτη εμπλοκή στην οποία ένας Βυζαντινός Αυτοκράτορας συνάντησε έναν Οθωμανό Μπέη: η επίδραση της μάχης στο ηθικό ήταν πιο σημαντική από την ίδια τη μάχη, καθώς οι βαριά οπλισμένοι και πειθαρχημένοι Βυζαντινοί είχαν υποχωρήσει απέναντι σε ελαφρώς οπλισμένους Τούρκους. Οι πρώην αυτοκρατορικές πρωτεύουσες της Νικομήδειας και της Νίκαιας δεν ανακουφίστηκαν και η διατήρηση του αυτοκρατορικού ελέγχου στον Βόσπορο δεν ήταν πλέον δυνατή. Οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Νίκαια το 1331 και τη Νικομήδεια το 1337, δημιουργώντας έτσι μια ισχυρή βάση. Οι κάτοικοι της Νίκαιας και της Νικομήδειας ενσωματώθηκαν γρήγορα στο αναπτυσσόμενο οθωμανικό κράτος, και πολλοί από αυτούς είχαν ήδη προσεγγίσει το Ισλάμ μέχρι το 1340. Με την κατάληψη αυτών των πόλεων και την προσάρτηση του εμιράτου του Καράσι το 1336, οι Οθωμανοί είχαν ολοκληρώσει την κατάκτηση της Βιθυνίας και την βορειοδυτική γωνία της Ανατολίας, (Μυσία).

Για αιώνες αφότου μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα στην Προύσα, το Söğüt λησμονήθηκε, αν και βρισκόταν ακόμη σε μια σημαντική διαδρομή που κατευθυνόταν προς το οροπέδιο της Ανατολίας. Αργότερα, κατά την εποχή του εθνικισμού τον 19ο αιώνα, όταν η οθωμανική εξουσία ήταν σε σταθερή παρακμή και σε αποσάθρωση στις απομακρυσμένες περιοχές της αυτοκρατορίας που κατοικούνταν από μη-τουρκικό πληθυσμό, το Söğüt έλαβε μια ώθηση, ειδικά με την «επιστροφή στις ρίζες», (‘back to the roots’) του Αβδούλ-Χαμίτ Β΄ [Abdülhamid II (1876-1909)], ο οποίος διέταξε την επισκευή των παλαιότερων οθωμανικών κατασκευών, την ανακατασκευή ενός τζαμιού και επέλεγε τα μέλη του προσωπικού του συντάγματος σωματοφυλακής, από την φατρία Karakeçili – η οποία θεωρείτο ως οι πιο κοντινοί συγγενείς της δυναστικής οικογένειας – της αρχικής φυλής Kayı, που κατοίκησε γύρω από το Söğüt.

Χάρτης 4: Ανεξάρτητα Εμιράτα (Beyliks) σε Μικρά Ασία – Ανατολία το 1301

Αν και οι Οθωμανοί αποτελούσαν μόνο ένα μικρό πριγκιπάτο μεταξύ των πολυάριθμων Τούρκων Beyliks, και έτσι αποτελούσαν τη μικρότερη απειλή για τη βυζαντινή αρχή, η θέση τους στη βορειοδυτική Ανατολία, στην πρώην βυζαντινή επαρχία της Βιθυνίας, έγινε μια τυχερή θέση για τις μελλοντικές κατακτήσεις τους. Οι Λατίνοι, που είχαν κατακτήσει την πόλη της Κωνσταντινούπολης το 1204 κατά τη διάρκεια της Δ΄ Σταυροφορίας, ίδρυσαν μια Λατινική Αυτοκρατορία (1204–61), διαίρεσαν τα πρώην βυζαντινά εδάφη στα Βαλκάνια και το Αιγαίο μεταξύ τους, και ανάγκασαν τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες να εξορίσουν στη Νίκαια (σημερινή Ίζνικ). Από το 1261 και μετά, οι Βυζαντινοί ασχολήθηκαν σε μεγάλο βαθμό με την ανάκτηση του ελέγχου τους στα Βαλκάνια. Προς το τέλος του 13ου αιώνα, καθώς η Μογγολική δύναμη άρχισε να μειώνεται, οι Τουρκομάνοι ανέλαβαν μεγαλύτερη ανεξαρτησία.

Στα τέλη του 13ου αιώνα, τούρκοι γαζήδες (“ιεροί πολέμαρχοι του ισλαμικού τζιχάντ”), εκμεταλλεύθηκαν την κατάρρευση του βυζαντινού αμυντικού συστήματος στη Μικρά Ασία για να ιδρύσουν μια σειρά από τουρκομανικά χανάτα στο δυτικό της τμήμα. Μεγάλη ευθύνη γι’ αυτό φέρει ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (1261 – 1282), καθώς μετά την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης (1261), η Μικρά Ασία παραμελήθηκε από την κεντρική εξουσία με αποτέλεσμα οι Τουρκομάνοι να καταλάβουν το μεγαλύτερο μέρος της. Το οθωμανικό κρατίδιο, ιδρύθηκε κατά το τρίτο τέταρτο του 13ου αιώνα στη σελτζουκική μεθόριο με το Βυζάντιο, στην περιοχή του Σογκούτ, βορειοδυτικά του Δορύλαιου (Εσκί Σεχίρ). Ιδρύθηκε από ένα γένος της ογουζικής φυλής Καγί, το οποίο αργότερα αποκλήθηκε “οθωμανικό” από το όνομα του ηγεμόνα του Γαζή Οσμάν (ή Οθμάν, 1281-1326). Οι πρόγονοι των Οθωμανών ήταν ένα από τα νέα τουρκομανικά γένη, που είχαν εισβάλλει στην Αρμενία και έπειτα στη Μικρά Ασία, κατά τον 13ο αιώνα, ξεφεύγοντας από τη μογγολική εισβολή. Η τουρκική παράδοση περιλαμβάνει μια γενεαλογία του Οσμάν, η οποία δεν είναι έγκυρη, αλλά γράφηκε εκ των υστέρων, για να δώσει ένα ένδοξο παρελθόν στον ιδρυτή της αυτοκρατορίας. Η οθωμανική ιστορία αρχίζει με τον Οσμάν. Το 1289 κατέλαβε το Δορύλαιο και το έκανε πρωτεύουσά του. Ο Οσμάν Α΄ συγκέντρωσε Τούρκους πολεμιστές απ΄ όλη τη Μικρά Ασία καθώς και Βυζαντινούς, εχθρούς των Παλαιολόγων, οι οποίοι εξισλαμίστηκαν σταδιακά. Αυτό το «σύνολο», ονομάστηκε «Οθωμανοί». Το οθωμανικό κρατίδιο, ενισχυόταν συνεχώς από μουσουλμάνους πολεμιστές οι οποίοι ερχόταν στα εδάφη του από διάφορα μέρη. Υπήρχε γι’ αυτούς η προοπτική του διαρκούς «ιερού πολέμου» και η απόσπαση λαφύρων και γαιών από το γειτονικό Βυζάντιο.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια τουρκική δεσποτεία, που διατηρήθηκε από το 1299 έως το 1922, (623 έτη). Υπό τον ιδρυτή της, Οσμάν Α΄ [Osman I, 1299-1324], το νομαδικό οθωμανικό εμιράτο επεκτάθηκε κατά μήκος του ποταμού Σαγγάριου [Sakarya] και δυτικά προς την θάλασσα του Μαρμαρά. Το 1301 ο Οσμάν κατέλαβε τη Μελάγχεια (Γενισεχίρ) και την έκανε στρατιωτικό ορμητήριο. Το 1302 έπεσε η Πέργαμος, το 1304 καταλήφθηκαν η Έφεσος, τα Θύραια και το Πυργί(ον). Μια μικρή ανάσα έλαβε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, από τις επιτυχίες των Καταλανών μισθοφόρων εναντίον των Οθωμανών. Η δολοφονία όμως του αρχηγού των Καταλανών Ροζέ ντε Φλορ, στοίχισε πολύ ακριβά στο Βυζάντιο.

Στη συνέχεια ο γιος του Οσμάν, Ορχάν Α΄, (1324-1360), επιτέθηκε και κατέκτησε το 1326, το σημαντικό αστικό κέντρο της Προύσας, ανακηρύσσοντας την ως οθωμανική πρωτεύουσα. Το 1331 καταλήφθηκε η Νίκαια και το 1337 η Νικομήδεια. Η κατάρρευση του Ιλ-Χανάτου το 1335 τους έσωσε από τη μογγολική απειλή. Το 1354, οι Οθωμανοί διέσχισαν την Ευρώπη, παγίωσαν την θέση τους στην χερσόνησο της Καλλίπολης, ενώ ταυτόχρονα κατευθύνθηκαν και ανατολικά, καταλαμβάνοντας την Άγκυρα. Σταδιακά η Δυτική Μικρά Ασία απόκτησε πληθυσμό τουρκόφωνων νομάδων, με ισλαμική πίστη. Πολλοί τουρκόφωνοι από την Ανατολία άρχισαν να εγκαθίστανται σε περιοχές, που είχαν εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους, οι οποίοι είχαν φύγει από την Θράκη, πριν από την οθωμανική εισβολή. Ωστόσο, οι Βυζαντινοί δεν ήταν οι μόνοι που υπέφεραν από την οθωμανική εισβολή, καθώς στα μέσα της δεκαετίας του 1330, ο Ορχάν προσάρτησε και το τουρκικό εμιράτο του Καράσι, (Αιολία στην αρχαιότητα).

Αυτή η πρόοδος διατηρήθηκε από τον Μουράτ Α΄, (1360-1389), ο οποίος υπερδιπλασίασε τα εδάφη υπό την εξουσία του, προσεγγίζοντας τα 100.000 τετραγωνικά μίλια (260.000 χλμ.), κατανεμημένα ομοιόμορφα στην Ευρώπη και τη Μικρά Ασία. Οι Οθωμανοί κατέκτησαν στην Θράκη την Αδριανούπολη (Εντιρνέ), η οποία έγινε νέα τους πρωτεύουσα το 1365, και άνοιξαν τον δρόμο σε Βουλγαρία και τη Μακεδονία το 1371 με τη μάχη του Έβρου. Ο Μουράτ Α΄ σκοτώθηκε στη νικηφόρα για τους Οθωμανούς μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389, απέναντι στους Σέρβους. Σουλτάνος των Οθωμανών ανέλαβε ο Βαγιαζήτ Α΄ (1389-1402), αφού προηγουμένως είχε στραγγαλίσει τον νεότερο αδερφό του Γιακούμπ (Yakub) για να μην διεκδικήσει τον θρόνο. Το 1390 υποχρέωσε τον Σέρβο βασιλιά να καταστεί υποτελής του και να του δώσει την κόρη του για σύζυγο και τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο να καταβάλλει ετήσιο φόρο και να καταστεί υποτελής του, ενώ το 1393 κατέκτησε την Βουλγαρία. Ο ιστορικός Δούκας αναφέρει την καταστροφή της Θεσσαλονίκης το 1391 από τον Βαγιαζήτ με αιτία την δραπέτευση του Μανουήλ Β´ από τη σουλτανική αυλή και την ανάδειξή του σε αυτοκράτορα. Από την εποχή εκείνη υπάρχει και η πρώτη σε ελληνικές πηγές αναφορά για παιδομάζωμα, τον αναγκαστικό εξισλαμισμό παιδιών. Αυτό έγινε το 1395 και αναφέρεται σε παρηγορητική ομιλία του τότε αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ισιδώρου προς τους γονείς των παιδιών. Θεωρείται ότι η Θεσσαλονίκη ήταν η πρώτη μεγάλη ελληνική πόλη που πλήρωσε αυτόν τον “φόρο του αίματος“. Με τις κατακτήσεις περιοχών της Θράκης, της Μακεδονίας και της Βουλγαρίας, ένας αριθμός τουρκόφωνων νομάδων εγκαταστάθηκε σ΄ αυτές. Αυτή η μορφή οθωμανικού αποικισμού ήταν μια πολύ αποτελεσματική μέθοδος για την εδραίωση της θέσης και της εξουσίας τους στα Βαλκάνια. Οι άποικοι αποτελούνταν από στρατιώτες, νομάδες, αγρότες, τεχνίτες, δερβίσηδες, ιεροκήρυκες και άλλους θρησκευτικούς λειτουργούς και διοικητικό προσωπικό. Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1396 ο Βαγιαζήτ νίκησε στη μάχη της Νικόπολης τα στρατεύματα της Γαλλο-Ουγγρικής συμμαχίας και το επόμενο έτος πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη, αλλά απέτυχε εξαιτίας της ορμητικής Μογγολικής εισβολής στη Μικρά Ασία: το ύστατο ξέσπασμα των Μογγόλων παρατηρήθηκε περὶ το 1400 υπό τον Ταμερλάνο/Τιμούρ, τον τελευταίο Μογγόλο κατακτητή. Στα επιτεύγματά του περιλαμβάνεται μια σαρωτική προέλαση έως την Ανατολία, όπου στη μάχη της Άγκυρας (20/28η Ιουλίου του 1402) κατανίκησε και αιχμαλώτισε τον Οθωμανό σουλτάνο[4]. Τα εμιράτα ισχυροποιήθηκαν, οι Οθωμανοί διαιρέθηκαν και άρχισαν εμφύλιες συγκρούσεις και το σουλτανάτο τους κατατμήθηκε.  Το Βυζάντιο και πάλι εξαιτίας των Μογγόλων, λάμβανε παράταση ζωής για δεύτερη φορά. 

Στην Τουρκία παραμένουν λείψανα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Μογγολίας, συμπεριλαμβανομένων τάφων ενός κυβερνήτη της Μογγολίας και ενός γιου του Χιουλεγκιού. Ο Βαγιαζήτ οκτώ μήνες μετά την αιχμαλωσία του, στις 8 Μαρτίου του 1403, αυτοκτόνησε σε ηλικία 49 ετών, μη μπορώντας να αντέξει τον εξευτελισμό τον οποίο είχε υποστεί. Ο θάνατός του θεωρήθηκε ως παράδειγμα προς αποφυγή από τους επόμενους ηγεμόνες, μιας και θεωρείται ότι ο Θεός τον τιμώρησε για όλες τις πράξεις του που έρχονταν σε αντίθεση με τον ιερό νόμο. Τότε κάποιοι πίστεψαν ότι η οθωμανική αυτοκρατορία «έσβησε», οριστικά και αμετάκλητα. Μετά τη μάχη της Άγκυρας οι γιοί του σουλτάνου, (με εξαίρεση τον Μουσταφά, που συνελήφθη μαζί με τον πατέρα του και μεταφέρθηκαν στη Σαμαρκάνδη), διασώθηκαν από το πεδίο της μάχης, ενώ ο Μωάμεθ διασώθηκε από τον Μπαγιέζιντ Πασά και μετακινήθηκαν στην πατρίδα του δεύτερου, την Αμάσεια. Ο Μωάμεθ αργότερα έκανε τον Μπαγιέζιντ Πασά, μεγάλο βεζίρη (1413–1421).

Συμπερασματικά, η έλευση των Μογγόλων στο προσκήνιο της Ιστορίας, ανέτρεψε τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολή που εξετάζουμε: ανέκοψε αρχικά την επέκταση του Ισλάμ, διέλυσε το Κράτος των Μεγάλων Σελτζούκων, εμπόδισε και περιόρισε την δύναμη των Σελτζούκων του Ρουμ/Ικονίου, συνέδραμε ακούσια στην επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς της Νίκαιας και προστάτευσε την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Το Βυζάντιο αλλά και η Δύση δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν τα κοινά τους  συμφέροντα με το μογγολικό χανάτο του Ιράν, για να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά, τους Τουρκομάνους στη Μικρά Ασία – Ανατολία και τους Μαμελούκους στην Αίγυπτο και στην Εγγύς Ανατολή/Λεβάντε.    

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Δρ. Τμήματος Ναυτιλίας & Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, Σχολής Επιστημών της Διοίκησης, Πανεπιστημίου Αιγαίου (Χίος), MA, MSc., Αρχιπλοίαρχος Οικονομικού Σώματος ΠΝ ε.α.

[2] ΜΑ, Msc., Υποναύαρχος Οικονομικού Σώματος ΠΝ ε.α.

[3]  https://hal.archives-ouvertes.fr/hal-00381967/document

[4] Ο  Μογγόλος κατακτητής, Ταμερλάνος κατέλαβε δυο φορές την Βαγδάτη (το 1393 και το 1401 οπότε και τη λεηλάτησε – επανάληψη του 1258), το Χαλέπι (1400) και την Δαμασκό. Προηγουμένως εισέβαλε στην Ινδία (1398-1399), ενώ νίκησε επανειλημμένα το μογγολικό Χανάτο της Χρυσής Ορδής στη νότια Ρωσία (1385-1386, 1391,1395). Η σύγκρουσή του με τους Οθωμανούς του Βαγιαζήτ, προήλθε από την εμπλοκή του τελευταίου στον χώρο επιρροής του Ταμερλάνου και από τις αιτιάσεις των εξόριστων Τουρκομάνων εμίρηδων που είχαν καταφύγει στην αυλή του Μογγόλου ηγεμόνα μετά την προσάρτηση των εμιράτων τους στο οθωμανικό κράτος. Ο Ταμερλάνος κατέλαβε τη Σεβάστεια, (26 Αυγούστου 1400, υπό οθωμανικό έλεγχο): ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, γράφει ότι οι άμαχοι ποδοπατήθηκαν από το ιππικό του, ενώ ο Δούκας αναφέρει ότι οι ηγέτες της πόλης είχαν φρικτό τέλος: καθένας τους δέθηκε κουβάρι και στη συνέχεια ρίχτηκαν ανά δέκα σε λάκκους, που καλύφθηκαν με σανίδες και χώμα. Μετά την πτώση της Σεβάστειας, ο Ταμερλάνος στράφηκε προς τη Συρία. Κατόπιν προχώρησε προς την Άγκυρα και ξεκίνησε την πολιορκία της (1402). Ο Οθωμανός σουλτάνος Βαγιαζήτ Α΄ αποφάσισε να δώσει τη μάχη στις 28 Ιουλίου 1402 μπροστά στην πόλη. Η μάχη κράτησε σχεδόν όλη μέρα: όμως τα τουρκομανικά στρατεύματα του Βαγιαζήτ αυτομόλησαν στο αντίπαλο στρατόπεδο και η πλάστιγγα έγειρε προς τον Ταμερλάνο. Ο Βαγιαζήτ, αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο του Ταμερλάνου, όπου κρατήθηκε υπό αξιοπρεπείς συνθήκες. Μεταγενέστερες φήμες, υποστηρίζουν ότι κλείστηκε σ’ ένα κλουβί και ακολουθούσε τον Ταμερλάνο στις μετακινήσεις του.

Η συντριβή του Βαγιαζήτ στην Άγκυρα, βύθισε το οθωμανικό κράτος στο χάος. Οι τέσσερις γιοι του, αφού κατόρθωσαν να ξεφύγουν από το πεδίο της μάχης, σκόρπισαν έντρομοι σε απομακρυσμένα σημεία του οθωμανικού κράτους και δήλωσαν υποταγή στον Ταμερλάνο. Οι Μογγόλοι πέντε μέρες μετά την Άγκυρα, κατέλαβαν την Προύσα, πρωτεύουσα του Βαγιαζήτ και πήραν όλους τους θησαυρούς του. Στη συνέχεια λεηλατήθηκαν η Νίκαια, η Νικομήδεια, η Λάμψακος, το Αδραμύττιο, η Άσσος, η Πέργαμος, οι Σάρδεις, η Μαγνησία, η Έφεσος, η Φιλαδέλφεια, η Πέργη, η Αττάλεια, το Ικόνιο και η Καισάρεια. Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή φυλής υπέστησαν τα πάνδεινα. Αποκορύφωμα της εκστρατείας ήταν η καταστροφή του παραθαλάσσιου φρουρίου της Σμύρνης που βρισκόταν υπό την κατοχή των Ιωαννιτών ιπποτών της Ρόδου από το 1344. Στη Σμύρνη, υπήρχε και δεύτερο φρούριο-ακρόπολη στην κορυφή του όρους Πάγος που κατείχαν οι Τούρκοι.

Ο Ταμερλάνος σε μία επίδειξη δύναμης προς την Δύση, κατέλαβε μέσα σε δύο εβδομάδες το φρούριο των Ιωαννιτών, (η πολιορκία άρχισε στις 2 Δεκεμβρίου 1402). Οι ιππότες πρόλαβαν να φύγουν με τις γαλέρες τους. Ωστόσο 1.000-4.000 Έλληνες πρόσφυγες από τις γειτονικές περιοχές της Εφέσου και του Νυμφαίου εμποδίστηκαν από τους Ιωαννίτες να επιβιβαστούν σ’ αυτές. Οι άνδρες του Ταμερλάνου τους έφεραν μπροστά του. Εκείνος διέταξε να τους αποκεφαλίσουν με ξίφη και κατασκεύασε έναν πύργο, τοποθετώντας ανά μια πέτρα και ένα κεφάλι ώστε τα πρόσωπα να είναι στη σειρά. «Παράξενη, τερατώδης και απάνθρωπη επινόηση», γράφει για τη βάρβαρη ενέργεια του Μογγόλου ο Δούκας που την εξιστορεί. Οι Μογγόλοι σύντομα αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ανατολή, καθώς ο Ταμερλάνος ετοιμαζόταν να επιτεθεί στην Κίνα. Τελικά όμως ο θάνατός του δεν του το επέτρεψε. Η νίκη των Μογγόλων στη μάχη της Άγκυρας είχε ιδιαίτερη σημασία και για τους Βυζαντινούς, καθώς καθυστέρησε την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Οι Βυζαντινοί όμως δεν εκμεταλλεύτηκαν αυτήν την ευκαιρία.

σχετικά άρθρα