Ένα ζήτημα που εγκυμονεί κινδύνους για τα μικρά κράτη, αναβιώνει συζητήσεις για τη λειτουργία της Ένωσης και τη δημοκρατική νομιμοποίηση των θεσμών, ενώ εγείρει και παλιές ανησυχίες γύρω από το διαχρονικό Γερμανικό Ζήτημα και την προσπάθεια της Γερμανίας να ελέγξει πολιτικά την Ευρώπη.

Σημαντική εξέλιξη επί του θέματος αποτελεί η έγκριση, με μικρή διαφορά ψήφων, από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου των προτάσεων για την τροποποίηση των Συνθηκών της ΕΕ, μεταξύ των οποίων και της πρότασης για την εγκατάλειψη της αρχής της ομοφωνίας, γεγονός που ουσιαστικά συνιστά το πέρασμα από τις άτυπες συζητήσεις στην ενεργοποίηση των πολιτικών διεργασιών.

Το ψήφισμα, που έρχεται στον απόηχο της Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης, στο πλαίσιο της οποίας είχε τεθεί το ζητήμα των αλλαγών στα θεμελιώδη κείμενα της ΕΕ, φανερώνει τις προθέσεις των ισχυρών κρατών της ΕΕ να εντείνουν τις πιέσεις πάνω στα μικρά κράτη, ούτως ώστε να αποδεχθούν την αλλαγή στην ομοφωνία.

Σύμφωνα με δηλώσεις των εισηγητών, η πρόταση ακολούθως θα τεθεί στην ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων, με σκοπό να αποσταλεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που θα λάβει τις αποφάσεις, οι οποίες, ωστόσο, δεν αναμένονται πριν από τις Ευρωεκλογές 2024.

Θα πρέπει, εντούτοις, να τονιστεί ότι η κατάργηση της ομοφωνίας συνιστά μια δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία, για την οποία προνοείται η συγκατάθεση όλων των κρατών-μελών, πράγμα που είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί.

Τι ισχύει σήμερα

Σε ποια ζητήματα, όμως, σήμερα διεξάγονται ψηφοφορίες με απλή πλειοψηφία, ειδική πλειοψηφία και σε ποια χρειάζεται ομοφωνία στο Συμβούλιο της ΕΕ, που αποτελεί το κύριο όργανο που νομοθετεί;

Α) Το Συμβούλιο της ΕΕ αποφασίζει με απλή πλειοψηφία, όπου χρειάζεται η θετική ψήφος 14 κρατών-μελών, για διαδικαστικά ζητήματα, όπως η θέσπιση του εσωτερικού του κανονισμού, η οργάνωση της Γενικής Γραμματείας κ.τ.λ.

Β) Όταν το Συμβούλιο ψηφίζει για πρόταση που προέρχεται από την Επιτροπή ή τον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, η πρόταση εγκρίνεται με τον «κανόνα της διπλής πλειοψηφίας».

Χρειάζεται, δηλαδή, ειδική πλειοψηφία, στην οποία πρέπει να πληρούνται ταυτόχρονα δύο προϋποθέσεις:
⦁ Η πρόταση πρέπει να υπερψηφιστεί από το 55% των κρατών μελών – στην πράξη αυτό σημαίνει 15 από τα 27 κράτη-μέλη.
⦁ Η πρόταση πρέπει να υποστηριχθεί από κράτη-μέλη που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 65% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ.

Γ) Το Συμβούλιο αποφασίζει με ομοφωνία για μια σειρά ζητημάτων που θεωρούνται ευαίσθητα από τα κράτη-μέληόπως:
⦁ Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (εξαιρουμένων ορισμένων σαφώς καθορισμένων περιπτώσεων όπου απαιτείται ειδική πλειοψηφία, π.χ. ο διορισμός ειδικού εντεταλμένου).
⦁ Ζητήματα που αφορούν την ιθαγένεια (η χορήγηση νέων δικαιωμάτων στους πολίτες της ΕΕ).
⦁ Η ιδιότητα του μέλους της ΕΕ.
⦁ Εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας ως προς την έμμεση φορολογία.
⦁ Οικονομικά της ΕΕ (ίδιοι πόροι, πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο).
⦁ Ορισμένες διατάξεις στον τομέα της Δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων (ευρωπαϊκή εισαγγελική Αρχή, οικογενειακό δίκαιο, επιχειρησιακή αστυνομική συνεργασία, κ.λπ.).
⦁ Εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης και της κοινωνικής προστασίας.

Επιπλέον, το Συμβούλιο πρέπει να αποφασίσει με ομοφωνία, προκειμένου να αποκλίνει από την πρόταση της Επιτροπής, όταν η Επιτροπή δεν μπορεί να συμφωνήσει με τις τροποποιήσεις που επέρχονται στην πρότασή της. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται για πράξεις που πρέπει να εκδοθούν από το Συμβούλιο με σύσταση της Επιτροπής. Στην περίπτωση ψηφοφορίας με ομοφωνία, η αποχή δεν εμποδίζει τη λήψη απόφασης.

Τα επιχειρήματα των ισχυρών

Η Γερμανία πιέζει εδώ και χρόνια για κατάργηση του βέτο, με τη νέα συζήτηση να ξεκινά αυτή τη φορά από την Υπουργό Εξωτερικών της χώρας, Αναλένα Μπέρμποκ, η οποία υποστήριξε ότι με αυτό τον τρόπο θα λαμβάνονται αποφάσεις πιο εύκολα και ως εκ τούτου θα καταστεί η ΕΕ πιο ισχυρή, με ικανότητα δράσης. Σχετίζεται δε με τη συζήτηση, που αναμένεται να ξεκινήσει μετά τις Ευρωεκλογές 2024, γύρω από τη λειτουργία της ΕΕ σε θεσμικό και πολιτικό επίπεδο, στο πλαίσιο της οποίας εγείρονται διάφορα ζητήματα, γύρω από την κατεύθυνση της Ένωσης, όπως η νέα διεύρυνση.

Η Γερμανία (όπως και η Γαλλία) προβάλλουν το πολιτικό επιχείρημα ότι η κατάργηση του βέτο θα συμβάλει στην καλύτερη λειτουργία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, με την ΕΕ να προχωρά πλέον στην πολιτική από την οικονομική και νομισματική ενοποίηση. Στο πλαίσιο αυτό, τίθενται μια σειρά από ζητήματα που άπτονται, μεταξύ άλλων, της αυτονομίας της ΕΕ, για την οποία χρειάζεται να επιτευχθεί αλλαγή Συνθηκών σε επίπεδο κρατών-μελών, της δυνατότητας χάραξης ενός ενιαίου πλαισίου κοινής Εξωτερικής Πολιτικής, των θεσμικών σχέσεων που διατηρεί η Ένωση με το ΝΑΤΟ στον τομέα της Ασφάλειας, αλλά και του βαθμού ετοιμότητας και επιθυμίας των κράτων-μελών να συνεισφέρουν εξίσου στην αυτόνομη κοινή άμυνα.

Οι ανησυχίες και οι κινδυνοι για τα μικρά κράτη

Την ίδια ώρα, αρκετά κράτη-μέλη βλέπουν με ανησυχία την εν λόγω ενέργεια και έχουν ήδη εκφράσει ανοικτά την αντίθεσή τους, (non paper 13 χωρών), καθώς θεωρούν ότι οι ισχυρές χώρες της Ένωσης θα καθορίζουν τις πολιτικές βάσει των συμφερόντων τους, εφόσον θα καταργηθεί το καθεστώς πολιτικής και νομικής ισότητας μεταξύ των κρατών-μελών, όπως εκφράζεται μέσω του δικαιώματος αρνησικυρίας, του βασικού διαπραγματευτικού όπλου των αδύνατων κρατών. Σύμφωνα δε με τους «κανόνες» του πολιτικού ρεαλισμού, αναμένεται να δοθεί έμφαση στις σχέσεις ισχύος μεταξύ των κρατών-μελών, επί τη βάση οικονομικών και στρατιωτικών κριτηρίων, γεγονός που εγκυμονεί τον κίνδυνο για δημιουργία «συνασπισμού» κρατών γύρω από ισχυρούς άξονες, όπως η Γερμανία.

Η συζήτηση για την κατάργηση του βέτο επαναφέρει επί τάπητος και το ιστορικό ερώτημα, που άφορά την ευρωπαϊκή ενοποίηση και το αν έχει συμβάλει σε μια ευρωπαϊκή Γερμανία ή αν οδηγεί σε μια γερμανική («γερμανοκρατούμενη») Ευρώπη, εφόσον ενδεχόμενη κατάργηση του δικαιώματος αρνησικυρίας στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, θα ενδυναμώσει περαιτέρω τον ρόλο του Βερολίνου στους εν λογω τομείς, πέραν από τον τομέα της οικονομίας και της νομισματικής πολιτικής.

Οι ανησυχίες εντείνονται λόγω και του κακού παρελθόντος της χώρας, η οποία τον προηγούμενο αιώνα, προσπαθώντας να κυριαρχήσει στην Ευρώπη, συνέβαλε στο ξέσπασμα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων.

Οι επιπτώσεις για την Κύπρο

Σημειώνεται καταληκτικά ότι η Κύπρος δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορη γύρω από το ζήτημα, καθώς θα απολέσει ένα σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί εντός της ΕΕ, το οποίο αφορά γενικότερα τα θέματα που σχετίζονται με την Τουρκία και ειδικότερα την ενταξιακή της πορεία, την ώρα, μάλιστα, όπου η παρούσα κυβέρνηση έχει προσπαθήσει να συνδέσει άμεσα τις σχέσεις Τουρκίας – ΕΕ με τη λύση του Κυπριακού.

Φιλελεύθερος