Άσβηστη θα μείνει στη μνήμη του Πέτρου Γιασουμή, κτηνοτρόφου από το κατεχόμενο χωριό Γαϊδουράς της Μεσαορίας, εκείνη η φοβερή 17η Αυγούστου 1974, οπότε δραπέτευσε μέσα από τα χέρια Τούρκων στρατιωτών, ενώ βρισκόταν κυριολεκτικά στο εκτελεστικό απόσπασμα και δίπλα του κομματιάζονταν άλλοι συλληφθέντες Ελληνοκύπριοι, από τις σφαίρες των δολοφόνων.

Έτσι ξεκινούσε το ρεπορτάζ που έγραψα πριν είκοσι σχεδόν χρόνια, γι’ αυτή τη μαζική δολοφονία σε βάρος Ελληνοκυπρίων αμάχων από τον τουρκικό στρατό και τον τραυματισμό του Πέτρου Γιασουμή που διαπράχθηκε στην τοποθεσία Κλειδί του Γαϊδουρά, σε ένα από τους σταθμούς της παλιάς σιδηροδρομικής γραμμής Αμμοχώστου-Λευκωσίας, έξω από το χωριό του. Ο Πέτρος Γιασουμή που ήταν 44 χρόνων το 1974, ήταν ανάμεσα σε 15 άοπλους άντρες από διάφορα χωριά της περιοχής, που Τούρκοι στρατιώτες συνέλαβαν και επέλεξαν για εκτέλεση, στη διάρκεια της κατάληψης της Μεσαορίας και της προώθησής τους προς την Αμμόχωστο. Από αυτούς, δολοφονήθηκαν οι 10, ενώ οι 5 κατόρθωσαν να διαφύγουν προς τις ελεύθερες περιοχές κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες.

Η δεύτερη αφήγηση μιας σκληρής εμπειρίας

Συνάντησα τον Πέτρο Γιασουμή 93 χρόνων, την περασμένη Κυριακή 16 Ιουλίου 2023, στην παρουσία συγγενών του και κουβεντιάσαμε ξανά εκείνη τη σκληρή εμπειρία του, του μαύρου καλοκαιριού του 1974. Ξεχωρίζω από τη συνομιλία μας το μεγάλο παράπονο της οικογένειας για το ότι η Πολιτεία αγνόησε εντελώς τον Πέτρο Γιασουμή όλες αυτές τις δεκαετίες – όπως και αμέτρητους άλλους παθόντες και θύματα του πολέμου – και δεν του απέδωσε καμιά ηθική δικαίωση για τις κακουχίες και την προσφορά του στην πατρίδα.

Σημειώνω ότι στη διάρκεια της εισβολής υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία οι δύο δίδυμοι, από τους τρεις γιους του, που είχε αποκτήσει από τον πρώτο του γάμο και μάλιστα ο ένας από αυτούς πιάστηκε αιχμάλωτος από τον τουρκικό στρατό και κρατήθηκε για μήνες στις διαβόητες φυλακές των Αδάνων πριν μεταφερθεί πίσω στην Κύπρο και αφεθεί ελεύθερος.

Ο Πέτρος Γιασουμή ζει τον τελευταίο χρόνο στην Ξυλοτύμπου με τον μικρότερο από τους πέντε γιους του Ανδρέα και τη νύφη του Κωνσταντίνα, που είναι γονείς πέντε παιδιών 23, 21, 19, 18 και 15 χρόνων. Από το 1976 μέχρι το 2022 έζησε στο μικρό πρώην τουρκοκυπριακό χωριό Μενόγεια, πολύ κοντά στην Κοφίνου, όπου διατηρούσε μικρή κτηνοτροφική μονάδα. Η δεύτερη σύζυγος του Λούλα, που κατάγεται από το χωριό Πηγή, επίσης της περιοχής Μεσαορίας, πέθανε πριν λίγα χρόνια. Μου είπε για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της σφαγής στο Κλειδί του Γαϊδουρά: «Στις 14 Αυγούστου, όταν ξέσπασε η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, «πολόγιασα» τη γυναίκα μου και τα μωρά μας, που τότε ήταν ο ένας τριών χρονών και ο άλλος μερικών μηνών, που φιλοξενήθηκαν στο σπίτι συγγενών μας στην Αχερίτου και ακολούθησα κι εγώ, αφού μετέφερα το κοπάδι μου στην Αχερίτου. Μετά από μια-δυο μέρες επέστρεψα στο Γαϊδουρά να πάρω λίγα ρούχα, μαζί με άλλους δύο συγχωριανούς μου και ενώ ήμουν στο σπίτι, άκουσα «βασμό» (φασαρία), κοίταξα έξω και είδα τουρκικά στρατιωτικά αυτοκίνητα να έρχονται προς το χωριό, από το δρόμο Αμμοχώστου-Λευκωσίας. Ο Γαϊδουράς ήταν έρημος, όλοι οι κάτοικοι είχαν φύγει. Είδα ένα τρακτέρ να έρχεται προς το νότο, που το οδηγούσε ο 30χρονος Ππουλλής, με επιβάτη τον βρακά τον Παντελή Σιημητρά. Μέχρι να ανέβω στο τρακτέρ, μας πρόλαβαν οι Τούρκοι. Πέντε στρατιώτες σε δύο λαντρόβερ, κατέβηκαν οπλισμένοι, μας πήραν ό,τι είχαμε πάνω μας. Εμένα μου πήραν τα τσιγάρα και τα κλειδιά του σπιτιού».

Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Πραστειό

«Μας έβαλαν γραμμή να περπατήσουμε περίπου ένα μίλι έξω από το χωριό, στο νέο δρόμο Βαρωσιού-Λευκωσίας», συνέχισε ο Πέτρος Γιασουμή. «Ήμουν εγώ, ο Ππουλλής και ο γέρος ο βρακάς, μακαρίτης τώρα. Πίσω μας, ήταν τέσσερις Τούρκοι που μας κτυπούσαν συνεχώς με τα κοντάκια των όπλων τους. Όταν φτάσαμε στο νέο δρόμο, μας είπαν να σταθούμε γραμμή στην άσφαλτο. Ήρθε ξαφνικά κοντά μας μια λιμουζίνα, πετάχτηκαν τρεις νομάτοι με πολιτικά ρούχα, κατέβασαν κάτι μηχανήματα και τα έστησαν. Εμείς δεν ξέραμε τι ήταν, έκαναν ό,τι έκαναν… Ύστερα που πήγαμε και βρήκαμε και άλλους, μας είπαν ότι μας φωτογράφισαν. Ἐκαναν τη δουλειά τους και έφυγαν προς το Βαρώσι. Αργότερα δημοσιεύτηκε εκείνη η φωτογραφία μας με το γέρο το βρακά, όλους με τα χέρια ψηλά, που έγινε πολύ γνωστή. (σ. σ. σύμφωνα με τον ερευνητή Οδυσσέα Χρίστου, πέρα από τη φωτογράφιση, υπήρξε και κινηματογράφηση του περιστατικού από τον εικονολήπτη Guenter Lahmann του διεθνούς πρακτορείου ειδήσεων Visnews).

Ήρθε κοντά μας ένα φορτηγό με ανοικτή κάσα, φορτωμένο με 15 άτομα από διάφορα χωριά της περιοχής – τους Στύλλους, τη Μηλιά, την Πηγή, το Πραστειό. Ήταν όλοι άντρες που τους ήξερα. Μας φόρτωσαν κι εμάς στο φορτηγό και γίναμε 18. Πάνω στο φορτηγό, είχε τέσσερις Τούρκους στρατιώτες και μας πρόσεχαν. Μας πήραν στο Πραστειό, ενάμισι μίλι απόσταση, όπου ήταν το αρχηγείο τους. Εκεί είχαν μαζέψει καμιά διακοσαριά Ελληνοκύπριους, άντρες και γυναίκες. Ένας αξιωματικός ξεδιάλεγε ηλικιωμένους και γυναίκες, τους έγραφε μέσα στη χούφτα κάτι στα τούρκικα και τους έδιωχνε προς την Αχερίτου. Από τους 200, μείναμε 15 νομάτοι, τους άλλους τους έδιωξε προς τις ελεύθερες περιοχές. Τους ήξερα όλους. Ήταν ο Αντωνάκης και ο Στάθης από τους Στύλλους, ο Φίλιππος και ο αδελφός του από το Αρναδί, γιούδες του Ψαθά, ο Σιόλας και ο Καλλάτσος από το Πραστειό, ο Παράσχος, που ήταν τότε 50-60 χρόνων και ο αδελφότεκνός του ο 15χρονος Χάσος από την Πηγή. Μας έβαλαν και τους 15 στο ίδιο φορτηγό».

Ο δολοφόνος με το μπρεν

«Από το Πραστειό – συνέχισε ο Πέτρος Γιασουμή – μάς πήραν σε ένα σταθμό τρένου, στην παλιά σιδηροδρομική γραμμή που οδηγούσε στη Λευκωσία. Μας κατέβασαν και τους 15. Μας έβαλαν γραμμή στον τοίχο του σπιτιού. Κατέβηκαν, στάθηκαν πιο πίσω και όπλισαν. Ένας από την Αλόα, δάσκαλος, που τον φωνάζαμε «Ππιππαλούι» και ήξερε και ελληνικά, ήρθε κοντά μας, διάλεξε τέσσερις και τους έβαλε μέσα στο σπίτι. Μας διέταξαν να γυρίσουμε, έτσι που να τους βλέπουμε. Ο αξιωματικός διέταξε τους Γιουρούκκηδες και αυτοί άρχισαν να τους πυροβολούν έναν έναν. Ήταν ο Αντωνάκης από τους Στύλλους, τα δύο αδέλφια από το Αρναδί και ο Ππουλλής από την Περιστερώνα. Τον Ππουλλή τον έπαιξαν στα πόδια, γονάτισε και τους είπε «Παναγία μου τα παιδιά μου, τι σας έκανα;». Τον ξαναπυροβόλησαν κι έπεσε. Έφυγαν οι εκτελεστές και το Ππιππαλούι ήρθε κοντά μας, έστησε το μπρεν στο παράθυρο του δωματίου και άρχισε να πυροβολεί τα τέσσερα πτώματα. Γυρίζαμε αλλού το κεφάλι και οι Τούρκοι μάς έσπρωχναν και μας ανάγκαζαν να βλέπουμε για να μας σπάσουν τα νεύρα μας. Τα τέσσερα πτώματα έγιναν κομμάτια από τις σφαίρες και τα κομμάτια τους πετάγονταν παντού στο δωμάτιο. Το Ππιππαλούι είπε «ωχ, έπνασα» και μετά πήγε και ακούμπησε στο αυτοκίνητο. Ήθελε να εκδικηθεί, γιατί τον καιρό της ΕΟΚΑ, κάποιοι Ελληνοκύπριοι μπήκαν στο σπίτι του και σκότωσαν τον πατέρα του. Μείναμε 11, μας φόρτωσαν στο φορτηγό και μας πήραν στα χωράφια λίγο παρακάτω».

Η δραπέτευση και ο τραυματισμός

«Κατέβηκαν οι Τούρκοι από το λαντρόβερ και όπλισαν», συνέχισε ο Πέτρος Γιασουμή. «Ο ένας φώναξε ελληνικά να κατεβούν οι τρεις τάδε και τάδε, με τα ονόματά τους – ο Παράσχος, ο 15χρονος Χάσος και ο Στάθης το Στυλλιώτικο. Είπα στο κοπέλλι το Χάσο, «μη σταθείς, χαμνίθου του βούρου και ό,τι γίνει, είναι της τύχης». Κατέβηκαν, στάθηκαν γραμμή. Οι Τούρκοι έπαιξαν πρώτα τον Παράσχο με αυτόματο. Το κοπελλούι ο Χάσος, φοβήθηκε φίρτηκε, έπεσε και τον τσίλλισε ο Παράσχος. Δεν τον πυροβόλησαν, γιατί νόμισαν ότι πέθανε. Έπαιξαν το Στάθη, που έπεσε. Τότε φώναξαν με τα ονόματά τους, άλλους τρεις να κατεβούν από το φορτηγό. Φώναξαν εμένα, το Σιόλα και τον Καλλάτσο από το Πραστειό. Κατέβηκα από το φορτηγό και άρχισα να τρέχω, μαζί με τους άλλους δύο. Μετά από 600 περίπου μέτρα, άρχισαν να μας πυροβολούν. Τραυματίσθηκα στο αριστερό χέρι και το κατάλαβα όταν είδα το αίμα, ενώ έτρεχα. Οι δύο άλλοι δεν κτυπήθηκαν, πήγαν και κρύφτηκαν στο κριθάρι. Εγώ έπεσα κάτω και έμεινα εκεί, ήταν ισιοτόπι, έβαλα τα χέρια στο κεφάλι κι έμεινα ακίνητος, χαμαί πλωτός. Ήρθε δίπλα μου το λαντρόβερ, με πυροβόλησαν τρεις φορές, αλλά δεν με έπληξαν οι σφαίρες. Όταν ξεμάκρυναν προς το Πραστειό, σηκώθηκα. Συνέχισα να περπατώ και έφτασα στην Αχερίτου, νύχτα. Από τους 15, γλυτώσαμε 5».

Συνδέοντας τις ψηφίδες ιστορίας

Στο θέμα της σφαγής στο Κλειδί του Γαϊδουρά, με…επανάφερε πριν λίγες μέρες με τηλεφώνημα του ο ιστορικός ερευνητής Οδυσσέας Χρίστου, ζητώντας κάποιες επιπρόσθετες πληροφορίες, πέρα από εκείνες που δημοσίευσα τότε στο ρεπορτάζ, για την εγκληματική δράση του Τουρκοκύπριου δασκάλου με το παρατσούκλι «Ππιππαλούϊ», τον Αύγουστο 1974. Η «σφαγή στις γραμμές του τρένου», όπως αποκαλεί τις εκτελέσεις στον Γαϊδουρά ο Οδυσσέας Χρίστου, ήταν το πρώτο έγκλημα πολέμου με θύματα Ελληνοκύπριους, που συνδέεται άμεσα με τη «σφαγή στην Αλόα» με θύματα Τουρκοκύπριους. «Στις 14 Αυγούστου 1974 – μας είπε ο κ. Χρίστου – άτακτοι της ΕΟΚΑ Β’ εκτέλεσαν όλους τους κάτοικους του μικρού τουρκοκυπριακού χωριού Αλόα και τους έθαψαν σε ομαδικό τάφο βόρεια του χωριού. Προηγήθηκε ανάλογο έγκλημα πολέμου στα γειτονικά χωριά Σανταλάρι και Μάραθα, όπου τα θύματα θάφτηκαν σε ένα παλιό λατομείο/σκουπιδότοπο».

Ο κ. Χρίστου, μας γνωστοποίησε επιστολή-καταγγελία του τότε μόνιμου αντιπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας στον ΟΗΕ Ζήνωνα Ρωσσίδη προς το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών ημερομηνίας 22 Αυγούστου 1974, για τις θηριωδίες που διέπραξε ο τουρκικός στρατός στα κατεχόμενα εδάφη, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ονομαστικά ο Πέτρος Γιασουμή, ο τραυματισμός του και η μαζική εκτέλεση Ελληνοκυπρίων στο χωριό Γαϊδουράς.

Ο Οδυσσέας Χρίστου με πτυχίο στις Γεωεπιστήμες και εξειδίκευση στα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών και στην Τηλεπισκόπηση, δηλαδή την ανάλυση αεροφωτογραφιών και δορυφορικών εικόνων, επιχειρεί να καταγράψει και να τεκμηριώσει τα γεγονότα του 1974 με βάση τον χώρο και τον χρόνο. Τα αποτελέσματα της έρευνας του «Γεωχρονική Τεκμηρίωση Γεγονότων 1974», παρουσιάζεται στη σελίδα του στο facebook με την ονομασία «1974 Μαρτυρίες & Τεκμήρια», που παράλληλα αποτελεί ένα διαδραστικό εργαλείο συγκέντρωσης μαρτυριών. Όπως ανέφερε στον «Φ», «σε μια διαδικασία «connect the dot», δηλαδή συνδέοντας της ψηφίδες ιστορίας, οδηγήθηκε από τη Λάπηθο, στην Αλόα και εντέλει στην περιοχή Κλειδί του Γαϊδουρά. Στη μάχη της Λαπήθου της 6ης Αυγούστου 1974 – πρόσθεσε – σκοτώθηκαν ή αγνοούνται 86 Ελληνοκύπριοι εθνοφρουροί, που περικυκλώθηκαν, εγκλωβίστηκαν κι εκτελέστηκαν από τους κατακτητές. Διερευνώντας της συνθήκες εντοπισμού και εκταφής του ομαδικού τάφου στην Αλόα, διαπιστώθηκε ότι ελάχιστα ιστορικά στοιχεία είναι γνωστά και μάλιστα αυτά είναι συγκεχυμένα. Πιστεύω ότι υπάρχει μια σκόπιμη συγκάλυψη, μέσα από την ομαδοποίηση με το έγκλημα πολέμου στην Μάραθα και Σανταλάρι. Η «σφαγή στις γραμμές του τρένου», ήταν το πρώτο έγκλημα πολέμου που συνδέεται άμεσα με τη «σφαγή στην Αλόα».

Ο  Οδυσσέας Χρίστου, μας ανέφερε ότι το μεγαλύτερο μέρος της ερευνάς του, έχει ολοκληρωθεί και ότι σύντομα θα δημοσιεύσει τα τεκμήρια και τα συμπεράσματα του. Επίσης μας επεσήμανε ότι πιστεύει ότι «οφείλουμε σαν ανθρωπότητα, πέραν και πάνω από σκοπιμότητες, να δημιουργήσουμε τέτοιες συνθήκες που να αποτρέπουν στο μέλλον ανάλογα εγκλήματα πολέμου».

Φιλελεύθερος