Weather Icon
Ιστορία 16 Σεπτεμβρίου 2021

Σμύρνη: Μια πρότυπη ελληνική πόλη

Σμύρνη: Μια πρότυπη ελληνική πόλη

Γράφει ο Παναγιώτης Κουνάδης

Η α­να­ζή­τη­ση και η έ­ρευ­να, που άρ­χι­σε πριν α­πο τέσ­σε­ρις και πλέ­ον δε­κα­ε­τί­ες πά­νω στα Σμυρ­ναί­ι­κα Τρα­γού­δια, ά­νοι­ξε με το πέ­ρα­σμα των χρό­νων α­πρό­σμε­νους δρό­μους για τη προ­σέγ­γι­ση και διε­ρεύ­νη­ση ι­στο­ρι­κών, πο­λι­τι­κών, οι­κο­νο­μι­κών και πο­λι­τι­στι­κών γε­γο­νό­των, που χά­ρα­ξαν ρι­ζι­κά τη πο­ρεί­α του νε­ώ­τε­ρου ελ­λη­νι­σμού.

Κι αυ­τό διό­τι για πρώ­τη φο­ρά στην ι­στο­ρί­α του αν­θρώ­πι­νου γέ­νους, έ­νας λα­ός με αιώ­νες πα­ρου­σί­ας σ’ έ­να τό­πο, ε­ξα­να­γκά­στη­κε με ό­λα τα μέ­σα,α­πο τα πλέ­ον βάρ­βα­ρα, ό­πως η σφα­γή α­θώ­ων, μέ­χρι τα πλέ­ον «δι­πλω­μα­τι­κά», ό­πως αυ­τά της λε­γό­με­νης (υ­πο­χρε­ω­τι­κής) α­νταλ­λα­γής πλη­θυ­σμών, να «με­τα­κο­μί­σει» ως ε­μπό­ρευ­μα προς πά­σα χρή­ση και εκ­με­τάλ­λευ­ση. Κι ό­χι μό­νο αυ­τό, αλ­λά αυ­τοί που πή­ραν και ε­φάρ­μο­σαν τέ­τοιες α­πο­φά­σεις και με τέ­τοιες με­θό­δους υ­πο­θή­κευ­σαν το μέλ­λον των ε­πο­μέ­νων γε­νε­ών, δη­μιουρ­γώ­ντας δαι­δά­λους συ­μπλη­γά­δων, για να μπο­ρέ­σουν κά­πο­τε να α­πο­κα­τα­στή­σουν την ι­στο­ρι­κή α­λή­θεια και την προ­σω­πι­κή τους υ­πό­στα­ση.

Κι ε­νώ έ­γι­ναν ε­πί μα­κρόν πλεί­στες «φι­λό­τι­μες» προ­σπά­θειες α­πο μέ­ρους των «δια­χει­ρι­στών» αυ­τού του γε­ω­γρα­φι­κού και πο­λι­τι­κού χώ­ρου για να πε­ρι­θω­ριο­ποι­η­θούν, να ξε­χα­στούν και να σβή­σουν τε­λι­κά α­πο την ι­στο­ρι­κή μνή­μη ό­λη αυ­τή η –ε­φιαλ­τι­κή για τα θύ­μα­τα και τους α­πο­γό­νους τους– ι­στο­ρί­α, ήρ­θαν ξα­νά, με­τά α­πο δύ­ο πε­ρί­που γε­νιές τα τρα­γού­δια των παπ­πού­δων, για να μας ε­πα­να­φέ­ρουν έ­ναν α­κό­μη, ση­μα­ντι­κό­τα­το αυ­τή τη φο­ρά, προ­βλη­μα­τι­σμό για ό­σα έ­γι­ναν τό­τε.

Ανά­μνη­σις Σμύρ­νης

Μεσ’ στην καρ­διά μου αν­θί­ζου­νε λου­λού­δια χί­λια ό­σα,
Εί­ναι γλυ­κές οι θύ­μη­σες που δεν τις λε­ει η γλώσ­σα.
Μ’ απ’ ό­λες πιο κα­λύ­τε­ρη, μ’ απ’ ό­λες πιο με­γά­λη,
Μια ξε­πε­τά­ει ο­λό­δρο­ση, της Σμύρ­νης τ’ α­κρο­γιά­λι

Σμύρ­νη πα­τρί­δα μου γλυ­κιά, χα­ρι­τω­μέ­νη χώ­ρα,
Για να σε βγά­λω α­πο το νου πο­τέ δεν θα ’ρθει η ώ­ρα.
Σαν ά­στρο γλυ­κο­φώ­τι­στο
φω­λιά­ζεις (θα λά­μπεις) στην καρ­διά μου,
Πα­ρη­γο­ριά στη θλί­ψη μου κι ελ­πί­δα στη χα­ρά μου.

Ο συν­θέ­της Τι­μό­θε­ος Ξαν­θό­που­λος (Σμύρ­νη 1864(;)-Α­θή­να 1942) έ­γρα­ψε το τρα­γού­δι αυ­τό πο­λύ πριν την κα­τα­στρο­φή του 1922, πι­θα­νόν ό­ταν ο­λο­κλή­ρω­νε τις μου­σι­κές του σπου­δές στη Βιέν­νη, ως μα­θη­τής του Μπρού­κνερ. Πα­ρά τις κλασ­σι­κές του σπου­δές, τα τρα­γού­δια του τον κα­τα­τάσ­σουν στους λα­ϊ­κούς συν­θέ­τες της ε­πο­χής του.

Η Σμύρ­νη, η πο­λυ­τρα­γου­δι­σμέ­νη πο­λι­τεί­α, και η ί­δια αλ­λά και τα πρό­σω­πά της και οι χώ­ροι της, τα κο­ρί­τσια κι οι γυ­ναί­κες της, μ’ έ­να α­μέ­τρη­το πλή­θος μου­σι­κο­ποι­η­τι­κών α­ρι­στουρ­γη­μά­των, γραμ­μέ­να, τρα­γου­δι­σμέ­να και παιγ­μέ­να α­πο ε­κα­το­ντά­δες, ί­σως και χι­λιά­δες δη­μιουρ­γούς, ερ­μη­νευ­τές και «παι­γνι­δια­τό­ρους». Κι όλ’ αυ­τά σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση, σε α­μέ­τρη­τους ψυ­χα­γω­γι­κούς-πο­λι­τι­στι­κούς χώ­ρους, σε κά­θε γω­νιά της πρω­τεύ­ου­σας της Ιω­νί­ας, στις συ­νοι­κί­ες της, στα προ­ά­στιά της και στις κο­ντι­νές πό­λεις. Κι ό­χι μό­νο ε­κεί: ο φά­ρος αυ­τός του ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού έ­στελ­νε το φως του σ’ ό­λες τις γω­νιές του α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νου τμή­μα­τος της Ελ­λά­δος, με δε­κά­δες ο­μά­δες μου­σι­κών και τρα­γου­δι­στών που πε­ριό­δευαν για ε­βδο­μή­ντα πε­ρί­που χρό­νια (1850-1920) στις μι­κρές και με­γά­λες πό­λεις της «Πα­λιάς Ελ­λά­δος».
Το πρώ­το ε­ρώ­τη­μα, και κα­θο­ρι­στι­κό, που βγαί­νει αυ­θόρ­μη­τα: τι ή­ταν αυ­τό που κα­τέ­στη­σε τη Σμύρ­νη το με­γα­λύ­τε­ρο οι­κο­νο­μι­κό και πο­λι­τι­στι­κό κέ­ντρο του ελ­λη­νι­σμού, για έ­να πε­ρί­που αιώ­να, α­φού α­πο τις αρ­χές του 18ου αρ­χί­ζει να γί­νε­ται μια με­γά­λη πο­λι­τεί­α-λι­μά­νι, «ευ­ρω­πα­ϊ­κών προ­δια­γρα­φών» θα λέ­γα­με, με πλή­θος ό­μως ι­διαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, των ο­ποί­ων στις ε­πό­με­νες σκέ­ψεις θα προ­σπα­θή­σου­με να δώ­σου­με έ­να σχε­δί­α­σμα έ­ρευ­νας.
Οι συ­νι­στώ­σες αυ­τού του μο­να­δι­κού, κα­τά τη γνώ­μη μου, προ­τύ­που ε­λά­χι­στα έ­χουν πε­ρι­γρα­φεί, γι’ αυ­τό και η προ­σέγ­γι­ση εί­ναι α­κό­μη δυ­σχε­ρέ­στε­ρη.

Ας δού­με ό­μως ι­στο­ρι­κού και κοι­νω­νιο­λο­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα στοι­χεί­α.

Α. Η Σμύρ­νη, με την ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή της, δη­λα­δή τον νο­μό Σμύρ­νης-Α­ϊ­δι­νί­ου, ε­ξε­λίσ­σε­ται πλη­θυ­σμια­κά με προ­ε­ξάρ­χουσα την ο­μά­δα των Ελ­λή­νων, οι ο­ποί­οι στη διάρ­κεια των τριών τε­λευ­ταί­ων αιώ­νων (μέ­χρι το 1922) α­πο­τε­λούν τη σχε­τι­κή αλ­λά και συ­χνά την α­πό­λυ­τη πλειο­ψη­φί­α των κα­τοί­κων. Α­κο­λου­θούν οι Ο­θω­μα­νοί, οι Αρ­μέ­νιοι, οι Ε­βραί­οι και οι μι­κρές μειο­νό­τη­τες των Ευ­ρω­παί­ων (Ι­τα­λών, Άγ­γλων, Γάλ­λων, Βέλ­γων, Ολ­λαν­δών, Ι­σπα­νών κ.ά.), οι ο­ποί­οι α­πο­τε­λούν κυ­ρί­ως μέ­λη ε­μπο­ρι­κών, δι­πλω­μα­τι­κών, στρα­τιω­τι­κών και άλ­λων α­πο­στο­λών.

Β. Οι βιο­μη­χα­νι­κές ε­ξε­λί­ξεις και η τε­χνο­λο­γι­κή α­νά­πτυ­ξη των προ­ηγ­μέ­νων Ευ­ρω­πα­ϊ­κών χω­ρών με­τα­φέ­ρονται τα­χύ­τα­τα στη Σμύρ­νη, με α­πο­τέ­λε­σμα, α­πό το 1875 μέ­χρι το 1922, να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί μια βιο­τε­χνι­κή και βιο­μη­χα­νι­κή α­νά­πτυ­ξη, πρω­το­φα­νής για τα μέ­τρα της ευ­ρύ­τε­ρης γε­ω­γρα­φι­κής πε­ριο­χής. Το ί­διο συ­νέ­βαι­νε και με την α­νά­πτυ­ξη του ε­μπο­ρί­ου α­πό και προς τη Σμύρ­νη μέ­σω της ναυ­σι­πλο­ΐ­ας και της α­νά­πτυ­ξης του σι­δη­ρο­δρο­μι­κού δι­κτύ­ου προς την εν­δο­χώ­ρα της Μι­κράς Α­σί­ας. Στις αρ­χές του 20ού αιώ­να κα­τα­γρά­φο­νται στην πε­ριο­χή 5.308 βιο­μη­χα­νι­κές και βιο­τε­χνι­κές μο­νά­δες, εκ των ο­ποί­ων οι 4.008 α­νή­καν σε Έλ­λη­νες, οι 1.216 σε Ο­θω­μα­νούς και οι υ­πό­λοι­πες στις άλ­λες μειο­νό­τη­τες. Η ί­δια πε­ρί­που κα­τά­στα­ση ι­σχύ­ει και στο ε­μπό­ριο, αλ­λά και τις χρη­μα­τι­κές-τρα­πε­ζι­κές σχέ­σεις, που βά­ση τους βέ­βαια ή­ταν η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη.

Γ. Ο έ­λεγ­χος της βιο­μη­χα­νί­ας, της βιο­τε­χνί­ας, του ε­μπο­ρί­ου κά­θε εί­δους προ­ϊ­ό­ντων πέ­ρα­σε έ­τσι στον έ­λεγ­χο των Ελ­λή­νων, οι ο­ποί­οι διο­χέ­τευ­σαν τον έ­τσι συ­γκε­ντρω­μέ­νο πλού­το αφ’ ε­νός μεν στην πε­ραι­τέ­ρω α­νά­πτυ­ξη –ό­πως ή­ταν φυ­σιο­λο­γι­κό για κά­θε κοι­νω­νί­α τα­ξι­κής διάρ­θρω­σης– ταυ­τό­χρο­να ό­μως στην α­νά­πτυ­ξη της πνευ­μα­τι­κής και πο­λι­τι­στι­κής πο­ρεί­ας των Ελ­λή­νων. Η παι­δεί­α, η διά­δο­ση της γνώ­σης μέ­σα α­πο βι­βλί­α, ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά, πή­ρε τε­ρά­στιες δια­στά­σεις, ι­δρύ­μα­τα παι­δεί­ας υ­ψη­λού ε­πι­πέ­δου για κά­θε στάθ­μη η­λι­κια­κή. Α­θλη­τι­σμός και πο­λι­τι­σμός σε πρώ­τη γραμ­μή. Τα ι­δρύ­μα­τα μέ­σης εκ­παί­δευ­σης α­ντι­στοι­χού­σαν –λό­γω των υ­ψη­λών προ­δια­γρα­φών– με πα­νε­πι­στη­μια­κά ι­δρύ­μα­τα άλ­λων χω­ρών της ί­διας πε­ριο­χής. Αυ­τά τα γε­γο­νό­τα έ­φε­ραν για α­να­ζή­τη­ση κα­λύ­τε­ρης ζω­ής και με­γά­λο α­ριθ­μό Ελ­λή­νων α­πο ό­λα τα μέ­ρη του Ελ­λη­νι­σμού, α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­να ή ό­χι.

Δ. Η κοι­νω­νι­κή ορ­γά­νω­ση στη­ρί­χτη­κε σ’ έ­να ευ­ρύ δί­κτυο α­δελ­φο­τή­των εί­τε ε­παγ­γελ­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, εί­τε ε­θνι­κο­το­πι­κού, α­νά­λο­γα δη­λα­δή με τη προ­έ­λευ­ση των με­λών. Αυ­τό έ­γι­νε αφ’ ε­νός ως α­ντί­δρα­ση στην α­πα­γό­ρευ­ση λει­τουρ­γί­ας ερ­γα­σια­κών και άλ­λου τύ­που σω­μα­τεί­ων α­πό τις Ο­θω­μα­νι­κές αρ­χές, αφ’ ε­τέ­ρου ως μέ­σο διά­δο­σης της γνώ­σης, ι­διαί­τε­ρα για τε­χνι­κά ε­παγ­γέλ­μα­τα με ι­διαί­τε­ρες δυ­σκο­λί­ες, κά­τι σαν τις συ­ντε­χνί­ες στις χώ­ρες της Ευ­ρώ­πης. Οι α­δελ­φό­τη­τες αυ­τές α­πέ­κτη­σαν ό­μως με το πέ­ρα­σμα του χρό­νου και άλ­λες ά­τυ­πες, μεν, αλ­λά ου­σια­στι­κές αρ­μο­διό­τη­τες που σχε­τί­ζο­νταν, πέ­ραν α­πο την εκ­μά­θη­ση του ε­παγ­γέλ­μα­τος, με την πα­ρο­χή γε­νι­κών γνώ­σε­ων παι­δεί­ας, ψυ­χα­γω­γί­ας και πο­λι­τι­σμού. Έ­τσι έ­γι­ναν ου­σια­στι­κό στοι­χεί­ο της κοι­νω­νι­κής ζω­ής, με­τά δε την ε­πα­νά­στα­ση των Νε­ό­τουρ­κων το 1908 και την ε­φαρ­μο­γή νέ­ας νο­μο­θε­σί­ας γύ­ρω α­πο τις ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις τον ε­πό­με­νο χρό­νο, πολ­λές α­πο αυ­τές με­τε­τρά­πη­σαν σε σω­μα­τεί­α με ι­σχυ­ρή πα­ρου­σί­α, για λί­γα χρό­νια βέ­βαια, στη ζω­ή της πε­ριο­χής.

Οι πα­ρα­πά­νω συ­νι­στώ­σες της ζω­ής στη Σμύρ­νη δη­μιούρ­γη­σαν, ί­σως για πρώ­τη φο­ρά στην ι­στο­ρί­α των αν­θρώ­πων, έ­να μο­να­δι­κό πρό­τυ­πο λει­τουρ­γί­ας μιας κοι­νω­νί­ας, που στη­ρι­ζό­ταν στον «δυ­ϊ­σμό των ε­ξου­σιών». Οι κα­πι­τα­λι­στι­κές χώ­ρες, που α­να­λύ­θη­καν α­πο τη θε­ω­ρί­α του ι­στο­ρι­κού υ­λι­σμού, α­να­πτύ­χθη­καν πά­νω στη βά­ση της ταύ­τι­σης της οι­κο­νο­μι­κής και πο­λι­τι­κής ε­ξου­σί­ας, ό­που η πρώ­τη ό­ρι­ζε και ο­ρί­ζει τη δεύ­τε­ρη, σύμ­φω­να με τα εκάστοτε συμ­φέ­ρο­ντά της. Στην πε­ρί­πτω­ση της ζώ­νης της Σμύρ­νης, λό­γω της υ­πάρ­ξε­ως μιας ι­σχυ­ρής φυ­λε­τι­κής ο­μά­δας, μέ­σα σ’ έ­να πο­λυε­θνι­κό μω­σα­ϊ­κό της Ο­θω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, δό­θη­κε η δυ­να­τό­τη­τα να πε­ρά­σει η οι­κο­νο­μι­κή ε­ξου­σί­α στα χέ­ρια μιας ο­μά­δας, των Ελ­λή­νων, οι ο­ποί­οι ό­μως δεν μπο­ρού­σαν να «διο­χε­τεύ­σουν» την ε­ξου­σί­α αυ­τή στο πο­λι­τι­κό και στρα­τιω­τι­κό ε­πί­πε­δο, α­φού αυ­τές α­νή­καν στη σφαί­ρα ε­ξου­σί­ας των Ο­θω­μα­νών. Αυ­τός ο δυ­ϊ­σμός ε­ξου­σιών εί­χε ά­με­σες συ­νέ­πειες στην κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή των αν­θρώ­πων, α­φού ε­πέ­τρε­πε μια δι­καιό­τε­ρη κα­τα­νο­μή α­γα­θών, λό­γω της «ά­τυ­πης κοι­νω­νι­κής-τα­ξι­κής ει­ρή­νης» που δια­σφα­λι­ζό­ταν α­πο την α­δυνα­μί­α υ­πε­ρά­σπι­σης των οι­κο­νο­μι­κών συμ­φε­ρό­ντων μέ­σω της πο­λι­τι­κής και στρα­τιω­τι­κής ε­ξου­σί­ας.

Αν η δια­πί­στω­ση αυ­τή προ­σεγ­γί­ζει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και το ι­στο­ρι­κό γί­γνε­σθαι στην πε­ριο­χή, τό­τε μπο­ρού­με να ερ­μη­νεύ­σου­με πλή­θος φαι­νο­μέ­νων της ζω­ής των αν­θρώ­πων, αλ­λά και τα γε­νι­κό­τε­ρα φαι­νό­με­να που ο­δή­γη­σαν στην κα­τα­στρο­φή του προ­τύ­που αυ­τού.

Η α­να­ζή­τη­ση αυ­τής της ερ­μη­νεί­ας ξε­κί­νη­σε κατ’ αρ­χήν α­πο το ε­ρώ­τη­μα που σχε­τί­ζε­ται με την α­πα­σχό­λη­ση του με­γά­λου πλή­θους των μου­σι­κών που πε­ριε­λάμ­βα­νε η α­δελ­φό­τη­τα και το σι­νά­φι (εσ’ ναφ) της Σμύρ­νης. Προ­ϋ­πό­θε­ση ύ­παρ­ξης τό­σων ε­ξει­δι­κευ­μέ­νων ε­παγ­γελ­μα­τιών ή­ταν φυ­σι­κά η ε­παγ­γελ­μα­τι­κή τους α­πο­κα­τά­στα­ση. Αυ­τό προ­ϋ­πέ­θε­τε την ύ­παρ­ξη α­νά­λο­γης πε­λα­τεί­ας. Μια πε­λα­τεί­α ό­μως που συ­ντη­ρεί, και μά­λι­στα με υ­ψη­λές α­πο­δο­χές, εκ­προ­σώ­πους πο­λι­τι­σμι­κών και ψυ­χα­γω­γι­κών λει­τουρ­γιών φα­νέ­ρω­νε την ύ­παρ­ξη πε­ρίσ­σιου πλού­του. Ο πλού­τος αυ­τός α­φο­ρού­σε –α­να­λο­γι­κά– και την υ­ψη­λή και τη με­σαί­α και τη χα­μη­λό­τε­ρη τά­ξη. Απ’ ε­κεί και τα α­νά­λο­γα στέ­κια των «παι­γνι­δια­τό­ρων» για ό­λα τα βα­λά­ντια και πορ­το­φό­λια. Α­κό­μη, η ύ­παρ­ξη τό­σο με­γά­λου α­ριθ­μού ψυ­χα­γω­γι­κών χώ­ρων συν­δέ­θη­κε μ’ έ­να τρό­πο ζω­ής που προ­ϋ­πέ­θε­τε τη δυ­να­τό­τη­τα κα­τα­νά­λω­σης, για τον πο­λι­τι­σμό. Ι­διαί­τε­ρα με τη μου­σι­κή και τα τρα­γού­δια αυ­τό έ­γι­νε ου­σια­στι­κό στοι­χεί­ο της κα­θη­με­ρι­νής ζω­ής, της γνώ­σης του α­ντι­κει­μέ­νου α­φού σε κά­θε οι­κο­γέ­νεια κά­ποιοι –συ­χνά και ό­λοι– α­σχο­λού­νταν έ­στω και ε­ρα­σιτε­χνι­κά με τη μου­σι­κή.

Μια άλ­λη διά­στα­ση αυ­τού του μο­να­δι­κού κοι­νω­νι­κο-οι­κο­νο­μι­κού και πο­λι­τι­στι­κού φαι­νο­μέ­νου ή­ταν οι α­πο­φά­σεις των με­γά­λων δυ­νά­με­ων της ε­πο­χής (Αγ­γλί­α, Γαλ­λί­α, Ι­τα­λί­α, Α­με­ρι­κή) να δια­γρά­ψουν ο­ρι­στι­κά α­πο τον χάρ­τη και την ι­στο­ρι­κή μνή­μη, μέ­σα α­πο την α­γριό­τη­τα που ε­πέ­τρε­ψαν στη κα­τα­στρο­φή της Σμύρ­νης το 1922.

Δεν μπο­ρεί να δο­θεί κα­μιά ερ­μη­νεί­α πώς οι τέσ­σε­ρις στό­λοι των «με­γά­λων δυ­νά­με­ων» πα­ρα­κο­λού­θη­σαν έ­να φρι­κια­στι­κό έ­γκλη­μα τέ­τοιας διά­στα­σης, ό­ταν σε λί­γες μέ­ρες ε­σφα­γιά­σθη­σαν με α­γριό­τη­τα 100.000 Έλ­λη­νες –κυ­ρί­ως γυ­ναι­κό­παι­δα– μπρο­στά στα μά­τια των υ­πεύ­θυ­νων των τεσ­σά­ρων στό­λων. Α­κό­μη και ο συ­μπα­θής –ό­πως α­πο­δεί­χτη­κε– πρε­σβευ­τής των Η­ΠΑ, Χόρ­τον, πα­ραι­τή­θη­κε μπρο­στά σ’ αυ­τό το έ­γκλη­μα. Ε­πο­μέ­νως, η α­πό­φα­ση δεν ή­ταν μό­νο των Νε­ο­τούρ­κων ή του Κε­μάλ. Έ­πρε­πε να σβή­σει α­πο το χάρ­τη κά­θε μνή­μη αυ­τού του χώ­ρου (φω­τιά) αλ­λά να χα­θούν α­κό­μη και βιο­λο­γι­κά οι φο­ρείς αυ­τού του εί­δους α­νά­πτυ­ξης και πο­λι­τι­στι­κής στάθ­μης (η σφα­γή).

Ο στε­ναγ­μός της Σμύρ­νης
Α. Παύ­λο­βιτ­ς

Σμύρ­νη! Τώ­ρα φεύ­γω α­πο σέ­να,
η φτω­χή μου σ’ α­φή­νει καρ­διά
μαύ­ρη μοί­ρα με σέρ­νει στα ξέ­να,
και με πό­νο σου λέ­γω «Έ­χε γεια!..»

Στης ζω­ής μας το δό­λιο το δρό­μο,
τσα­κι­σμέ­να που­λιά του βο­ριά,
Θα γυ­ρί­ζου­με πά­ντα με χρό­νο,
το στερ­νό θα σου λέ­με «Έ­χε γεια!»

Άρδην τ. 38-39, Νοέμβριος 2002

Ακολουθήστε το infognomonpolitics.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις που αφορούν τα εθνικά θέματα, τις διεθνείς σχέσεις, την εξωτερική πολιτική, τα ελληνοτουρκικά και την εθνική άμυνα.
Ακολουθήστε το infognomonpolitics.gr στο Facebook

Ακολουθήστε τον Σάββα Καλεντερίδη στο Facebook

Ακολουθήστε τον Σάββα Καλεντερίδη στο Twitter

Εγγραφείτε στο κανάλι του infognomonpolitics.gr στο Youtube

Εγγραφείτε στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη στο Youtube

σχετικά άρθρα