Weather Icon
Γερμανία 15 Σεπτεμβρίου 2021

Ποιος φταίει για τη δημοσκοπική συντριβή του κόμματος της Μέρκελ

Ποιος φταίει για τη δημοσκοπική συντριβή του κόμματος της Μέρκελ

Πολιτικές ανατροπές στη Γερμανία – Κι άλλη πτώση των Χριστιανοδημοκρατών, άνοδος των ακροδεξιών

Γράφει ο Γιάννης Γεωργαλλής

Εάν στις εκλογές του 2017 το διακύβευμα ήταν η άνοδος του ακροδεξιού κόμματος “Εναλλακτική για τη Γερμανία” (AFD), σε αυτές καταγράφεται η περαιτέρω πτώση των ποσοστών των Χριστιανοδημοκρατών σε αντιδιαστολή με την άνοδο των Πρασίνων

Οι εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου σηματοδοτούν το τέλος εποχής της Άγκελα Μέρκελ μετά από 15 χρόνια στην Καγκελαρία. Σε μια εκλογική αναμέτρηση, στην οποία διακυβεύεται η σταθερότητα όχι μόνο της Γερμανίας αλλά και ολόκληρης της ΕΕ, το κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) καλείται όχι να επιλέξει τους εταίρους τους, όπως άλλες φορές, αλλά να διατηρήσει τη θέση του σε έναν συνασπισμό και να μην περάσει στην αντιπολίτευση.

Την ίδια ώρα, το ξεγραμμένο για πολλούς Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) καταφέρνει να διατηρηθεί πρώτο στις δημοσκοπήσεις όχι μόνο χάρη στον αρχηγό του, Όλαφ Σολτς, αλλά και λόγω του Χριστιανοδημοκράτη ανθυποψηφίου του, Άρμιν Λάνσετ. Μπορεί να χρεωθεί όμως η δημοσκοπική συντριβή του CDU αποκλειστικά στον Λάνσετ; Σε κάθε περίπτωση, η μετεκλογική εποχή για το κόμμα της Μέρκελ δεν προοιωνίζεται καθόλου εύκολη.

Το διακύβευμα των εκλογών

Οι επικείμενες εκλογές στη Γερμανία θα είναι κρίσιμες για τη σταθερότητα όχι μόνο της ίδιας της χώρας αλλά και της ΕΕ, ενώ η αποχώρηση της Μέρκελ από την πολιτική σκηνή επιβεβαιώνει την άποψη ότι δεν πρόκειται για μια «συνηθισμένη» εκλογική διαδικασία.

Μπορεί στην αρχή της προεκλογικής αναμέτρησης ο διάδοχος της Μέρκελ στο κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών να είχε τον αέρα του νικητή, γρήγορα όμως εμφανίστηκαν στον δρόμο του σημαντικά εμπόδια, τα οποία προστέθηκαν στην τάση για συρρίκνωση του συντηρητικού κόμματος στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Η πρόβλεψη των ειδικών ότι θα χρειαστούν περίπου τέσσερεις με πέντε μήνες για να σχηματιστεί κυβέρνηση από τον συνασπισμό των κομμάτων δεν διευκολύνει την πολυπόθητη πολιτική σταθερότητα. Εύλογα λοιπόν είναι στραμμένα τα βλέμματα των υπόλοιπων κρατών μελών της ΕΕ στις εκλογές της χώρας με την ισχυρότερη οικονομία και τη σημαντική επιρροή στην πολιτική κατεύθυνση που ακολουθούν οι Βρυξέλλες.

Αναλυτές εξηγούν ότι εάν στις εκλογές του 2017 το διακύβευμα ήταν η άνοδος του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), σε αυτές καταγράφεται η περαιτέρω πτώση των ποσοστών των Χριστιανοδημοκρατών σε αντιδιαστολή με την άνοδο των Πρασίνων. Φαίνεται ότι μέσα σε αυτά τα τέσσερα χρόνια υπήρξε μια σημαντική μετατόπιση των ψηφοφόρων προς εναλλακτικές θεματικές, όπως η κλιματική αλλαγή και η πράσινη τεχνολογία.

Σε κάθε περίπτωση, η αποχώρηση της Μέρκελ γεννάει ένα κενό εξουσίας και αφαιρεί από τους Γερμανούς πολίτες τον «στυλοβάτη» της σταθερότητας. Ακόμα και εάν αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις μια επιθυμία για αλλαγή, η σιδηρά κυρία παραμένει η πιο δημοφιλής πολιτικός για τη Γερμανία.

Εσωκομματικά, όμως, διακυβεύονται πολλά περισσότερα. Σύμφωνα με τον επικεφαλής του Ινστιτούτου του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου (Freie Universität Berlin), Όσκαρ Νίντερμαϊερ, σε περίπτωση ήττας των Χριστιανοδημοκρατών στις ομοσπονδιακές εκλογές αναμένονται σοβαρά εσωκομματικά ρήγματα, έριδες και διαμάχες πτερύγων.

Εξήγησε ότι «είναι πολύ σαφές ότι το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) βρίσκεται στο κατώφλι τής διά παντός απώλειας της φυσιογνωμίας του ως μεγάλου πολυσυλλεκτικού λαϊκού κόμματος. Στην ΕΕ υπάρχουν αρκετά παραδείγματα Χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων που κατέρρευσαν μετά από εκλογικές πανωλεθρίες και δεν ανέκτησαν ποτέ την προηγούμενη δύναμή τους, όπως για παράδειγμα η Democrazia Cristiana στην Ιταλία».

Τα σενάρια για τους σχηματισμούς

Λίγες ημέρες πριν από το άνοιγμα της κάλπης δίνουν και παίρνουν τα σενάρια για τους κυβερνητικούς σχηματισμούς που δύνανται να προκύψουν. Μόλις πριν από μερικές εβδομάδες τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά, αφού το μόνο ερώτημα που απασχολούσε τους εκλογολόγους ήταν εάν το CDU με το 29% που συγκέντρωνε θα σχημάτιζε κυβέρνηση μόνο με τους Πράσινους ή θα χρειαζόταν και τη στήριξη του Φιλελεύθερου κόμματος (FDP).

Σε σύντομο χρονικό διάστημα όμως το κόμμα της Μέρκελ, δημοσκοπικά τουλάχιστον, συρρικνώθηκε σημαντικά, χάνοντας περίπου το 1/3 των ψηφοφόρων του. Πλέον το ερώτημα δεν είναι με ποια κόμματα θα σχηματίσει συνασπισμό το CSU, αλλά εάν θα συμμετέχει σε οποιαδήποτε κυβέρνηση.

Οι δημοσκοπήσεις σε γενικές γραμμές δείχνουν ένα σταθερό προβάδισμα του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, ένα κόμμα που «νεκραναστήθηκε» χάρη στην αυξανόμενη δημοφιλία του ηγέτη του, Όλαφ Σολτς. Οι Πράσινοι, μετά από ένα πρόσκαιρο προβάδισμα έναντι των Χριστιανοδημοκρατών, προσγειώθηκαν στην τρίτη θέση, ενώ ακολουθεί το Φιλελεύθερο Κόμμα και η Εναλλακτική για τη Γερμανία.

Με βάση αυτά τα δεδομένα οι ειδικοί διαβλέπουν ότι θα προκύψει η ανάγκη για έναν τριμερή συνασπισμό, χωρίς να είναι σε θέση να πουν με ακρίβεια ποια κόμματα θα συμμετέχουν σε αυτόν. Μια πιθανή περίπτωση είναι η σύμπραξη CDU, Πρασίνων και FDP. Αυτό το σενάριο θα προκύψει εάν κόψει το νήμα πρώτο στις εκλογές το κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών, το οποίο θα ελέγχει τις οικονομικές πολιτικές, ενώ θα επιτρέψει στους Πράσινους να προωθήσουν την περιβαλλοντική τους ατζέντα. Σε αυτήν την περίπτωση, τα κόμματα αυτά θα έχουν μεν ισχυρή πλειοψηφία στην Μπούντεσταγκ για να περνάνε μεταρρυθμίσεις, αλλά παραμένουν αγκάθι οι ιδεολογικές διαφορές σε σημαντικά θέματα που διαχωρίζουν τους Πράσινους με τους άλλους δύο εν δυνάμει εταίρους τους.

Σε περίπτωση που έρθουν πρώτοι οι Σοσιαλιστές, όμως, στον ίδιο συνασπισμό θα μπορούσαν να αποτελέσουν την εναλλακτική για το CDU. Αυτό το σενάριο θα εξασφαλίσει επίσης ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ αναμένεται να έχει ευρύτερη λαϊκή στήριξη. Εντούτοις, και αυτός ο συνασπισμός θα πάσχει από σημαντικές πολιτικές διαφορές σε καίρια ζητήματα, όπως η φορολογία και οι δημόσιες δαπάνες.

Επίσης, ορατό είναι το ενδεχόμενο σχηματισμού της λεγόμενης «Deutschland», δηλαδή της σύμπραξης CDU, SPD και FDP, η οποία θα αποτελέσει την εναλλακτική του μεγάλου συνασπισμού που βρίσκεται τώρα στην εξουσία. Σε αυτήν την εξίσωση μπορεί να αντικατασταθεί το Φιλελεύθερο κόμμα με τους Πράσινους. Όμως και στις δύο περιπτώσεις θα αντιμετωπίσει το ίδιο πρόβλημα, με τις πασιφανείς ιδεολογικές διαφορές να οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην παγίωση της τρέχουσας πολιτικής κατάστασης αντί στην επιδίωξη φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων όχι μόνο προς όφελος της χώρας αλλά και της ΕΕ.

Ποιος φταίει;

Ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Ερευνών Forsa, Μάνφρεντ Γκιούλνερ, θεωρεί ως αιτία ανόδου των Σοσιαλδημοκρατών την απογοήτευση για τον Λάνσετ, ενώ εκτιμάει ότι είναι σχεδόν απίθανη η αναστροφή της τάσης υπέρ του SPD τις εβδομάδες που υπολείπονται μέχρι τις ομοσπονδιακές εκλογές.

Ο Λάνσετ πάντως μοιάζει να έχει κάνει τα πάντα για να μην αναστραφεί η πτωτική πορεία των ποσοστών του κόμματός του. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας είχε να αντιμετωπίσει ένα σκάνδαλο λογοκλοπής για ένα βιβλίο που είχε γράψει πριν από χρόνια αλλά και ένα περιστατικό, στο οποίο οι κάμερες τον κατέγραψαν να κάνει αστεία και να γελάει σε περιοχή των πλημμυρών. Το πιο σημαντικό όμως είναι πως όταν τον ρωτούν για τα σχέδια σε περίπτωση εκλογής του, μοιάζει να μην έχει τις «κατάλληλες» απαντήσεις.

Σύμφωνα με τον Γκιούλνερ, «μέρος της ανόδου του SPD τροφοδοτείται από εν δυνάμει ψηφοφόρους των Χριστιανοδημοκρατών, οι οποίοι έχουν απομακρυνθεί απογοητευμένοι από τον Λάνσετ. Το ότι ο υποψήφιος καγκελάριος του SPD, Όλαφ Σολτς, επωφελείται από την αδυναμία του ανταγωνιστή του φαίνεται από το γεγονός ότι θα τον ψήφιζε για καγκελάριο -αν ήταν δυνατή η απευθείας εκλογή του- πολύ λιγότερο ποσοστό από το εάν είχε απέναντί του τον Βαυαρό Χριστιανοκοινωνιστή (CSU), Μάρκους Ζέντερ. Μάλιστα, σύμφωνα με δημοσκόπηση, επτά στους δέκα θα ήθελαν τον Ζέντερ να αντικαταστήσει τον Λάνσετ στην κούρσα για την καγκελαρία.

Ειδικοί τονίζουν ότι ένα κακό εκλογικό αποτέλεσμα για το CDU θα οδηγήσει σε εκλογή νέου προέδρου στο κόμμα. Επίσης, θα τεθεί ζήτημα αλλαγής της διαδικασίας επιλογής για τον υποψήφιο καγκελάριο. Η ηγεσία του CDU επέβαλε -παρά την αντίθετη γνώμη της πλειοψηφίας του κόμματος- τον Άρμιν Λάνσετ.

Από την άλλη, υπάρχει η άποψη ότι τα προβλήματα του κόμματος δεν οφείλονται μόνο στον Λάνσετ ως πρόσωπο, αλλά στην απονεύρωση του κόμματος ως προς το περιεχόμενο, με πολλούς ψηφοφόρους να μην γνωρίζουν πλέον τι υποστηρίζουν οι Χριστιανοδημοκράτες.

Σημερινή

Ακολουθήστε το infognomonpolitics.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις που αφορούν τα εθνικά θέματα, τις διεθνείς σχέσεις, την εξωτερική πολιτική, τα ελληνοτουρκικά και την εθνική άμυνα.
Ακολουθήστε το infognomonpolitics.gr στο Facebook

Ακολουθήστε τον Σάββα Καλεντερίδη στο Facebook

Ακολουθήστε τον Σάββα Καλεντερίδη στο Twitter

Εγγραφείτε στο κανάλι του infognomonpolitics.gr στο Youtube

Εγγραφείτε στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη στο Youtube

σχετικά άρθρα