fbpx
Weather Icon
Τουρκία 20 Απριλίου 2021

Από τον “Βάρβαρο Τούρκο” στον “Μουσουλμάνο Τούρκο” – From “Barbarian Turk” to “Muslim Turk”

Από τον “Βάρβαρο Τούρκο” στον “Μουσουλμάνο Τούρκο” – From “Barbarian Turk” to “Muslim Turk”

Η Οικοδόμηση Εθνικής Ταυτότητας των Τούρκων

 From “Barbarian Turk” to “Muslim Turk”[1]

Συγγραφέας: Ayşe Hür[2]

 Επιμέλεια- Απόδοση: Ιωάννης Γ. Βιδάκης[3]

 Εισαγωγικά  

Όροι όπως «Tu-kiu», «Tu-Kue», «Tut-Kut», «Tolköl» εμφανίστηκαν αρχικά στην Κινεζική λογοτεχνία, εισήχθηκαν στην αραβική και βυζαντινή λογοτεχνία με τη μεταφορά/΄παράφρασή τους ως “Turk” – «Τουρκικός», [πληθυντικός: «Türük» ή “Türküt”], από αραβικές – μουσουλμανικές αναφορές, από τον 9ο αιώνα. Αφού ο Δανός γλωσσολόγος Thomsen ανάγνωσε το 1893, μερικούς όρους σε επιγραφές  των περιοχών Yenisey και Orkhon, του 6ου – 8ου αιώνα, ως «Τούρκος» – [“Turk”], ο όρος «Τούρκος» εισήχθηκε στην Δυτική λογοτεχνία. Σήμερα ορισμένοι ειδήμονες θεωρούν ότι οι Κινέζοι αποκαλούσαν όλους τους ξένους ως «Tu-kui». Ορισμένοι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι αυτός ο όρος αποτελεί το όνομα των φυλών που προέρχονται από έναν κοινό πρόγονο. Άλλοι ισχυρίζονται ότι είναι το όνομα των φυλών που είχαν ένα συγκεκριμένο τύπο οργάνωσης σε σχέση με το σχήμα του κράνους, συσχετίζοντας τον όρο με τη λέξη «tulga», που σημαίνει κράνος στη μογγολική γλώσσα. Ορισμένοι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι είναι το όνομα μιας κοινότητας που μιλά μια κοινή γλώσσα, τα τουρκικά, (σύμφωνα με αυτούς η λέξη «Τούρκος», [“Turk”] σημαίνει «ισχυρός», «εκείνοι που είναι ισχυροί», (στα τουρκικά).

Η Περίοδος του «Βάρβαρου Τούρκου» – Period ofBarbarian Turk

Δεν γνωρίζουμε ποια θέση αφορά στην αλήθεια, στα προηγούμενα, αλλά ο συγγραφέας του «Diwan-ul Lügat al-Turk», που γράφηκε το τελευταίο τρίμηνο του 11ου αιώνα, ανέφερε για ένα Χαντίθ (ρητό του Προφήτη Μωάμεθ) για τους Τούρκους που έλεγε:

«Είδα ότι ο Θεός ανατέλλει τον Ήλιο από τον μεγάλο πύργο των Τούρκων και ότι άνοιξαν τους κύκλους των ουρανών στα χαρακτηριστικά τους. Ο Θεός τους αποδίδει το όνομα «Τούρκος» και τους καθιστά κύριους / άρχοντες ολόκληρου του κόσμου. Δημιουργεί Χάνους [Khans] της εποχής μας από τις φυλές τους. Προσφέρει τους χαλινούς του κόσμου στα χέρια τους. Κάνει εκείνους τους ανθρώπους που συνεργάζονται μαζί τους και τους υποστηρίζουν, ιερούς και δυνατούς. Λόγω των Τούρκων, όλα τα όνειρα και οι επιθυμίες τους έγιναν πραγματικότητα από τον Θεό. Ο Θεός προστάτευσε αυτούς τους ανθρώπους από το κακό και τα μιάσματα της κοινωνίας. Αυτό που πρέπει να κάνουν οι λογικοί άνθρωποι για να αποφύγουν τα βέλη τους είναι να ακολουθήσουν αυτούς τους άντρες. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος απο το να εξηγήσεις τον εαυτό σου και να ευχαριστήσεις τους Τούρκους, μιλώντας με την γλώσσα τους … »[4].

Ο Mahmud al-Kashgari[5], ο οποίος επανέλαβε την τιμή του να είναι Τούρκος λέγοντας: «Είμαι ένας απ΄ αυτούς τους Τούρκους που είναι ειλικρινής, έξυπνος και του οποίου η λόγχη είναι η αιχμηρότερη» και συνεχίζει ως εξής: «Στην πραγματικότητα οι Τούρκοι προέρχονται από 20 φυλές. Υπάρχουν τόσες πολλές φατρίες κάθε φυλής, που μόνο ο Κύριος γνωρίζει. Ανέφερα μόνο τις κύριες φυλές ανάμεσά τους. Άφησα φατρίες εκτός. Όμως, έγραψα αυτά που πρέπει να είναι γνωστά σε όλους, αυτές τις φυλές του/των Oghuz (…).

Στα χρόνια όπου ο Mahmud al-Kashgari έγραψε αυτές τις φράσεις, ένα μέρος της φυλής Ογούζων [Oghuz] μετανάστευε στην Ανατολία, την οποία ο al-Kashgari ονόμασε «Rûm», διαπερνώντας τις στέπες της Μέσης Ανατολής. Αφότου οι φυλές Ογούζων ήρθαν στην Ανατολία, υπήρχαν όροι όπως «Tourkoi, Turks – Τούρκοι» και «Türkie, Turkey – Τούρκι/Τουρκία», σε έγγραφα του Βυζαντίου. Υπήρχαν μερικοί όροι όπως «barbarorum Turci», (βάρβαροι Τούρκοι), που εμφανίστηκαν σε έγγραφα του Πάπα, στο Βατικανό. Ένας ιερέας, ο οποίος συμμετείχε στην Α΄ Σταυροφορία, έγραψε στο ημερολόγιό του στις 11 Οκτωβρίου του 1098, μετά τους πολέμους στην Αντιόχεια: «Υπάρχουν Τούρκοι παντού».

Ο Guillame de Tyr, ο οποίος έγραψε γι΄ αυτήν τη Σταυροφορία μετά από 100 χρόνια, ανέφερε την «Turquia»,  η οποία ήταν υπό την κυριαρχία των Τούρκων. Ένας άλλος ιππότης του στρατού των σταυροφόρων, ένας Βαυαρός ποιητής ο Tannhäuser, είπε στο ποίημά του με τίτλο: «Crussaders Song» [Kreuzfahrtlied], στα χρόνια 1228-29: «Οι άνεμοι ξεφλουδίζουν / από την βαρβαρότητα στο πρόσωπό μου / Οι άνεμοι ξεφλουδίζουν και πονάνε / από την Τουρκία [Turkey/Türkei]…».

Η Περίοδος του «Άγνωστου Τούρκου» – Period ofUnperceptive Turk

Σύμφωνα με τον Μάρκο Πόλο, ο οποίος πέρασε από την Κωνσταντινούπολη και την Ανατολία το 1270: «Υπάρχουν τρείς φυλές ανθρώπων στην περιοχή: ένας είναι οι Τουρκμένοι/Τουρκομάνοι [Turkmen], που προσεύχονται στον Μωάμεθ, είναι απλοί και έχουν τραχειά  γλώσσα. Ζουν σε βουνά και κοιλάδες, εκτρέφουν ζώα, έχουν πολύτιμα άλογα και μεγάλα μουλάρια. Οι άλλοι είναι οι Αρμένιοι και οι Ρωμιοί [Rums], που ζουν σε πόλεις και κάστρα και ασχολούνται με το εμπόριο και την βιοτεχνία …»[6].  

Ωστόσο, είναι [γενικά] αποδεκτό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία σγκροτήθηκε 30 έτη μετά το πέρασμα του Μάρκο Πόλο, ιδρύθηκε από την φυλή «Kayı», που θεωρείται ως «τουρκική φυλή». Ωστόσο συζητείται πάντα ο χαρακτηρισμός του κράτους/θρόνου ως «τουρκικής». Διότι, υπήρχαν τόσοι πολλοί άνθρωποι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στελέχη και υπήκοοι, που δεν ήταν Τούρκοι. Μερικά στελέχη, όλοι οι στρατιώτες στα αμιγή στρατεύματα του Σουλτάνου, ορισμένοι ιδιοκτήτες γης, δεν ήταν Τούρκοι – Μουσουλμάνοι. Άνδρες της δυναστείας (Οθωμανικής), νυμφεύθηκαν με γυναίκες που δεν ήταν Τουρκάλες και συνεπώς «ανέμιξαν» το «τουρκικό αίμα». Από την άλλη πλευρά, τα «οθωμανικά τουρκικά» ήταν η γλώσσα που ομιλούνταν στην δυναστεία και τις κυβερνητικές υπηρεσίες. Όλα τα αρχεία της Αυτοκρατορίας διατηρήθηκαν στα «οθωμανικά τουρκικά» χωρίς διακοπή για εκατοντάδες χρόνια. Η αραβική γλώσσα διαβαζόταν στις ιερατικές σχολές [Medrassahs],[7] αλλά η καθομιλουμένη γλώσσα ήταν πάντα η τουρκική.

Αυτό που περιπλέκει τα πράγματα, είναι το γεγονός ότι οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν τις φράσεις: 

“Kayzer-i Rum” (Kaiser of Rums – Βασιλέας των Ρωμιών),

“Memleket-i Rûm” (Country of Rums – Χώρα των Ρωμιών),

“Şuara-yı Rûm” (Rum Poets – Ρωμιοί Ποιητές),

“Ulema-yı Rûm” (Rum scholars – Ρωμιοί μελετητές),

“Lisan-ı Rum” (Ρωμέικα),

‘Rûm horse-riders’ (Ρωμιοί ιππείς),

‘Rûm heroes’ (Ρωμιοί ήρωες),

‘Eyalet-i Rûm’ (State of Rums – Ρωμέικη Επαρχία),

για να προσδιορίσουν την χώρα τους, το καθεστώς τους, την γλώσσα τους και επίσης την επικράτεια και τον πολιτισμό τους. Εν συντομία, οι Οθωμανοί ταυτίζονταν κυρίως με τους «Ρουμ»[8]. Ο συγγραφέας Mahmud al-Kashgari, αποκαλούσε την Ανατόλια [Anatolia] ως «την χώρα των Ρουμ/Ρωμιών».

 Η προσέγγισή τους ως προς την «Τουρκικότητα» [Turkishness] δεν ήταν ομοιόμορφη. Σε παραπομπές, ο όρος «Τούρκος» ή «Τουρκικός» [“Turk” ή “Turkish”], χρησιμοποιήθηκε με θετική, αρνητική ή ουδέτερη χροιά. Για παράδειγμα στο πιο σημαντικό έργο της οθωμανικής ιστορίας της πρώιμης περιόδου, το «Tevarih-ili Osman», που γράφηκε από τον Οθωμανό ιστορικό Ashig Pasha [Âşıkpaşazade, 1400-1481], ο οποίος αναφέρθηκε για το πώς ήρθαν οι Τούρκοι στην Ανατολία [σε οθωμανικά τουρκικά], ταύτισε/προσδιόρισε τους Τούρκους ως «την κοινότητα που νίκησε τους Άραβες», προέρχονταν από τον «γιό του Νώε, τον Ιάφεθ», «η τουρκική γλώσσα δεν ήταν γνωστή» και «ακόμη και οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να μιλήσουν αυτήν την γλώσσα»[9].

Αντιθέτως στο λογοτεχνικό έργο που ονομάζεται «Vâkı’ât-ı Sultan Cem», (Events of Cem Sultan, Συμβάντα του Cem Sultan) που ολοκληρώθηκε το 1480, ο Cem Sultan (βλ. Παράρτημα Α΄), αναφέρθηκε ως «γιος του Τούρκου Αυτοκράτορα» με λαμπρούς όρους. Και πάλι, στο λογοτεχνικό έργο που ονομάζεται «Saltukname», το οποίο συντάχθηκε κατόπιν αιτήματος του Cem Sultan, η λέξη «Τούρκος/Τουρκικός» [“Turkish”], υποκατέστησε τα «Μουσουλμάνος» και «Γαζί/Πολεμιστής» [“Muslim” και “Ghazi”].

Ενώ ένας συγγραφέας του 15ου αιώνα, ο Neşrî, αποκάλεσε «Τουρκικό Σουλτανάτο» [“Turkish Sultanate”], την δυναστεία των Σελτζούκων για την οποία γράφει: «Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τι είναι η θρησκεία (….) Υπάρχουν μερικοί Τούρκοι, που προσεύχονται στην πέτρα, το δέντρο, το βόδι ή την φωτιά ή που μιμούνται Εβραίους».

Ας ανακεφαλαιώσουμε: έως το 1492, όταν η Γρανάδα κατακτήθηκε, «οι άλλοι» για την Ευρώπη ήταν οι Άραβες. Ετσι η εντύπωση για τους Τούρκους στην Ευρώπη ήταν γενικά θετική εκείνη την εποχή. Μετά το 1492, οι «άλλοι» έγιναν οι Οθωμανοί (Τούρκοι) και οι εντυπώσεις έγιναν πλέον αρνητικές. Ακόμη και μετά την ήττα των Οθωμανών στην Βιέννη το 1529, συνέχισαν να χρησιμοποιούνται γι  αυτούς, εξαιρετικά τραχείς και σκληροί όροι όπως, «σκύλοι, σκληροί και αιμοδιψείς, βρώμικοι, κτήνη, βάναυσοι, απατεώνες, τύραννοι, νταήδες, αηδιαστικοί» – [“dogs, cruels and blood-thirsty, dirty, animal, brutish, crook, tyrant, bully, disgusting”]. Ο λόγος αυτής της αρνητικής προσέγγισης ήταν φυσικά ο «φόβος για τους Τούρκους». Ως εκ τούτου, η κληρονομιά της έννοιας του «Obsessione Turc», (Turkish Obssession, Τουρκική εμμονή), έλαβε χώρα εκείνη την εποχή και αντικατροπρίζεται στην έκφραση: «Mamma li Turchi», στην ιταλική γλώσσα. Με άλλα λόγια: “Mommy! Turks are coming!” – “Μανούλα! Οι Τούρκοι έρχονται!” Σύμφωνα με ορισμένους ισχυρισμούς, η πηγή έμπνευσης για μερικές λέξεις στην ιταλική γλώσσα όπως, «torquendo» [σημαίνει πόνο], «torxuere» [σημαίνει βασανιστήρια] και «truculent» ή «trux-trucis» [σημαίνει καταπίεση ή εξαπάτηση], αποτελούν οι Τούρκοι αυτής της περιόδου[10]

Συνεχίζοντας, ο συγγραφέας Suzi Çelebi[11] (πέθανε το 1524), ο οποίος έζησε στα πρώτα χρόνια του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή [Suleyman the Magnificient], ήταν το πρώτο άτομο που είπε την φράση: «Ένας Τούρκος ενάντια στην ανθρωπότητα», [“One Turk against the world”]. Αλλά ο διάσημος ποιητής εκείνης της περιόδου, ο Baki (1526-1600)[12], μας περιπλέκει στο ποίημά του, το οποίο αφιέρωσε στον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, τον οποίο κατονόμασε ως «έναν από τους μεγαλύτερους Τούρκους προγόνους», όταν έγραψε: «Hodja! Αυτός από το Τουρκικό έθνος είναι λίγο τραχύς!» – “Hodja! That whom from Turkish nation is a little bit rude!” Ένας άλλος ποιητής της εποχής, ο Hafız Hamdi Çelebi (1609-1657)[13], δεν συμπαθούσε τους Τούρκους, καθώς είπε: «Oh my great Sultan! Από την δημιουργία του σύμπαντος / Η αγένεια της τουρκικότητας έχει αναφερθεί σε όλο τον κόσμο / Ο Θεός δεν δίνει ικανότητες κατανόησης στους Τούρκους / Ένας Τούρκος είναι απερίσκεπτος ακόμη κι αν είναι έξυπνος / Σκοτώστε έναν Τούρκο ακόμη κι αν αυτός είναι ο πατέρας σας / Επειδή ο καλός και ισχυρός προφήτης, ο Μωάμεθ είπε: «Σκοτώστε  Τούρκους, το αίμα τους είναι χαλάλ[14]». 

Είναι κατανοητό ότι αυτοί που ο Çelebi πρότεινε να σκοτωθούν κάνοντας αναφορά στην Χαντίθ του Μωάμεθ είναι οι Κιζηλμπάσηδες (Ερυθρόσκουφοι) Τουρκομάνοι της Ανατολίας, [Qizilbash (Redhead) Turkmans][15]. Ως εκ τούτου, οι στρατοί του Κουγιουτσού Μουράτ Πασά [Kuyucu Murat Pasha][16] συνέχισαν τις σφαγές των Κιζηλμπάσηδων στην Ανατολία το έτος 1609: ενώ αποκαλείται «Τούρκος» αντί Κιζηλμπάσης [Qizilbash] σε έγγραφα της εποχής, δεν είναι περίεργο να διαβάζουμε αυτά τα επίθετα με όρους όπως: «bağî» (forestaller, προληπτικός), şakî (bandit, ληστής), tağî (wild, άγριος), celâlî (rebellious, επαναστάτης), zındık (religious, μη-θρησκευόμενος). Ο Ιστορικός Κότσι Μπέη [Koçi Bey, πέθανε το 1650], δεν χρησιμοποίησε θετικές έννοιες για τους «Τούρκους», τους οποίους ταύτισε με διάφορους όρους όπως: «Τούρκος, Τάταρος, Γιουρούκος, (Turk, Tatar, Yoruk)»[17]. Ομοίως, ο ιστορικός Τουλίπ Έρα Νάιμα [Tulip Era Naima, πέθανε το 1716][18], χρησιμοποίησε την έννοια της τουρκικότητας με αρνητικό νόημα, αφού έγραψε από μια κεντρική προοπτική: … «Türk-ü sütürk (wild Turk, άγριος Τούρκος), «Türk-bed lika» (bad-faced, ugly-faced Turk,  κακοπρόσωπος, άσχημος-Τούρκος), «etrak-ı bi idrak» (unperceptive, silly Turks,  ανεπιτήδευτοι, ανόητοι Τούρκοι), «nadan Türk» (rude Turk, τραχύς Τούρκος), αποτελούν μερικούς του όρους[19].

Η ιδεολογία του Τουρκισμού – The ideology of Turkism

Με την Οθωμανική Μεταρρύθμιση (Hatt-ı Şerif of Gülhane, Αυτοκρατορικό Έγγραφο του Gülhane), έγινε χρήση «εθνοτικών» ορισμών[20]. Ένας απ΄ αυτούς που χρησιμοποίησε την έννοια «Τούρκος» ως «εθνοτική» κατηγορία ήταν ο Πολωνός εμιγκρές Κωνσταντίνος Μπορζέκι [Constantin Borzecki, 1826-1876], ο οποίος μετονομάστηκε σε Μουσταφά Σελαλεντίν [Mustafa Celaleddin], αφότου εξισλαμίστηκε και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το βιβλίο του συγγραφέα που ονομάζεται «Les Turcs anciens et modernes», (Turks, Old and Modern – Τούρκοι, Παλαιοί και Σύγχρονοι), που δημοσιεύθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το Παρίσι το 1870, είχε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της συνειδητοποίησης της «Τουρκικότητας».

 Ένας Ούγγρος Εβραίος Οριενταλιστής [Orientalist], ο Arminius Vambery, (βλ. Παράρτημα Β΄), ένας από τους πράκτορες [detectives] του Abdulhamit II, ανήκε σ΄ αυτούς που «μοχλεύουν, μαγειρεύουν» τα βιβλία σε αυτό το πεδίο. Ο συγγραφέας χρησιμοποίησε όρους όπως: «τουρκική δυναστεία», «τούρκικη ομάδα/μπλοκ», «τουρκικές κοινότητες», «Τουρκία», [“Turkish dynasty”, “Turkish block”, “Turkish communities”, “Turkey”], στο βιβλίο του με τίτλο: «Journey to Middle East» του 1873. Ο Γάλλος Τουρκολόγος [Turcologist] Léon Cahun (1841-1900), ήταν συγγραφέας διατριβής, στην οποία υποστήριξε οτι υπήρχε μια ενδοχώρα στη Μέση Ανατολή, γύρω από την οποία ζούσαν εκεί Τούρκοι, και αφού αυτή ξηράθηκε, οι Τούρκοι άρχισαν να μεταναστεύουν στην Ευρασία. Αυτό που έκανε γνωστό τον Cahun στην Τουρκία, είναι το βιβλίο του με τίτλο: «Introduction à l’histoire de l’Asie», (Introduction to Asian Histrory, Εισαγωγή στην Ιστορία της Ασίας), το οποίο δημοσιεύθηκε το 1896. Είναι γνωστό ότι ο Μουσταφά Κεμάλ κράτησε χειρόγραφες σημειώσεις, στα δικά του αντίγραφα αυτού του βιβλίου, που αναφέρθηκε στις επιγραφές «Orkhon Scripts» (Inscriptions), οι οποίες ανακαλύφθηκαν μεταξύ 1889-1893, διάσημες ανά τον κόσμο[21].

Λίγο απείχε για να μεταστραφεί η έννοια της «Τουρκικότητας» [“Turkishness”], που εφεύραν οι παραπάνω συγγραφείς, σ΄ ένα πολιτικό σχέδιο με το όνομα/την ετικέτα του «Τουρκισμού» [Turkism]. Οι Νεό-Τουρκοι (Young Turks) που το αντιλήφθηκαν, οι εθνικές φράξιες, οι οποίες επηρεάστηκαν από τις εθνικιστικές τάσεις, που εξαπλώθηκαν από την Ευρώπη μετά την Γαλλική Επανάσταση του 1789, απομακρύνθηκαν περισσότερο από την [Οθωμανική] Αυτοκρατορία, και βασίστηκαν στην έννοια/τάση «Τουρκισμός» [“Turkism”], που θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: «αναδεικνύοντας την τουρκική ταυτότητα από εθνική, πολιτιστική και πολιτική άποψη», μετά τις ιδεολογίες, της «δυτικοποίησης», του «οθωμανισμού» και του «παν-ισλαμισμού», [“Westernism”, “Ottomanism”, “Pan-Islamism”], τις οποίες υιοθέτησαν για να περισώσουν την Αυτοκρατορία και απέτυχαν.

Στην Ρωσία, η οποία βίωνε με ταχύ ρυθμό, έναν εκσυγχρονισμό δυτικού τύπου, αυτή η τάση, που διαμορφώθηκε κυρίως ως αντίδραση στον ρωσικό εθνικισμό, παραλήφθηκε/ μεταφέρθηκε στην χώρα των Οθωμανών, από την διανόηση ρωσικής προέλευσης όπως οι:  Gaspıralı İsmail, Hüseyinzade Ali, Ağaoğlu Ahmet, Caferoğlu Ahmed, Mehmet Emin Resulzade, Zeki Velidi Togan και Yusuf Akçura[22].

Ειδικά, το βιβλίο με τίτλο: «Üç Tarzı Siyaset» (1904), [Three Types of Politics], το οποίο συνοψίζει τις ιδέες του Akçura, που βρέθηκαν αρχικά, «ρομαντικές», «περίεργες», «καθαρό όνειρο» και «ακραίες», και στη συνέχεια θεωρήθηκαν ως το μανιφέστο «πολιτικού τουρκισμού», επηρέασε την διανόηση της ύστερης οθωμανικής περιόδου, όπως τους Ziya Gökalp, Ömer Seyfettin, Moiz Kohen [Munis Tekinalp] και Mehmet Emin.

 Εφεύρεση του Τουρκικού έθνους – Invention of Turkish nation

Σύμφωνα με όσα είπε ο Yahya Kemal (1884-1958)[23], απ΄ αυτήν την γενιά: ένας από τους ακαδημαϊκούς δασκάλους στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι, ο ιστορικός Albert Sorel, (1842-1906, υπήρξε εννέα φορές προτεινόμενος για το Νομπέλ Λογοτεχνίας), κάποτε είπε στους φοιτητές του ότι: «Υπάρχουν δύο άγνωστες έννοιες στην ιστορία. Η μία αφορά στους πόλους στην γεωγραφία και η άλλη στους Τούρκους στην ιστορία …». Αυτή η πρόταση ενέμπνευσε τον Yahya Kemal: «Πήγαινα σε διαδηλώσεις φοιτητών στο Παρίσι. Την παραμονή του [Πρώτου] Βαλκανικού Πολέμου, οι μειονότητές μας, οι Ρουμ, οι Βούλγαροι, διοργάνωσαν πολύ μεγάλες δημόσιες διαδηλώσεις. Εκείνη την εποχή, οι Νεό-Τουρκοι [Young Turks] ήταν απασχολημένοι με τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ [Abdulhamid]. Δεν γνώριζαν κάτι για «τουρκικό έθνος». Συνειδητοποίησα ότι αυτό που οι Ρουμ, οι Βούλγαροι, ήθελαν να ανατρέψουν, δεν ήταν ο σουλτάνος, ήταν κάτι άλλο. Αυτοί ήθελαν να ανατρέψουν το τουρκικό έθνος. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάτι που ονομάζεται τουρκικό έθνος! Αναρωτήθηκα πώς ήταν αυτό το έθνος; Ποια ήταν η ιστορία του; Είχα ήδη την εκπαίδευσή μου στην Ιστορία στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Άρχισα να διαβάζω βιβλία ιστορίας για να μάθω για την ιστορία του τουρκικού έθνους. Έτσι, η αίσθηση του έθνους και του εθνικισμού γεννήθηκε στο μυαλό και στην ψυχή μου».

Αυτή η ιστορία του Yahya Kemal σχετικά με την «εφεύρεση της αίσθησης του εθνικισμού», αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα της διαδικασίας που έζησαν τόσοι άλλοι διανοούμενοι της εποχής. Όμως, δεν θα ήταν τόσο εύκολο για το κοινό/τη λαϊκή μάζα, να προσαρμοστεί στο πρόγραμμα «Τουρκισμός» [“Turkism”].

Υπάρχει μια ένδειξη σχετικά με αυτό το γεγονός που συνέβη, στις αναμνήσεις του Οθωμανού στρατιωτικού αξιωματούχου Ραχμί Απάκ [Rahmi Apak, 1887-1963], κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Υπήρξε μια συνομιλία μεταξύ του και ενός νεαρού στρατιώτη, που ο ίδιος πίστευε ότι ήταν Αρμένιος:

-“Σε ποια εθνικότητα ανήκεις;”

-«Είμαι Οθωμανός».

-“Τι σημαίνει αυτό; Οθωμανός; Δεν είσαι Τούρκος;”

-«Όχι, δεν είμαι Τούρκος, είμαι Οθωμανός».

-“Εντάξει, ποια γλώσσα μιλάς; Αρμένικα ή Τουρκικά;”

-«Μιλάω Τουρκικά».

-“Αν μιλάς Τουρκικά, τότε είσαι Τούρκος!”

-«Όχι κύριε! Δεν είμαι Τούρκος!»

-“Άνθρωπε! Είσαι Τούρκος, όπως κι εγώ!”

-«Κύριε, μπορεί να είστε Τούρκος, δεν είναι δική μου δουλειά, αλλά εγώ δεν είμαι Τούρκος».

-“Αγαπητέ μου στρατιώτη! Είσαι τρελός; Ακόμη και ο Σουλτάνος ​​είναι Τούρκος.”

-«Κύριε, παρακαλώ μην προσβάλετε τον Σουλτάνο μου – ο Σουλτάνος ​​δεν θα μπορούσε να είναι Τούρκος!»

Υπάρχει μια παρόμοια ιστορία στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Şevket Süreyya (Aydemir, 1897-1976), που ονομάζεται: «Suyu Arayan Adam», (The Man who looks for the Water – Ο Άνθρωπος που αναζητεί Νερό). Ο συγγραφέας, ο οποίος ήταν στην πρώτη γραμμή του Καυκάσου κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ως φοιτητής σε ηλικία 17 ετών, ρώτησε μια ομάδα στρατιωτών από τους χωρικούς της Ανατολίας στην πρώτη γραμμή:

-“Ποια είναι η θρησκεία μας;”

Ο καθένας είπε ένα διαφορετικό πράγμα. Μερικοί από αυτούς είπαν:

-«Ανήκουμε στην θρησκεία του Αλή [Ali]», ενώ άλλοι απάντησαν:

-«Ανήκουμε στην θρησκεία του Ιμάμη Αζάμ [Azam]».

Ο Şevket Süreyya ρώτησε:

-“Ποιος είναι ο προφήτης μας;”

Και πάλι, έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις. Υπήρξε κάποιος που απάντησε:

«Ο Εμβέρ Πασά (Enver Pasha)».

Ο Şevket Süreyya έκανε ένα ακόμη βήμα μπροστά και ρώτησε:

-“Δεν είμαστε Τούρκοι; “

Οι στρατιώτες απάντησαν ταυτόχρονα:

-«Estagfurullah! [May Allah forgive our sins! Για τ΄ όνομα του Θεού! Είθε ο Αλλάχ να συγχωρήσει τις αμαρτίες μας!]» 

Δεν χρειάστηκε τόσο πολύς χρόνος για να κάνουν εκείνους τους στρατιώτες που νόμιζαν ότι τους προσέβαλαν, όταν τους αποκάλεσαν Τούρκους, να φωνάζουν: «Ne mutlu Türküm diyene!» [How happy is whom says I am a Turk! Πόσο χαρούμενος είναι αυτός που λέει ότι είμαι Τούρκος!]

Ο μηχανισμός αυτού του σύντομου αλλά ριζοσπαστικού τρόπου, εξασφάλισε αυτήν τη μεταμόρφωση σε τρία στάδια: 

στο πρώτο στάδιο, που ήταν τα χρόνια του «Εθνικού Αγώνα» (“National Struggle”, 1919-1922), χρησιμοποιήθηκαν «θρησκευτικοί» όροι: «Μουσουλμανική κοινότητα», «Ισλαμικά γεγονότα-παράγοντες», «Ισλαμικό έθνος» [“Muslim community”, “Islamic facts-factors”, “Islamic nation”], για την κινητοποίηση του μουσουλμανικού πληθυσμού στην Ανατολία [Anatolia] και στην Ρουμελία [Rumelia, Βαλκάνια] ενάντια στο “Düvel-I Muazzama” [Great Powers – Μεγάλες Δυνάμεις]. 

Στο δεύτερο στάδιο, οι «θρησκευτικοί» όροι παραχώρησαν την θέση τους σταδιακά, σε «πολιτικούς» όρους: πρώτα στις 8 Φλεβάρη του 1921, η λέξη «Türkiye» [Turkey – Τουρκία] τοποθετήθηκε ως επιγραφή της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης [Grand National Assembly]. Ο Μουσταφά Κεμάλ χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τη λέξη «Τούρκος», ως πολιτικό όρο στις 21 Οκτωβρίου 1922, στην δήλωσή του σχετικά με τη «Μεγάλη Νίκη». Και ο Μουσταφά Κεμάλ τόνοσε σε μια ομάδα εκπαιδευτικών τον Οκτώβριο του 1922: «Ζούσαμε ως θρησκευτική κοινότητα πριν από 3,5 χρόνια… Ζούμε ως τουρκικό έθνος από εκείνη την εποχή (1919)».

Η περίοδος της «Τουρκικής φυλής» – The period of “Turkish race”

Ο Μουσταφά Κεμάλ έδωσε ένα στοιχείο, για το ποιοί παράγοντες δεν περιλαμβάνονται στο «Τουρκικό έθνος» [“Turkish nation”], στην ομιλία του σε εκδήλωση της «Τουρκικής Ένωσης Αδάνων – Σύνδεσμος Βιοτεχνών», [Adana Turkish Association – Craftsmen’s Association] στις 16 Μαρτίου 1923: «Οι φίλοι μας είπε, στις ομιλίες τους λένε ότι άλλοι συντελεστές, αυτοί κι εκείνοι και οι Αρμένιοι, που κυριάρχησαν στα δικά μας Άδανα, κατέλαβαν τις καλλιτεχνικές μας ενώσεις και ήταν σε τέτοια κατάσταση, ώστε ήταν οι ιδιοκτήτες αυτής της χώρας. Αναμφίβολα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει πολύ περισσότερη αδικία και αίσθηση! Οι Αρμένιοι δεν έχουν δικαιώματα σε αυτήν την παραγωγική χώρα. Αυτή η χώρα, αυτή η πατρίδα είναι δική σου. Αυτή η χώρα ανήκε στους Τούρκους, στο παρελθόν και θα ανήκει και στο μέλλον. Και θα είναι τουρκική για πάντα … ». 

Αν κι αυτήν την ρατσιστική προσέγγιση, είχε προσπαθήσει ο Κεμάλ να την εξισορροπήσει με την «κοινωνία της Τουρκίας» [“Turkey’s society”], με τις «Εννέα Αρχές», που ανακοίνωσε με την ίδρυση του Λαϊκού Κόμματος, στις 8 Απριλίου του 1923 – παρά το γεγονός ότι η ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία έγινε με βάση την θρησκεία, μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης που υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923, τα βήματα που έπραξε, έκανε τους πάντες να πιστεύουν ότι δεν υπήρχε ανάγκη για συμμαχίες για τον Εθνικό Αγώνα.  

Για παράδειγμα, ο Hamdullah Suphi (Tanrıöver, 1885-1966) στις συζητήσεις για το Τουρκικό Σύνταγμα του 1924 ανέφερε ότι οι Αρμένιοι, οι Ρουμ και οι Εβραίοι πρέπει να θεωρηθούν «μέρος του τουρκικού έθνους», έως ότου υιοθετήσουν την γλώσσα και τον πολιτισμό της Τουρκίας. Ο Celal Nuri (İleri, 1881-1938) ισχυρίστηκε ότι «οι πραγματικοί πολίτες της Τουρκίας» είναι οι «μουσουλμάνοι κάτοικοι, που μιλούν την τουρκική γλώσσα». Τέλος, ενώ το άρθρο 88 που ορίζει την ιθαγένεια διατυπώθηκε ως εξής: «Στην Τουρκία, όλοι οι πολίτες χωρίς διακρίσεις θρησκείας και φυλής, αποκαλούνται «Τούρκοι» [“Turk-Turkish”], όσον αφορά στην ιθαγένεια, οι δρόμοι των μη-μουσουλμανικών μειονοτήτων, ιδίως του κουρδικού πληθυσμού, διασταυρώθηκε με το άρθρο 12 αναφέροντας: «Εκείνοι που δεν μπορούν να διαβάζουν και να γράφουν στην τουρκική γλώσσα, δεν δύνανται να εκλεγούν βουλευτές»[24].

Μετά την εξέγερση (1924-5) του Σείχη Σαΐντ (Sheikh Said, 1865-1925), που ήταν πιθανώς μια αντίδραση σε αυτήν την διάκριση, καταργήθηκε. Ωστόσο ο πρωθυπουργός Ισμέτ Πασά ανακοίνωσε ότι το καθεστώς θα συνεχίσει να επιμένει στον ρατσισμό, στην δήλωσή του που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Vakit στις 27 Απριλίου 1925: «Η εθνικότητα/ ιθαγένεια είναι για μας ο μόνος ενοποιητικός παράγοντας. Άλλοι παράγοντες δεν επηρεάζουν την τουρκική πλειοψηφία. Το καθήκον μας είναι να κάνουμε τους ανθρώπους που βρίσκονται στην τουρκική πατρίδα, Τούρκους! Θα αποκόψουμε τους παράγοντες που θα μπορούσαν να είναι ενάντια στους Τούρκους και τον Τουρκισμό. Ιδιότητες/Χαρακτηριστικά που αναζητούμε σε όποιον θα υπηρετήσει την χώρα, αρχικά είναι τουρκικά [Turkish and Turkist] … ».

Ένα από τα πρώτα έργα/μελέτες του Τουρκικού Κέντρου Ερευνών Ανθρωπολογίας [Turkish Antropology Investigation Center], που ιδρύθηκε το 1925 με οδηγίες του Μουσταφά Κεμάλ, [γνωστό για την κριτική και την εξέταση βιβλίων ρατσιστικών φιλοσόφων, όπως του Γάλλου Gobineau (1816-1882) και του Ελβετού Pittard (1867-1962)], ήταν διερευνητικές έρευνες για «παιδιά που έχουν διαφορετική εθνοτική (φυλετική)/ethnic (race) καταγωγή, όπως Τουρκόπουλα, Αρμενόπουλα, παιδιά των Ρουμ και Εβραϊόπουλα», «εξετάζοντας τα κρανία που συλλέχθηκαν από το νεκροταφείο Karacaahmet[25].  

Ο Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος ομίλησε στις 30 Σεπτεμβρίου 1926, στην επιτροπή που προσήλθε για λογαριασμό της Τουρκικής Κοινότητας [Turkish Exercise Community], στο Προεδρικό Μέγαρο στην Çankaya περιελάμβανε ορισμένους όρους όπως: «ανάκτηση φυλής», «ανάγλυφο της φυλής» και «αποκλεισμός/έλεγχος της φυλής» [“race reclamation”, “relief of race” and “elimination/screening the race”]. Σε ομιλία του προς τη Νεολαία στις 20 Οκτωβρίου 1927, ανέφερε για τον ρατσισμό σε μια μεταφορική μορφή λέγοντας: «Τουρκική νεολαία! Η δύναμη που χρειάζεστε είναι ήδη ενσωματωμένη στο ευγενές σας αίμα». Με την εκστρατεία που πραγματοποιήθηκε από φοιτητές το 1928, όπου αναφερόταν: “Γεια σου πολίτη! Μίλα τουρκικά!”, το έργο της διαμόρφωσης «Τουρκικής φυλής», επιταχύνθηκε σε «Τουρκική ιθαγένεια».

Οικοδομώντας το «Τουρκικό Έθνος» – Building “Turkish Nation”

Στο Πρώτο Συνέδριο Ιστορίας [First History Congress, 2-11 Ιουλίου 1932], τέθηκε σε συζήτηση η Τουρκική Ιστορική Θέση ότι: «… όλοι οι πολιτισμοί ιδρύθηκαν από τους Τούρκους». Η «κύρια τουρκική φυλή» ορίστηκε από τον Reşit Galip ως εξής: «είναι γνωστή με τα εξής χαρακτηριστικά: ψηλή, ανοιχτόχρωμο δέρμα, ίσια ή αετίσια μύτη, συμμετρικά χείλη, οι περισσότεροι γαλανομάτηδες και δεν έχουν κλίση αλλά κάθετο άνοιγμα των βλεφάρων, Αλπική φυλή [“Alpine race” (….)], που έχει οργανικά χαρακτηριστικά όπως ομάδα αίματος τύπου Α και κοινωνικά χαρακτηριστικά όπως, πολιτισμός, ηρωισμός, καλλιτεχνικές δεξιότητες».

Μετά από πέντε έτη το 1933 ήταν η χρονιά, κατά την οποία οι μη-τουρκικοί παράγοντες της κοινωνίας τρομοκρατήθηκαν ξανά με τις κραυγές των πανεπιστημιακών νέων ως εξής: «Γεια σου πολίτη! Μίλα Τουρκικά!», (βλ. Παράρτημα Γ΄). Το 1934 με τον Νόμο περί Διακανονισμού [Settlement Law], που τέθηκε σε ισχύ για την επίλυση του «Κουρδικού Ζητήματος» [“Kurdish Question”] και των προβλημάτων διακανονισμού των Μουσουλμάνων προσφύγων που ήρθαν στην Τουρκία, η Τουρκία χωρίστηκε σε τρία μέρη χρησιμοποιώντας όρους όπως, «φυλή»/“race”, «γένος»/“breed” και «πολιτισμός»/“culture”. Έτσι, ο όρος «Τούρκος» στο άρθρο 88 του Συντάγματος του 1924, έγινε κατανοητός για άλλη μια φορά.

Εν ολίγοις: το 1936, η θεώρηση της Γλώσσας του Ήλιου [Sun Language Theory], στηρίχθηκε στ΄ ότι «όλες οι γλώσσες πολιτισμού από την Ευρώπη στην Αφρική, ακόμη και στην Αμερική, προέρχονται από τα Τουρκικά ως ρίζα!». Το δεξί χέρι του Ατατούρκ, Afet İnan υπέβαλε 64.000 ανθρώπους σε ανθρωπομετρικούς υπολογισμούς, κατά την διάρκεια διδακτορικής διατριβής υπό τον Ελβετό Ανθρωπολόγο Pittard, «προκειμένου να δείξει ότι οι Τούρκοι είναι οι τέλειοι εκπρόσωποι της βραχυκεφαλικής φυλής των Άλπεων»[26]. Αυτή η μεγάλη «ρατσιστική» μελέτη (ακόμη και στο ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας, δεν υπάρχει ανάλογη), πραγματοποιήθηκε με όλη την υποστήριξη του Πρωθυπουργικού Γραφείου, του Υπουργείου Εθνικής Ασφάλειας, του Υπουργείου Υγείας και του Υπουργείου Παιδείας και οι υπολογισμοί έγιναν από πολιτικούς και στρατιωτικούς γιατρούς. Στελέχη υγείας, καθηγητές φυσικής αγωγής και στρατιώτες υποβλήθηκαν στην εξέταση της Afet İnan ως εθελοντές.

Στο  Δεύτερο Συνέδριο Ιστορίας [Second History Congress], που πραγματοποιήθηκε στις 20-25 Σεπτεμβρίου 1937, το θέμα της έκθεσης/εισήγησης του Sadri Maksudi Arsal (1878-1957) ήταν: «Η Έννοια του Κράτους και του Νόμου στην Ιστορία της Ανθρωπότητας και ο Ρόλος της Τουρκικής Φυλής στην Ανάπτυξη των Οργανώσεων» [“The Concept of State and Law in the History of Mankind and The Role of Turkish Race in the Development of Institutes”], αναφορά του Hasan Reşit Tankut (1891-1980) με τίτλο: «Σχέσεις μεταξύ της Γλώσσας και της Φυλής» [“Relations between Language and Race”] και του Dr. Nurettin Onur με τίτλο: «Έρευνα της Τουρκικής Φυλής, όσον αφορά στις Ομάδες Αίματος», [“A Surbey on the Origin of Turkish Race in terms of Blood Groups”]. Το Τουρκικό Περιοδικό Ανθρωπολογίας [Turkish Antropology Magazine], που εκδόθηκε μεταξύ των ετών 1925-1939 και του οποίου οι «επίτιμοι ιδιοκτήτες» ήταν οι εκάστοτε Υπουργοί Παιδείας, ήταν γεμάτο με παραδείγματα που προσπαθούσαν να  αποδείξουν την ανωτερότητα της τουρκικής φυλής.

Περίοδος του «Μουσουλμάνου Τούρκου» – Period of ‘Muslim Turk”

Μετά το 1945 και τη συντριπτική ήττα της Γερμανίας στον πόλεμο, κανείς δεν είχε την γενναιότητα να υποστηρίξει την ρατσιστική και φασιστική θέση λόγω των σχέσεων της Άγκυρας, που είχαν δημιουργηθεί με το Δυτικό Μπλοκ. Έτσι, οι ρατσιστές Τούρκοι άλλαξαν επίσης τις λέξεις τους: μιλούσαν για «εθνικισμό» και όχι «Τουρανισμό», «Τουρκικό έθνος» και όχι «Τουρκική φυλή», «εθνικιστές» και όχι «Γκρίζοι λύκοι». Προσπάθησαν να διαδώσουν τις νέες τους θέσεις στις μάζες μέσω εκδοτικών οίκων όπως, Millet, Orhun, Kopuz, Büyük Doğu, Hareket και μέσω οργανώσεων όπως η Τουρκική Οργάνωση Νεολαίας [Turkish Youth Organization], η Ένωση Τουρκικού Πολιτισμού της Κύπρου [Cyprus Turkish Culture Association], η Ένωση Καταπολέμησης Κομμουνισμού [Association of Fight Against Communism]. 

Συντηρητικοί διανοούμενοι που συνασπίστηκαν στην «Aydınlar Ocağı», [Ένωση Πληροφοριών – Intelligentsia Association], που ιδρύθηκε την δεκαετία του 1970, προσπάθησαν να διαμορφώσουν μια «νέα τουρκικότητα».

Σύμφωνα με αυτούς τους διανοούμενους: «Η συντομότερη περιγραφή του Τούρκου είναι: Μουσουλμάνος που μιλάει τουρκικά. Ο τουρκικός πολιτισμός είναι ένας πολύ παλαιός πολιτισμός με σημαντική θέση στην παγκόσμια ιστορία, τις παραδόσεις, την γεωγραφικά φημισμένη και ιστορικά διασφαλισμένη παγκόσμια δύναμη. Οι Τούρκοι προέρχονται από τη λευκή φυλή, είναι ανθρωπιστές, δίκαιοι, ποτέ δεν αιματοκύλησαν, ανεκτικοί, κοσμικοί και με σεβασμό σε αδύναμους, ηλικιωμένους, γυναίκες, οικογένεια και στράτευμα. Η θρησκεία είναι η κύρια αξία που «κάνει ένα έθνος, έθνος». Η θρησκεία είναι το πιο σημαντικό στοιχείο που προστατεύει τον Τούρκο από την αποξένωση και από την ομοιότητα με την Δύση. Το Ισλάμ είναι μια θρησκεία που αποκαλύφθηκε στους Τούρκους, επειδή υπάρχουν τόσες πολλές ομοιότητες της προ-Ισλαμικής κουλτούρας των Τούρκων, με τον πολιτισμό του Ισλάμ. Αυτές οι ομοιότητες είναι ο μονοθεϊσμός, η πίστη στην αθανασία της ψυχής, η αίσθηση της δικαιοσύνης/δικαίου και η σημασία της οικογένειας και του ήθους. Οι Τούρκοι προσέφεραν επίσης πολύ μεγάλες «υπηρεσίες» στο Ισλάμ. Η πιο σημαντική από αυτές ήταν να ανακόψουν τις Σταυροφορίες. Εάν αυτό δεν είχε συμβεί, ο Χριστιανισμός θα ήταν ο «κυρίαρχος κόσμος», αντί του Ισλάμ! Εν συντομία, ο Τούρκος οφείλει τόσα πολλά πράγματα στο Ισλάμ και το Ισλάμ οφείλει στον Τούρκο. Αυτός ο ορισμός έγινε δημοφιλής με το όνομα «Τουρκο-Ισλαμική Σύνθεση» [“Turkish-Islam Synthesis”][27].

Ο Alpaslan Türkeş (1917-1997), ο οποίος ήταν ο ηγέτης του MHP (Nationalist Movement Party,  Κόμμα Εθνικιστικών Κινήσεων), που ιδρύθηκε εκείνα τα χρόνια, απάντησε στην ερώτηση δημοσιογράφων: «Είστε Τουρκιστές ή Ισλαμιστές;» [“Are you Turkist or Islamist?”], ως εξής:

«Είμαι Τούρκος ως το βουνό Τάνρι [Tanrı] και Μουσουλμάνος ως το βουνό Χίρα [Hira]». Δεν υπάρχει βεβαιότητα για τις ημερομηνίες, αλλά αυτή η απάντηση έδωσε κάποιες ενδείξεις για τις περιοχές της Τουρκικότητας και του Ισλάμ στον «τύπο σύνθεσης» του Turkeş καθώς το υψηλότερο σημείο των βουνών Tanrı είναι 7.429 μέτρα, αλλά το βουνό Hira (Nur) είναι μόνο ένας μικρός λόφος 281 μέτρων.

Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980, σε μια περίοδο όπου συνέβησαν εξαιρετικά περιστατικά, και πάλι, η τουρκό-ισλαμική σύνθεση προσέλκυσε τον ιδεολογικό ορίζοντα της νοοτροπίας υπέρ του πραξικοπήματος, οργανώνοντας την υπόσχεση του γεγονότος ότι, η κοινωνική τάξη θα αποκατασταθεί και η ενότητα και η αλληλεγγύη θα προστατευθούν για πάντα.

Σήμερα, στη στάση τουρκικότητας της διατύπωσης «Τούρκος ως το βουνό Τανρί, Μουσουλμάνος ως το βουνό Χίρα», φαίνεται ότι η μουσουλμανική πλευρά γίνεται αρκετά ισχυρότερη.

Συνεπώς βλέπουμε ότι όροι όπως, Τούρκος, Τουρκικότητα, Τουρκική φυλή και Τουρκικό έθνος [Turk, Turkishness, Turkish race, Turkish nation], που χρησιμοποιούμε σήμερα, αποτελούν προϊόντα εξαιρετικά περίπλοκων διαδικασιών «οικοδόμησης/ διαμόρφωσης», που ξεκίνησαν πριν από αιώνες, και συνεχίστηκαν μέχρι σήμερα χωρίς διακοπή. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι η διαδικασία οικοδόμησης συνεχίζεται. Στον ισχυρισμό ότι μια οικοδομημένη ταυτότητα είναι ανώτερη από μια άλλη πιθανά κατασκευασμένη ταυτότητα, υποδηλώνει το λιγότερο, την έλλειψη ιστορικής συνείδησης. Έτσι, θα ήταν καλύτερα να θυμόμαστε αυτήν την ιστορία αφού πάρουμε μια βαθιά ανάσα, όταν φωνάξουμε με υπερηφάνεια την πρόταση: “Ne Mutlu Türküm Diyene!” (How Happy is He Who Say I’m Turk! … Πόσο χαρούμενος είναι αυτός που λέει ότι είμαι Τούρκος!)

Σ.τ.ε.: βλ. πρόσθετα το Παράρτημα Δ΄, όσον αφορά στις δημοφιλείς εξετάσεις DNA για τους Τούρκους και το Παράρτημα Ε΄ για τις κύριες πολιτικές της διεργασίας «τουρκικοποίησης» στην δημοκρατία της Τουρκίας.

 

Πηγές & ΠαραπομπέςSummary of References

-Reşat Genç, Kaşgarlı Mahmud’a Göre XI. Yüzyılda Türk Dünyası (Turkish World in 11th century according to Mahmud al-Kashgari) Türk Kültürünü Araştırma Enstitüsü Yayınları, 1997

-Onur Bilge Kula, “’Türkiye’ Sözcüğünün Kullanıldığı Almanca İlk Belge:Tannhauser’in ‘Haçlı Seferi Şarkısı’(“The first document in German language which the word of “Turkey” was first used: “Crussader’s Song of Tennhauser”), Tarih ve Toplum, December 1992, P. 108, p. 329

-Hakan Erdem, “Osmanlı Kaynaklarından Yansıyan Türk İmaj(lar)ı”(“Turkish image(s) reflecting from Ottoman references”)  Dünyada Türk İmgesi, Kitap Yayınevi, 2005, pp.13-26

-Muzaffer Özdağ, Osmanlı Tarih ve Edebiyatında Türk Düşmanlığı” (“Turcophobia in Ottoman History and Literature”), Tarih ve Toplum, S.65, pp.9-15

-François Georgeon, Türk Milliyetçiliğinin Kökenleri Yusuf Akçura (Roots/Origin of Turkish Nationalism Yusuf Akçura) (1876-1935), Tarih Vakfı Yurt Yayınları, 1999

-Rahmi Apak, Yetmişlik Bir Subayın Hatıraları, (Memories of a 70 year-old tenant) Türk Tarih Kurumu Yayınları, 1988, Şevket Süreyya Aydemir, Suyu Arayan Adam,(The Man who seeks for the water) Remzi Kitabevi, 1999

-Şair ve Fikir Adamı Olarak Yahya Kemal, (Yayha Kemal as a poet and a philosopher)  Yayına Hazırlayan: Osman Oktay, http://www.turkocagi.org.tr/kitaplar/YahyaKemalBeyatli.pdf

-Atatürk’ün Söylev ve Demeçleri, (Ataturk’s speeches and declarations) Atatürk Araştırma Merkezi, 2006

-Ahmet Yıldız, “Ne Mutlu Türküm Diyebilene”  Türk Ulusal Kimliğinin Etno Seküler Sınırları (1919-1938), (How happy is he who could say I am Turk! Ethno-secular borders of Turkish national identity)  İletişim, 2001

-Nazan Maksudyan, Türklüğü Ölçmek, (Bilimkurgusal Antropoloji ve Türk Milliyetçiliğinin Irkçı Çehresi), (Calculating Turkishness (Science-fictional Antropology and Racist Face of Turkish Nationalism) Metis, 2005

-Suavi Aydın “Cumhuriyet’in İdeolojik Şekillenmesinde Antropolojinin Rolü: Irkçı Paradigmanın Yükselişi ve Düşüşü”(The role of anthropology in the ideological formation of the republic: Rising and Falling of Racist Paradigm), Modern Türkiye’de Siyasi Düşünce, (Political thought in modern Turkey) Kemalizm, C.2, İletişim, 2001, s. 344-369

-Etienne Copeaux, Türk Tarih Tezinden Türk-İslam Sentezine, (From Turkish History Thesis to Turkish-Islam Synthesis) Tarih Vakfı Yurt Yayınları, 1998

-Bozkurt Güvenç ve diğerleri, Türk-İslam Sentezi,(Turkish-Islam Synthesis) Sarmal Yayınları, 1994

-İbrahim Kafesoğlu, Türk-İslam Sentezi, ,(Turkish-Islam Synthesis)  Aydınlar Ocağı Yayınları, 1985. 

Εικόνα 1: Έποψη Καθεδρικοιύ Ναού Αγίου Στεφάνου στην Βιέννη

«Ταπείνωση και θρίαμβος κατά πάντα και δια πάντα».

Στην εικόνα, “Ο μισόγυμνος «Τούρκος» που ξεψυχά, γλιστρά μαζί με τα όπλα του. Το σώμα του χρησιμεύει ως σκαλοπάτι για τον μεταμορφωμένο Χριστιανό στην άνοδό του προς τον ουρανό. Η μπαρόκ αποθέωση (1738) πάνω από τον άμβωνα του Καπιστράνο στην βόρεια πλευρά του καθεδρικού ναού του Αγίου Στεφάνου στην Βιέννη, δείχνει τον Ιωάννη του Καπιστράνο, ο οποίος αγιοποιήθηκε το 1690, ως νικητή των «Τούρκων». Επιπλέον, μέχρι το 1945, υπήρχε πάνω από την κύρια είσοδο του καθεδρικού ναού, η επιγραφή “1683 – schau Mahomet, du Hunt“, [1683 – look Muhammad, you Dog]. Αφαιρέθηκε με εντολή του Καρδινάλου Franz König (1905-2004)”,  

Πηγή: Andre Gingrich, The Nearby Frontier: Structural Analyses of Myths of Orientalism, Apr 2015

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄

Ο Τζεμ Σουλτάν [Cem Sultan, 22 Δεκεμβρίου 1459 Αδριανούπολη – 25 Φεβρουαρίου 1495, Κάπουα , Βασίλειο της Νάπολης],  διεκδίκησε τον οθωμανικό θρόνο τον 15ο αιώνα. Ήταν ο τρίτος γιος του Σουλτάνου Μωάμεθ Β΄. Ο Τζεμ εξορίστηκε στην Αίγυπτο και την Ευρώπη, υπό την προστασία των Μαμελούκων, των Ιωαννιτών Ιπποτών στο νησί της Ρόδου και του Πάπα. Σύμφωνα με το έθιμο για έναν Οθωμανό πρίγκιπα (şehzade, ehehzāde), ο Τζεμ διορίστηκε ως επαρχιακός διοικητής της Κασταμονής το 1469. Τον Δεκέμβριο του 1474, ο Τζεμ αντικατέστησε τον αποθανόντα αδελφό του Μουσταφά, ως κυβερνήτης του Καραμάν [Karaman] στο Ικόνιο. Με τον θάνατο του Μωάμεθ του κατακτητή, στις 3 Μαΐου 1481, ο Βαγιαζήτ [Bayezid] ήταν ο κυβερνήτης των Σίβας, Τοκάτ, Αμάσειας και ο Τζεμ κυβερνούσε τις επαρχίες Καραμάν και Κασταμονής. Χωρίς καθορισμένο κληρονόμο ξέσπασε σύγκρουση για την διαδοχή του θρόνου μεταξύ του Τζεμ και του Βαγιαζήτ. Σε αντίθεση με τον ισλαμικό νόμο, ο οποίος απαγορεύει οποιαδήποτε περιττή καθυστέρηση στην ταφή, το σώμα του Mωάμεθ Β΄ μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρισκόταν τρεις ημέρες. Ο Μεγάλος Βεζίρης Καραμανλί Μεχμέτ Πασά  – πιστεύοντας ότι εκπληρώνει τις επιθυμίες του αποθανόντος Σουλτάνου – επιχείρησε να ρυθμίσει μια κατάσταση κατά την οποία ο μικρότερος γιος Τζεμ, του οποίου η διοικητική έδρα στο Ικόνιο ήταν πιο κοντά από την έδρα του αδελφού του Βαγιαζήτ στην Αμάσεια, θα έφθανε στην Κωνσταντινούπολη πριν από τον μεγαλύτερο αδερφό του για να διεκδικήσει τον θρόνο. Ωστόσο οι Γενίτσαροι εξεγέρθηκαν και σκότωσαν τον Μεχμέτ Πασά. Ο πρίγκιπας Βαγιαζήτ έφθασε στην Κωνσταντινούπολη στις 21 Μαΐου 1481 και ανακηρύχθηκε Σουλτάνος. Μόνο έξι ημέρες αργότερα, ο Τζεμ κατέλαβε την πόλη Inegöl με στρατό 4.000 ανδρών. Ο σουλτάνος Βαγιαζήτ έστειλε στρατό για να σκοτώσει τον αδερφό του. Στις 28 Μαΐου, ο Τζεμ νίκησε τον στρατό του Βαγιαζήτ και ανακήρυξε τον εαυτό του Σουλτάνο της Ανατολίας, με πρωτεύουσα την Προύσα. Πρότεινε να διαχωρίσει την αυτοκρατορία μεταξύ αυτού και του αδελφού του, αφήνοντας στον Βαγιαζήτ την ευρωπαϊκή πλευρά. Ο Βαγιαζήτ απέρριψε την πρόταση, δήλωσε ότι «μεταξύ ηγετών δεν υπάρχει συγγένεια» και βάδισε προς την Προύσα. Η αποφασιστική μάχη μεταξύ των δύο διεκδικητών του οθωμανικού θρόνου πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιουνίου 1481, κοντά στην πόλη του Γιανσιχίρ. Ο Τζεμ ηττήθηκε και έφυγε με την οικογένειά του στο Κάιρο των Μαμελούκων.

Στο Κάιρο, ο Τζεμ έλαβε μια επιστολή από τον αδερφό του, που του προσέφερε ένα εκατομμύριο akçes (οθωμανικό νόμισμα) για να σταματήσει να αγωνίζεται για τον θρόνο. Ο Τζεμ απέρριψε την προσφορά και τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε εκστρατεία στην Ανατολία υπό την υποστήριξη του Κασίμ Μπέη [Kasım Bey, Qāsım Beğ], κληρονόμου του κυβερνώντος οίκου του Καραμάν και του Sanjek Bey της Άγκυρας. Στις 27 Μαΐου 1482, ο Τζεμ πολιόρκησε το Ικόνιο αλλά σύντομα ηττήθηκε και αναγκάστηκε να αποσυρθεί στην Άγκυρα. Στόχευε να επιστρέψει στο Κάιρο, αλλά όλοι οι δρόμοι προς την Αίγυπτο ήταν υπό τον έλεγχο του Βαγιαζήτ. Προσπάθησε να επαναδιαπραγματευτεί με τον αδελφό του και ο Βαγιαζήτ του πρόσφερε ένα επίδομα για να ζήσει ήσυχα στην Ιερουσαλήμ, αλλά αρνήθηκε να διαμοιράσει την αυτοκρατορία, ωθώντας τον Τζεμ να φύγει στην Ρόδο στις 29/7/1482. Εκεί ζήτησε την προστασία του Γάλλου κυβερνήτη και σε αντάλλαγμα για την ανατροπή του νέου σουλτάνου Βαγιαζήτ, ο πρίγκιπας Τζεμ προσέφερε διαρκή ειρήνη μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Χριστιανισμού, εφόσον ανακτούσε τον Οθωμανικό θρόνο. Ωστόσο ο Pierre d’Aubusson πλησίασε κρυφά τον Βαγιαζήτ, συνήψε μια ειρηνευτική συνθήκη και έπειτα κατέληξε σε ξεχωριστή συμφωνία για την αιχμαλωσία του Τζεμ τον Μάρτιο του 1483: υποσχέθηκε στον Βαγιαζήτ να κρατήσει τον Τζεμ σε αντάλλαγμα για ετήσια πληρωμή 40.000 δουκάτων. Ως εκ τούτου, οι Ιππότες έλαβαν τα χρήματα και πρόδωσαν τον Τζεμ, ο οποίος στη συνέχεια «έγινε ένας καλοδεχούμενος φυλακισμένος» στην Ρόδο. Αργότερα ο Τζεμ στάλθηκε στο κάστρο του Pierre d’Aubusson στην Γαλλία. Μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας σχετικά με τον περιορισμό του, έγινε όμηρος: εκείνοι που ήλπιζαν να χρησιμοποιήσουν τ΄ όνομα και το πρόσωπό του για να προκαλέσουν αναταραχές στην οθωμανική σφαίρα, περιλάμβαναν τον σουλτάνο Mamlūk Qāʾit Bāy, τον Matthias Corvinus, βασιλιά της Ουγγαρίας και τον Πάπα Ιννοκέντιο Η΄ [Innocent VIII]. Ορισμένοι, όπως οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη, οι Ενετοί, ο βασιλιάς της Νάπολης, ο Πάπας Ιννοκέντιος Η΄ και ο Αλέξανδρος ΣΤ΄, θεώρησαν την παρουσία του στην Ευρώπη ως αποτροπή για οθωμανική επίθεση εναντίον των Χριστιανών και μια ευκαιρία για κέρδος. Από την πλευρά του, ο Βαγιαζήτ έστειλε πρεσβευτές και κατασκόπους στην Δύση για να διαβεβαιωθεί για την επ’ αόριστον κράτησή του και προσπάθησε να τον δολοφονήσει.  

Ο Τζεμ έζησε για ένα έτος στο Δουκάτο του Savoy. Μετά τον θάνατο του βασιλιά Λουδοβίκου ΧΙ της Γαλλίας (30 Αυγούστου 1483), ο οποίος αρνήθηκε να δεχθεί μουσουλμάνο στα εδάφη του, οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη τον μετέφεραν στο Λιμουζέν. Ο Τζεμ έζησε εκεί τα επόμενα πέντε χρόνια, κυρίως στο Bourganeuf. Ήταν ουσιαστικά αιχμάλωτος. Όταν ο βασιλιάς της Ουγγαρίας και ο Πάπας ζήτησαν την επιμέλεια του πρίγκιπα, ο Πάπας επικράτησε και ο Τζεμ έφθασε στην Ρώμη στις 13/3/1489. Ο Πάπας ετοιμάστηκε να ξεκινήσει μια σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών, αλλά αναβλήθηκε όταν ο Matthias Corvinus της Ουγγαρίας πέθανε στις 6/4/1490. Αυτές οι εξελίξεις ανησύχησαν τον Βαγιαζήτ, ο οποίος επικοινώνησε με τον D’Aubusson και έστειλε τον Μουσταφά Μπέη [Mustafa Bey] στην Ρώμη, για τη σύναψη μυστικής συμφωνίας, τον Δεκέμβριο του 1490. Ο σουλτάνος ​​υποσχέθηκε να μην επιτεθεί στην Ρόδο, στην Ρώμη ή στην Βενετία, καθώς και να καταβάλει το επίδομα του Τζεμ, ήτοι 40.000 δουκάτα στον Πάπα, (10.000 εκ των οποίων προορίζονταν για τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη), σε αντάλλαγμα της φυλάκισης του πρίγκιπα. Ο Πάπας επιχείρησε ανεπιτυχώς να χρησιμοποιήσει τον Τζεμ για να ξεκινήσει μια νέα σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών και προσπάθησε να τον αλλαξοπιστήσει, χωρίς αποτέλεσμα. Ωστόσο, η παρουσία του Τζεμ στην Ρώμη ήταν χρήσιμη, διότι όποτε ο Βαγιαζήτ σκόπευε να ξεκινήσει στρατιωτική εκστρατεία εναντίον χριστιανικών εθνών των Βαλκανίων, ο Πάπας απειλούσε να απελευθερώσει τον αδερφό του. Σε αντάλλαγμα για την κράτηση του Τζεμ, ο Βαγιαζήτ πλήρωσε στον Πάπα 120.000 κορώνες, (ποσό ίσο με όλες τις άλλες ετήσιες πηγές παπικών εσόδων) και ετήσιο τέλος 45.000 δουκάτων. Μεγάλο μέρος των δαπανών που συνδέονται με το παρεκκλήσι Sistine πληρώθηκαν με χρήματα από τα οθωμανικά λύτρα. Το 1494, ο Κάρολος Θ΄ εισέβαλε στην Ιταλία, για να κατακτήσει το βασίλειο της Νάπολης και ανακοίνωσε σταυροφορία εναντίον των Τούρκων. Ανάγκασε τον Πάπα Αλέξανδρο ΣΤ΄ να παραδώσει τον Τζεμ, ο οποίος έφυγε από την Ρώμη με τον γαλλικό στρατό στις 28/1/1495. Ο πρίγκιπας πέθανε στη Νάπολη στις 25 Φεβρουαρίου, στην ηλικία μόλις των 35 ετών. Ορισμένοι λογαριασμοί αποδίδουν τον θάνατό του σε δηλητήριο, αλλά πιθανότατα υπέκυψε σε πνευμονία. Ο σουλτάνος ​​ Βαγιαζήτ κήρυξε πένθος για τρεις ημέρες. Ζήτησε επίσης το σώμα του για την κηδεία, αλλά μετά από τέσσερα χρόνια μεταφέρθηκε στα οθωμανικά εδάφη και τάφηκε στην Προύσα.

Πηγή: Wiki

 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β΄

Ο Ármin Vámbéry, γνωστός και ως Arminius Vámbéry [19/3/1832, Szent-György, Βασίλειο Ουγγαρίας, Αυστριακή Αυτοκρατορία (Svätý Jur, Σλοβακία) – 15/9/1913, Βουδαπέστη, Αυστρο-Ουγγαρία], ήταν Ούγγρος Τουρκολόγος και ταξιδιώτης. Ο Vámbéry γεννήθηκε ως Hermann Wamberger, σε μια φτωχή εβραϊκή οικογένεια. Σύμφωνα με τον Ernst Pawel, βιογράφο του Theodor Herzl, καθώς και τον Tom Reiss, βιογράφο του Kurban Said, το αρχικό επώνυμο του Vámbéry ήταν το Wamberger. Ανατράφηκε ως Εβραίος, αλλά αργότερα έγινε άθεος. Ο Vámbéry ήταν ενός έτους όταν ο πατέρας του πέθανε και η οικογένεια μετακόμισε στο Dunaszerdahely (Dunajská Streda, Σλοβακία). Παρακολούθησε το τοπικό σχολείο μέχρι την ηλικία των 12 ετών και έδειξε αξιοσημείωτη ικανότητα εκμάθησης γλωσσών. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο λόγω δύσκολων οικονομικών συνθηκών. Εργάστηκε για λίγο ως βοηθός ράφτη, αλλά αφού έγινε δάσκαλος του γιου του πανδοχέα του χωριού, του επέτρεψαν οι φίλοι του να εισέλθει στο “Untergymnasium” του Szentgyörgy. Στην ηλικία των 16 ετών, γνώριζε καλά Ουγγρικά, Εβραϊκά, Λατινικά, Γαλλικά και Γερμανικά. Επίσης, γρήγορα έμαθε Αγγλικά, Σκανδιναβικές γλώσσες, Ρωσσικά, Σερβικά και άλλες Σλαβικές γλώσσες. Το 1846, πήγε στο Pressburg (Μπρατισλάβα, Ουγγρικά Pozsony), όπου παρέμεινε τρία χρόνια. Αργότερα σπούδασε στην Βιέννη , στο Kecskemét και στην Βουδαπέστη.

Ο Vámbéry προσελκύθηκε ιδιαίτερα από τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μέχρι την ηλικία των 20 ετών, ο Vámbéry είχε γνωρίσει αρκετούς Οθωμανούς, για να μεταβεί, μέσω της βοήθειας του βαρώνου Joseph Eötvös, στην Κωνσταντινούπολη και να καθιερωθεί ως ιδιωτικός δάσκαλος ευρωπαϊκών γλωσσών. Έγινε δάσκαλος στο σπίτι του Huseyin Daim Pasha και, υπό την επήρεια του φίλου και του εκπαιδευτή του, Ahmet Efendi, έγινε Οθωμανός, υπηρετώντας ως γραμματέας του Fuat Pasha. Περίπου αυτήν την περίοδο εξελέγη αντίστοιχο μέλος της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών, σε αναγνώριση των μεταφράσεών του από Οθωμανούς ιστορικούς.

Μετά από περίπου ένα χρόνο στην Κωνσταντινούπολη, δημοσίευσε ένα γερμανό-τουρκικό λεξικό το 1858. Αργότερα, δημοσίευσε επίσης διάφορα άλλα γλωσσικά έργα. Έμαθε επίσης άλλες 20 τουρκικές γλώσσες και διαλέκτους. Επιστρέφοντας στην Βουδαπέστη το 1861, έλαβε ένα επίδομα από την ακαδημία και το φθινόπωρο του ίδιου έτους, μεταμφιεσμένος ως σουνίτης δερβίσης και με το όνομα Reshit Efendi, ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη. Ακολούθησε την διαδρομή από την Τραπεζούντα στη Μαύρη Θάλασσα προς την Τεχεράνη στην Περσία, όπου προσχώρησε σε μια ομάδα προσκυνητών που επέστρεφαν από τη Μέκκα, περνώντας αρκετούς μήνες μαζί τους ταξιδεύοντας στο Κεντρικό Ιράν (Tabriz, Zanjan και Kazvin). Στη συνέχεια πήγε στο Shiraz, μέσω του Ispahan και τον Ιούνιο του 1863 έφθασε στο Khorezm (Κεντρική Ασία). Καθόλη την περίοδο αυτή παρέμεινε ως «Reshit Efendi», έτσι ώστε κατά την άφιξή του στο Χανάτο του Khiva κατάφερε να παρακολουθήσει συζητήσεις με τον Khan Sayyid Muhammad. Μαζί με την ομάδα των ταξιδιωτών του, διέσχισε στη συνέχεια την Μπουχάρα και έφθασε στη Σαμαρκάνδη. Από εκεί άρχισε την επιστροφή του: ταξιδεύοντας μέσω της Herat, Τεχεράνης, και μέσω της Τραπεζούντας και του Ερζερούμ , έφθασε στην Κωνσταντινούπολη τον Μάρτιο του 1864.

Αυτό ήταν το πρώτο επιτυχημένο ταξίδι αυτού του είδους που ανέλαβε ένας Ευρωπαίος. Μετά από ένα μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι επέστρεψε στην Πέστη τον Μάιο του 1864. Πήγε στο Λονδίνο για να κανονίσει την έκδοση του βιβλίου του στην αγγλική γλώσσα για τα ταξίδια. Το “Ταξίδια στην Κεντρική Ασία” και το αντίστοιχο ουγγρικό “Közép-ázsiai utazás”, δημοσιεύθηκαν το 1865. Χάρη στα ταξίδια του, ο Vámbéry έγινε διεθνώς γνωστός συγγραφέας και διάσημος. Γνώρισε τα μέλη της βρετανικής κοινωνικής ελίτ. Ο Πρέσβης της Αυστρίας στο Λονδίνο του έδωσε μια επιστολή σύστασης στον Αυτοκράτορα, ο οποίος τον υποδέχθηκε σε ακροατήριο και επιβράβευσε την διεθνή επιτυχία του Vámbéry, δίνοντάς του θέση καθηγητή στο Βασιλικό Πανεπιστήμιο της Πέστης. 

Ο Vámbéry έγινε γνωστός και ως δημοσιογράφος, υπερασπιζόμενος με ζήλο την βρετανική πολιτική στην Ανατολή έναντι αυτής των Ρώσσων, (δόγμα διατήρησης των Οθωμανών ως αυτοκρατορία). Ο Βρετανός Βασιλιάς Εδουάρδος Ζ΄ τον διόρισε Επίτιμο Διοικητή της Βασιλικής Βικτωριανής Τάξης και με επιστολή του εκτιμήθηκε ως «τόσο καλός και σταθερός φίλος της Αγγλίας». Το 2005 [μετά από 140 χρόνια (!!)], τα Εθνικά Αρχεία στο Kew, Surrey, έγιναν προσβάσιμα στο κοινό και αποκαλύφθηκε ότι ο Vámbéry είχε υπηρετήσει τους Βρετανούς: ως πράκτορας και κατάσκοπος στο Υπουργείο Εξωτερικών, με στόχο να καταπολεμήσει τις ρωσσικές προσπάθειες να αποκτήσει η Μόσχα πρόσφορο έδαφος στην Κεντρική Ασία και να απειλήσει την βρετανική θέση στην ινδική υπο-ήπειρο.

Ο Vámbéry υποστήριξε την θεωρία της στενής Τουρκο – Ουγγρικής γλωσσικής και εθνοτικής σχέσης, και οι δημοσιεύσεις του σχετικά με το θέμα προκάλεσαν μια σκληρή επιστημονική και δημόσια συζήτηση στην Ουγγαρία, γνωστή ως «Πόλεμος Ουγγαρίας – Τουρκίας». Ο Vámbéry υποστήριξε ότι ο μεγάλος αριθμός ομοιότητας μεταξύ των τουρκικών γλωσσών και των ουγγρικών, τονίζουν μια κοινή προέλευση αυτών των γλωσσών και λαών στην Βόρεια Ασία. Οι ισχυρότερες αποδείξεις του ήταν το μεγάλο σώμα αρχαίων τουρκικών λέξεων στην ουγγρική γλώσσα και η έντονη τυπολογική ομοιότητα μεταξύ τους. Κατά την άποψή του, τα ουγγρικά αποτελούν μια μικτή γλώσσα, καρπό της ανάμειξης των πρώτων Ούγγρων με τουρκικούς λαούς. (Το ενδιαφέρον ζήτημα των σχέσεων τουρκικής-ουγγρικής γλώσσας απέχει πολύ από την επίλυση ακόμη και μετά από πολυετή έρευνα). Ωστόσο ο Vámbéry δεν ήταν ο πρώτος που πρότεινε αυτήν την προέλευση: ο γερμανός γλωσσολόγος και ανατολίτης Wilhelm Schott (1802-1889) ήταν υποστηρικτής της φινλανδο-τουρκο-ουγγρικής συγγένειας. Παρόλα αυτά, η θεωρία του Vámbéry στην Ουγγαρία δεν έγινε δεκτή ενώ στην Τουρκία, Ουγγρικά και Τουρκικά εξακολουθούν να θεωρούνται δύο κλάδοι της ίδιας οικογένειας γλωσσών, το Ουράλ-Αλταϊκό. Πηγή: Wiki

 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ΄

Μουσταφά Κεμάλ: “Το τουρκικό έθνος, που ξέρει πώς να προστατεύσει την χώρα του και την υψηλή του ανεξαρτησία, πρέπει να ελευθερώσει την γλώσσα του από τον ζυγό ξένων γλωσσών.”

Ο Μουσταφά Κεμάλ ίδρυσε το Σωµατείο για τη Μελέτη της Τουρκικής Γλώσσας (Türk Dili Tetkik Cemiyeti – TDK), στις 12 Ιουλίου 1932, στην Άγκυρα, το οποίο χρόνια αργότερα µετονοµάστηκε σε Ίδρυµα/Ινστιτούτο Τουρκικής Γλώσσας (Türk Dil Kurumu, 1934-36). Στον φορέα αυτό επικράτησαν οι λεγόµενοι ‘εξαγνιστές’ (tasfiyeciler, μετά ονοµάστηκαν özleştirmeciler), υπέρµαχοι του καθαρισµού της γλώσσας που, µε την υποστήριξη του καθεστώτος, έδρασαν µεταξύ 1933-1935.

Σκοπός του Ιδρύµατος Τουρκικής Γλώσσας (ΙΤΓ) ήταν να «εξαγνίσει» την γλώσσα, να την εξυψώσει στο επίπεδο του πολιτισµού και της επιστήµης και να γεφυρώσει το χάσµα µεταξύ της γραπτής και της κοινής γλώσσας. Για την επίτευξη των σκοπών του το ΙΤΓ έπρεπε να οργανώσει επιστηµονικές συναντήσεις, να καθορίσει και να κωδικοποιήσει την τουρκική γλώσσα σύµφωνα µε τις ρίζες της, την εξέλιξη και τις ανάγκες, να αποκτήσει όλα τα χρήσιµα για τη µελέτη της υλικά, να συλλέξει νέες λέξεις από παλαιά βιβλία και διαλέκτους λαών από διάφορα µέρη της χώρας και να εκδώσει τα αποτελέσµατα των δραστηριοτήτων του. Σε τρία συνέδρια που διεξήχθησαν το 1932, το 1934 και το 1936, εκλέχθηκαν τα όργανα του Ιδρύματος, καθορίστηκε η γλωσσική πολιτική και παρουσιάστηκαν και συζητήθηκαν «επιστημονικά» ζητήματα. 

Το Πρώτο Συνέδριο Τουρκικής Γλώσσας (Birinci Türk Dil Kurultayı), πραγματοποιήθηκε από τις 26 Σεπτεµβρίου έως τις 5 Οκτωβρίου 1932, στο παλάτι του Dolmabahçe. Από τις 30 οµιλίες του συνεδρίου, 9 διαπραγµατεύονταν τις σχέσεις της τουρκικής γλώσσας µε άλλες γλώσσες και µία από αυτές υποστήριζε ότι η τουρκική γλώσσα ήταν Ινδο-Ευρωπαϊκή. Το πιο σηµαντικό είναι ότι συστάθηκε µία Επιτροπή και ξεκίνησε µία πρωτοφανής κινητοποίηση για τη συλλογή ‘καθαρών τουρκικών’ λέξεων. Σ’ αυτήν, συµµετείχαν αξιωµατούχοι του στρατού, δάσκαλοι, δηµόσιοι λειτουργοί των επαρχιών και κυβερνητικοί, γιατροί, άνθρωποι οι οποίοι έρχονταν καθηµερινά σε επαφή µε το λαό. Επιστρατεύτηκαν επίσης οι νοµαρχίες και οι δηµαρχίες σε όλη την χώρα. Ο Ahmet Cevat Emre (1876-1961) έλαβε επίσης µέρος στη συζήτηση για το γλωσσικό ζήτηµα. Υποστήριζε την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου και ότι η πρωταρχική ΙνδοΕυρωπαϊκή γλώσσα ήταν η τουρκική. Έλαβε µέρος στο πρώτο συνέδριο, όπου επεχείρησε να συγκρίνει την τουρκική γλώσσα µε αυτήν των Σουµερίων, υπαινισσόµενος µια κοινή εθνική καταγωγή Σουµερίων και Τούρκων. Πιο ακραίος στις απόψεις του εµφανίστηκε ο Samih Rıfat, ο οποίος µάλλον προλείανε το έδαφος για την ανάπτυξη της θεώρησης «Γλώσσας-Ήλιου». Αυτός υποστήριξε ότι η τουρκική ήταν η πρώτη γλώσσα του ανθρώπου στην γη. Είχε νυμφευθεί την εγγονή του Mustafa Celaleddin Paşa και επηρεάστηκε από τις απόψεις του, όπως και από αυτές του πεθερού του, Enver Celaleddin. Στις 3 Απριλίου 1922, στην Άγκυρα, εκφώνησε µία οµιλία στο Υπουργείο Παιδείας, στην οποία υποστήριξε ότι η τουρκική γλώσσα ήταν η αρχαιότερη γλώσσα του κόσµου. Η θεωρία του κατέστη αντικείµενο χλευασµού από τους συναδέλφους του, ωστόσο, αυτός κατάφερε να εκδώσει το κείµενο της διάλεξής του, µε τον τίτλο: ‘Οι Κανόνες Κλίσεις των Γραµµάτων στα Τουρκικά και η Καταγωγή του Λόγου’ (Türkçede Tasrif-i Huruf Kanunları ve Tekellümün Menşei). Στην εισαγωγή αυτού του έργου, υποστήριζε ότι οι Τούρκοι ήταν η αρχαιότερη φυλή του κόσµου και έψεγε τους ∆υτικούς Γλωσσολόγους που δεν ασχολούνταν µε το πρόβληµα της προέλευσης της γλώσσας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ικανότητα του λόγου, εµφανίστηκε για πρώτη φορά στην καρδιά της Ασίας, γενέτειρα των Τούρκων, εποµένως τα τουρκικά ήταν η πρώτη γλώσσα των ανθρώπων. Ο Samih Rıfat έλαβε µέρος στο Πρώτο Συνέδριο Τουρκικής Ιστορίας και στο Πρώτο Συνέδριο Τουρκικής Γλώσσας και υπήρξε διευθυντής του ‘Ιδρύµατος για την Έρευνα της Τουρκικής Γλώσσας’, µέχρι τον θάνατό του, στα τέλη του 1932.

Στις 18 – 23 Αυγούστου 1934, πραγµατοποιήθηκε το ∆εύτερο Συνέδριο Τουρκικής Γλώσσας (İkinci Türk Dil Kurultay), στο οποίο συζητήθηκαν περαιτέρω πρακτικά ζητήµατα του «εξαγνισµού» της γλώσσας. Τα αποτελέσµατα αυτής της προσπάθειας συλλογής λέξεων δηµοσιεύτηκαν το 1934 και προκάλεσαν σύγχυση, καθώς για κάθε ξένη λέξη υπήρχαν δεκάδες αντίστοιχες ‘καθαρές τουρκικές’. Ενδεικτικό του χάους αυτού είναι το γεγονός ότι τα άρθρα των εφηµερίδων έπρεπε να µεταφράζονται στη νέα γλώσσα από ειδικούς µεταφραστές, οι οποίοι µη-γνωρίζοντας ποια απ΄ όλες τις λέξεις να χρησιµοποιήσουν, επέλεγαν στην τύχη. Αυτό είχε ως αποτέλεσµα τα άρθρα να είναι ακατάληπτα από τους αναγνώστες. Οι µέθοδοι που ακολούθησε το ΙΤΓ για να βρει τουρκικά υποκατάστατα για τις ξένες λέξεις ήταν οι εξής: 1) Η χρήση τουρκικών συνώνυµων που ήδη υπήρχαν στη γραπτή γλώσσα 2) Η συλλογή λέξεων από διάφορες διαλέκτους της Ανατολίας 3) Η αναβίωση απαρχαιωµένων τουρκικών λέξεων, π.χ. η λέξη konuk αντί της λέξης misafir (επισκέπτης) 4) Η εισαγωγή λέξεων από τις τουρκικές γλώσσες εκτός της Τουρκίας ή από άλλες Αλταϊκές γλώσσες, π.χ. η λέξη ulus αντί της λέξης millet (έθνος), η λέξη ata αντί της λέξης peder (πατέρας) 5) Η διεύρυνση της σηµασιολογικής σφαίρας τουρκικών λέξεων που ήδη υπήρχαν 6) Η εισαγωγή κατά λέξη τουρκικών µεταφράσεων ξένων όρων, π.χ. η λέξη demiryolu αντί της λέξης şömendifer (σιδηρόδροµος) 7) Η απόδοση σε ξένες λέξεις µία περισσότερο τουρκικής φωνητικής έμφασης, π.χ. το avukat έναντι του advocate (δικηγόρος) και το okul έναντι του école (σχολείο) 8) Η διαμόρφωση σύνθετων λέξεων, π.χ. η νεόκοπη σύνθετη λέξη basımevi αντικαθιστά το matbaa (τυπογραφείο) 9) Η δημιουργία λέξεων µε την χρήση παραγωγικών.

Ωστόσο, το κίνηµα του εξαγνισµού αντιµετώπισε πρακτικά προβλήµατα: η καµπάνια της αντικατάστασης είχε πραγµατοποιηθεί µε τέτοια βιασύνη ώστε για πολλές λέξεις που ‘εκκαθαρίστηκαν’ από την τουρκική δεν είχε βρεθεί µία κοινώς αποδεκτή υποκατάστατη λέξη. Το αποτέλεσµα ήταν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούσαν να καταλάβουν την ‘καθαρή τουρκική’. Το γλωσσολογικό χάος που δηµιουργήθηκε στα µέσα της δεκαετίας του 1930 έκανε τον Ατατούρκ να δηλώσει σ΄  έναν συνεργάτη του ότι: «Πράγµατι, φθάσαµε σε αδιέξοδο». Τα προβλήµατα που δηµιουργήθηκαν µε τον υπερβολικό εξαγνισµό της γλώσσας άνοιξαν τον δρόµο για µία πιο µετριοπαθή αντιµετώπιση του ζητήµατος, η οποία εκδηλώθηκε στα µέσα του 1935 µε την εµφάνιση της προσέγγισης «Γλώσσα-Ήλιος».

Η θεώρηση «Γλώσσα Ήλιος», στηρίχθηκε στο έργο ενός Βιεννέζου γλωσσολόγου, του Hermann F. Kvergic – ‘Η Ψυχολογία κάποιων στοιχείων των Τουρκικών Γλωσσών’ – (La Psychologie de quelques éléments des langues turques), σύµφωνα µε το οποίο τα τουρκικά ήταν η πρώτη γλώσσα που χρησιµοποιήθηκε από τον νοήµονα άνθρωπο. Το έργο αυτό παρέλαβε το 1935 ο Ατατούρκ και δεν θα µπορούσε να υπάρξει καλύτερη στιγµή. Μετά από επεξεργασία του έργου από τους επιτελείς του ΙΤΓ και τον ίδιο τον Κεμάλ, αναπτύχθηκε η θεώρηση Γλώσσα-Ήλιος: εικάζεται ότι ο προϊστορικός άνθρωπος θεωρούσε τον ήλιο πηγή του κόσµου και πηγή όλων των ιδεών, τις οποίες και ενεργοποίησε στο µυαλό του ανθρώπου. Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον σηµείο είναι η σύνδεση της θεώρησης αυτής µε την τουρκική ιστορία: εφόσον ο πρώτος ανθρώπινος πολιτισµός αναπτύχθηκε από τους βραχυκέφαλους Τούρκους της Κεντρικής Ασίας και διαδόθηκε στους άλλους λαούς µε τη µετανάστευσή τους, άρα και ο πρώτος άνθρωπος που µίλησε δεν µπορεί παρά να ήταν ένας Τούρκος της Κεντρικής Ασίας. Συνεπώς καθώς οι Τούρκοι διέδωσαν τον πολιτισµόστους άλλους λαούς, διέδωσαν και την γλώσσα, κάτι που σηµαίνει ότι η ‘τουρκική γλώσσα είναι µητέρα όλων των γλωσσών’.

Αυτή η θεωρία παρουσιάστηκε στο Τρίτο Συνέδριο της Τουρκικής Γλώσσας (24 – 31 Αυγούστου 1936), από τον İbrahim Necmi Dilmen. Στη µακροσκελή οµιλία του προσπάθησε να αποδείξει ότι οι λέξεις God (αγγλικά), Gott (γερµανικά) και Kut (τουρκικά) έχουν κοινή καταγωγή. Επίσης υποστήριξε ότι η λέξη electric προέρχεται από την ουϊγουρική λέξη yaltrık (λάµψη). Ακόµα υπήρξε προσπάθεια να συνδεθεί η λέξη botanik µε την bitki (φυτό), η λέξη sosyal µε τη soy (γένος). Υποστηρίχθηκε ακόµα ότι το όνοµα Αριστοτέλης προέρχεται από το Ali usta. Όλες αυτές οι προσπάθειες για εφαρµογή της θεωρίας δείχνουν πόσο αντιεπιστηµονικά αντιµετώπιζαν το ζήτηµα οι υπεύθυνοι του ΙΤΓ.

Αυτές οι προσπάθειες των Τούρκων διανοουµένων δείχνουν την επιθυµία του νέου τουρκικού κράτους να συνδεθεί πολιτιστικά, γλωσσικά και από άποψη καταγωγής µε την ∆ύση και τους Ευρωπαϊκούς λαούς και να αισθανθεί ισάξιο µέλος τους. Στο Τρίτο Συνέδριο Τουρκικής Γλώσσας, τα αποτελέσµατά του ήταν καταστροφικά για την προαναφερομένη προσέγγιγη: από τους 15 εξέχοντες ξένους τουρκολόγους που κλήθηκαν στο Συνέδριο, οι 3 δεν έλαβαν µέρος επικαλούµενοι προσωπικούς λόγους, ενώ οι περισσότεροι έδειξαν επιφυλακτικότητα εκτός από τους Σοβιετικούς (τουρκικής καταγωγής). Πολύς λόγος έχει γίνει σχετικά µε το σκοπό που τελικά εξυπηρετούσε αυτή η θεώρηση: εφόσον όλες οι γλώσσες προήλθαν από την τουρκική, δεν υπήρχε λόγος να συνεχιστεί ο εξαγνισµός της γλώσσας από τις ξένες λέξεις γιατί κι αυτές προήλθαν από αυτήν και απλά ήταν αντιδάνεια.

Ο Κεμάλ την 1η Νοεμβρίου 1936 στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας, είχε εκφραστεί με τα εξής λόγια:

«Θα ήθελα να επαινέσω το σοβαρό και αδιάκοπο έργο της Τουρκικής Ιστορικής Εταιρείας, υπό την ηγεσία του αξιότιμου Υπουργού Παιδείας μας, και της Τουρκικής Ένωσης Γλωσσών, που ανοίγουν νέους ορίζοντες κάθε μέρα. Μπορώ να πω με σιγουριά ότι αυτοί οι δύο εθνικοί θεσμοί, τα βάθη της ιστορίας και της γλώσσας μας, ξεχασμένα στο σκοτάδι, αντιπροσωπεύουν την αρχή στον παγκόσμιο πολιτισμό και ότι εκτελούν ένα ιερό καθήκον που διασφαλίζει το ενδιαφέρον και το ξύπνημα όχι μόνο του τουρκικού έθνους αλλά και ολόκληρου του επιστημονικού κόσμου, εφόσον αποκαλύπτουν νέα, με αποδεκτά επιστημονικά έγγραφα. Τα πέντε χιλιάδες πεντακόσια χρονικά τουρκικών ιστορικών εγγράφων, που η Ιστορική Εταιρεία αποκάλυψε ως αποτέλεσμα ανασκαφών στο Alacahöyük θα απαιτήσει επανεξέταση και εμβάθυνση της ιστορίας των παγκόσμιων πολιτιστικών περιόδων. Είμαι πολύ χαρούμενος που βλέπω τα λαμπρά αποτελέσματα του τελευταίου συνεδρίου γλωσσών με τη συμμετοχή πολλών ευρωπαίων επιστημόνων».

[Το Alacahöyük ή Alaca Höyük, είναι τοποθεσία ενός οικισμού Νεολιθικής εποχής και Χετταίων, σημαντικός αρχαιολογικός χώρος, στην Τουρκία, κοντά όπου βρισκόταν η αρχαία πρωτεύουσα Hattusa της αυτοκρατορίας των Χετταίων].

Ο Κεμάλ προωθούσε αυτήν την θεώρηση, η οποία άρχισε να εγκαταλείπεται το 1937 και εξαφανίστηκε πλήρως,   µετά τον θάνατό του. Όταν πέθανε ο Κεμάλ, ο Dilmen ακύρωσε τη σειρά διαλέξεων σχετικά µε την θεωρία που είχε ξεκινήσει στο Πανεπιστήµιο της Άγκυρας διερετώμενος: ‘Güneş öldükten sonra, onun teorisi mi kalır?’ (Μετά τον θάνατο του ήλιου, παραµένει η θεωρία του;) Η Τουρκική Εταιρεία Γλωσσών απέκτησε το καθεστώς “ενώσεις που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον” το 1940, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Μετά τον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο ξεκίνησε ένα νέο κύµα µεταρρύθµισης και καθαρισµού της γλώσσας. Αυτό συνέβη κυρίως γιατί το κίνηµα υποστηρίχθηκε από τον İsmet İnönü, τον νέο Πρόεδρο της Τουρκικής ∆ηµοκρατίας και υπέρµαχο της γλωσσικής καθαρότητας. Σ’ αυτό το στάδιο, αφοµοιωµένες και απόλυτα καθιερωµένες αραβικές και περσικές λέξεις αντικαταστάθηκαν από λέξεις του προ-Ισλαµικού παρελθόντος των Τούρκων, ή από νεόκοπες λέξεις που εφευρέθηκαν γι΄ αυτόν το σκοπό: το καλύτερο παράδειγµα είναι ο όρος που χρησιµοποιήθηκε για το Σύνταγµα. Από το 1876 ως το 1937 χρησιµοποιούνταν ο αραβικός όρος Teşkilat-i Esasiye ή η τουρκοποιηµένη του µορφή Esas Teşkilat Kanunu. Το 1945 το Σύνταγµα µετονοµάστηκε σε Anayasa. Η γλωσσική µεταρρύθµιση µετριάστηκε το 1950 µε την άνοδο του ∆ηµοκρατικού Κόµµατος στην εξουσία. Το 1951 συγκαλέστηκε ένα σύνεδριο στο οποίο έγινε προσπάθεια να µειωθεί ο ρόλος του ΙΤΓ στο πολιτικό πεδίο και να αποκτήσει περισσότερο επιστηµονικό χαρακτήρα. Τελικά, αν και ο χαρακτήρας του Ιδρύµατος δεν άλλαξε ουσιαστικά, η πλειοψηφία των µελών της εκτελεστικής επιτροπής που σχηµατίστηκε µετά το 1951 είχαν επιστηµονικό υπόβαθρο, (καθηγητές πανεπιστηµίων, γλωσσολόγοι, δάσκαλοι και συγγραφείς) και πιο µετριοπαθείς απόψεις.

Το Μάιο του 1960 έγινε στρατιωτικό πραξικόπηµα και το ∆ηµοκρατικό Κόµµα έχασε την εξουσία. Λίγο µετά το ΙΤΓ επανέκτησε την χρηµατοδότησή του και η νέα κυβέρνηση έστειλε στα Υπουργεία µία εγκύκλιο που απαγόρευε την χρήση ξένων λέξεων για τις οποίες υπήρχε η τουρκική αντίστοιχη. Ο İsmet İnönü, [πρωθυπουργός 1962-65], ήταν θερµός οπαδός της γλωσσικής µεταρρύθµισης και παρείχε στο Ίδρυμα υποστήριξη. Το Υπουργείο Παιδείας έδωσε οδηγίες ώστε τα σχολικά εγχειρίδια να γράφονται σε ‘καθαρή Τουρκική’. Ωστόσο, όταν το 1965 την εξουσία ανέλαβε το πιο συντηρητικό Κόµµα ∆ικαιοσύνης, το Ίδρυµα εξέδωσε ένα µανιφέστο στο οποίο υποστήριζε ότι για να καθαριστεί και να αναπτυχθεί η γλώσσα θα πρέπει να υπάρξει παρέµβαση αλλά πάντα σύµφωνα µε την δοµή αυτής της γλώσσας: το Ίδρυµα υποστήριζε ότι δεν επινοούσε λέξεις, αλλά ότι χρησιµοποιούσε συγκεκριµένες επιστηµονικές µεθόδους για να εµπλουτίσει την γλώσσα: λεξιλόγιο από την γλώσσα του λαού και από παλαιά κείµενα και παραγωγή λέξεων από τις υπάρχουσες ρίζες. Τις δεκαετίες 1960 και 1970 ένα από τα βασικά όργανα που εξέφραζαν αντίθετες απόψεις για την γλωσσική µεταρρύθµιση ήταν το ‘Ινστιτούτο Έρευνας του Τουρκικού Πολιτισµού’ (Türk Kültürünü Araştırma Enstitüsü) που ιδρύθηκε το 1961. Μεταξύ 1966-68, δηµοσίευσε µια σειρά άρθρων, µε τίτλο ‘για την Τουρκική Γλώσσα’ (Türk Dili İçin), ασκώντας κριτική στην γλωσσική µεταρρύθµιση έτσι όπως εφαρµόστηκε από το ΙΤΓ. Η µεταρρύθµιση ευνοήθηκε και πάλι την δεκαετία του 1970, τις περιόδους 1973-74 και 1978-79, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Bülent Ecevit, ο οποίος ήταν υπέρµαχος της ‘καθαρής’ τουρκικής γλώσσας. Στις οµιλίες του συνήθιζε να χρησηµοποιεί την ‘καθαρή’ Τουρκική, και προσέλκυε τα πλήθη ακόµα κι αν ελάχιστοι καταλάβαιναν τι έλεγε.

Με το Σύνταγμα που εγκρίθηκε το 1982, το Τουρκικό Ίδρυμα Γλωσσών και η Τουρκική Ιστορική Εταιρεία εθνικοποιήθηκαν υπό την αιγίδα του Συνταγματικού Ιδρύματος, του Ανώτατου Ιδρύματος Πολιτισμού, Γλώσσας και Ιστορίας και η νομική προσωπικότητα του οργανισμού τερματίστηκε. Το Σεπτέµβριο του 1990 το Υπουργείο Πολιτισµού διοργάνωσε το ‘Πρώτο Συνέδριο Τουρκικής Γλώσσας’ (Birinci Türk Dili Kurultayı) το οποίο είχε ακριβώς τον ίδιο τίτλο µε το συνέδριο που πραγµατοποιήθηκε το 1932 και ήθελε προφανώς να µειώσει την αξία του. Αυτό το συνέδριο ασχολήθηκε περισσότερο µε σύγχρονα προβλήµατα της τουρκικής, την διδασκαλία της, την γραφή και ορθογραφία στον υπόλοιπο τουρκικό κόσµο. Στα συµπεράσµατά του κατηγορούσε το αντίστοιχο συνέδριο του 1932 ότι δεν ασχολήθηκε µε τον υπόλοιπο τουρκικό κόσµο, ενώ ο χαρακτήρας του ήταν περισσότερο λαϊκός παρά επιστηµονικός. Τη σύγχρονη εποχή το γλωσσικό ζήτηµα έχει λάβει τη µορφή αγώνα κατά της κυριαρχίας της αγγλικής στην τουρκική γλώσσα: η αθρόα εισαγωγή αγγλικών λέξεων είναι απόρροια της στροφής προς την ∆ύση. Όπως ακριβώς η αποδοχή του Ισλάµ και του Ισλαµικού πολιτισµού οδήγησε στην υιοθέτηση αραβικών και περσικών όρων, έτσι και η στροφή προς την ∆ύση οδήγησε στην υιοθέτηση ιταλικών και γαλλικών λέξεων από τους Τούρκους διανοούµενους του 19ου αιώνα και αγγλικών λέξεων τον 20ό αιώνα. Έτσι, κυρίως µετά το 1983, το ΙΤΓ άρχισε να δηµοσιεύει καταλόγους όπου πρότεινε τουρκικές λέξεις προς αντικατάσταση των αγγλικών όρων που είχαν υιοθετηθεί στην γλώσσα. Το 1994, το νέο ΙΤΓ ξεκίνησε επίσης µία εκστρατεία για την αντικατάσταση των ξένων (δυτικών) λέξεων από τουρκικές.

Σύμφωνα με την Έκθεση Στρατηγικού Σχεδίου 2003-2007 του ΙΤΓ, οι στόχοι ήταν οι εξής:

Να αναπτύξει και να διαδώσει την τουρκική, ως γλώσσα επιστήμης, πολιτισμού, λογοτεχνίας και εκπαίδευσης.

Να συμβάλει στη σωστή, όμορφη και αποτελεσματική χρήση των τουρκικών, σε κάθε τομέα.

Να διασφαλιστεί ότι ο πλούτος της τουρκικής γλώσσας θα διατηρηθεί, θα υποβληθεί σε επεξεργασία και θα μεταφερθεί στις επόμενες γενιές.

Να δημοσιοποιηθεί η επιστημονική ικανότητα του Ιδρύματος στον τομέα της τουρκικής γλώσσας, με την ενίσχυση της ακαδημαϊκής υποδομής και του θεσμικού εξοπλισμού.

Οι Τούρκοι βελτιώνουν συνεχώς τις σύγχρονες εκδόσεις λεξικών του Τουρκικού Ιδρύματος, ενώ η τελική μορφή της ορθογραφίας κυκλοφόρησε ξανά το 2000. Το Τουρκικό Λεξικό, το οποίο δημοσιεύθηκε στην 9η έκδοσή του το 1998, περιείχε περίπου 75.000 λέξεις. Η Τουρκική Ένωση Γλωσσών συνεχίζει να εργάζεται με δημοσιεύσεις, 40 μέλη Επιστημονικής Επιτροπής, 17 ειδικούς, 56 υπαλλήλους και μια πλούσια ερευνητική βιβλιοθήκη, https://www.tdk.gov.tr/

Ειδικότερα βλ. Χρυσάνθη Παρασχάκη, (2008). «Η Γλωσσική Μεταρρύθµιση στην Τουρκία και τα αποτελέσµατά της», ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ, Επιβλέπων Καθηγητής: Ιωάννης Χ. Αλεξανδρόπουλος, ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ, ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ, ΤΟΜΕΑΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΚΛΑ∆ΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΧΩΡΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΛΟΓΙΑΣ,

http://ikee.lib.auth.gr/record/113256/files/Turkish_Language_Reform_and_its_Results.pdf

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ΄

Sibel Ekin, Οι δοκιμές που βασίζονται στο DNA κλονίζουν τις πεποιθήσεις των Τούρκων στην «Τουρκικότητα», «DNA-based tests shake Turks’ beliefs in their “Turkishness”», 10/10/2019.

[Οι δημοφιλείς εξετάσεις DNA ενοχλούν τους Τούρκους και κλονίζουν την πίστη τους στην «Τουρκικότητα», καθώς διαπιστώνουν ότι, αντί να είναι άμεσοι απόγονοι των Σελτζούκων και των Οθωμανών, ορδών που μετακινήθηκαν στην Ανατολία από την Κεντρική Ασία πριν από μια χιλιετία, είναι αντ’ αυτού μέρος του καλειδοσκόπιου των λαών που έχουν ζήσει στη σημερινή σύγχρονη Τουρκία. Η ταυτότητα υπήρξε ένα μείζον ζήτημα στην Τουρκία από τότε που η δημοκρατία ιδρύθηκε το 1923, από τις στάχτες της πολυεθνικής, πολυπολιτισμικής και πολυγλωσσικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς οι νέοι εθνικιστές κυβερνήτες προσπάθησαν να σφραγίσουν μια τουρκική ταυτότητα στη χώρα. Μέχρι το 2008, η δυσφήμιση της υποτιθέμενης Τουρκικότητας είχε ως τιμωρία την φυλάκιση έως και δύο έτη. Ο νόμος έχει πλέον αλλάξει για να αντικαταστήσει τη λέξη Τουρκικότητα με το «Τουρκικό έθνος».

Στην Τουρκία απαγορεύονται τα «κιτ δοκιμών με βάση το DNA», αλλά πολλοί Τούρκοι στο εξωτερικό τα έχουν χρησιμοποιήσει, στέλνοντας ένα μικρό δείγμα σ΄ ένα εργαστήριο και λαμβάνουν μια αναφορά για τις εθνοτικές τους ρίζες και μερικές φορές ταιριάζουν με απομακρυσμένους συγγενείς σε όλον τον κόσμο που έχουν επίσης κάνει τον έλεγχο.  

Η Gül Çelik, σχεδιάστρια, δήλωσε ότι είχε κάνει το τεστ πριν από 10 χρόνια, αλλά η εταιρεία που χρησιμοποιούσε είχε συνεχώς ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με τους γενετικούς της δεσμούς, καθώς περισσότεροι άνθρωποι έκαναν την εξέταση. Η Çelik είπε ότι τα τέστ έδειξαν ότι είχε Μογγόλους, Ιταλούς, Εβραίους, Έλληνες και Αρμένιους προγόνους. Είπε ότι η οικογένειά της, από την βορειοανατολική επαρχία Bayburt, αρνήθηκε να πιστέψει ότι είχαν αρμενικούς, ιταλικούς και ελληνικούς δεσμούς. «Τους είπα ότι το τεστ ήταν επιστημονικό, αλλά δεν ήθελαν καν να ακούσουν», είπε. Πριν όμως από την γενοκτονία, στην οποία περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Αρμένιοι σκοτώθηκαν ή πέθαναν από λιμοκτονία σε αναγκαστικές πορείες στην έρημο της Συρίας, υπήρχε ένας σχετικά μεγάλος αρμενικός πληθυσμός γύρω από το Bayburt, που ήταν τότε η οθωμανική επαρχία Ερζουρούμ. Οι ιστορικοί λένε ότι καθώς οι μαζικές δολοφονίες και οι απελάσεις επιταχύνθηκαν, πολλές νέες Αρμένισσες γυναίκες συνελήφθησαν από ντόπιους Τούρκους και Κούρδους ή παραδόθηκαν από τις οικογένειές τους για να σώσουν την ζωή τους και ότι στη συνέχεια άλλαξαν την θρησκεία τους και έκρυψαν τις ρίζες τους. «Πριν από αυτό το τεστ, πιστεύαμε ότι η Bayburt είχε μόνο Τούρκους. Αλλά οι άνθρωποι παντρεύονται, αλλάζουν θρησκείες εθελοντικά ή με βία, αναμιγνύονται. Ίσως η γιαγιά μου το ήξερε, αλλά δεν ήθελε να μιλήσει, λόγω της κοινωνικής πίεσης», είπε η Çelik.

Η αντίδραση της οικογένειας της Çelik είναι παρόμοια με πολλές άλλες. Ένα βιβλίο του 2012 της Fethiye Çetin, δικηγόρου, αφηγείται την ιστορία του πώς ανακάλυψε την κρυφή ταυτότητα της γιαγιάς της και πυροδότησε μια μεγάλη συζήτηση για τον εξισλαμισμό των μη-μουσουλμάνων. Ένα άλλο βιβλίο με τίτλο «Τα εγγόνια», το οποίο έγραψε ο Çetin με τον ακαδημαϊκό Ayşe Gül Altınay, παρέχει μια συλλογή από οικείες, σκληρές μαρτυρίες από τα εγγόνια και τα δισέγγονα των γνωστών ως ξεχασμένων Αρμενίων. Αλλά σε αντίθεση με τους συγγενείς της, η Çelik χαιρέτισε τα αποτελέσματα της DNA. «Σε ξένες χώρες είδα ότι οι Εβραίοι, οι Αρμένιοι και οι Ασσύριοι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Τουρκία πολιτιστικά δεν διαφέρουν πολύ από τους Τούρκους. Στην πραγματικότητα μοιάζουν. Ως εκ τούτου, ήμουν ευχαριστημένη με τα αποτελέσματα του DNA μου, καθώς δεν είμαι διακριτικό άτομο», είπε. Η Çelik ήρθε επίσης σε επαφή μ΄ ένα από τα μακρινά ξαδέλφια της από την Ιταλία, χάρη στο τεστ. «Είπε την ιστορία των Ιταλών προγόνων μας από το 1600. Σύμφωνα με τον ίδιο, περίπου 100 άτομα μεταφέρθηκαν στα οθωμανικά εδάφη ως σκλάβοι και έτσι ένας από αυτούς τους 100 ήταν ο πρόγονος μας», είπε. Η Çelik είπε ότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων του συζύγου της ήταν εξίσου εκπληκτικά. «Τα αποτελέσματα των δοκιμών έδειξαν ότι ο σύζυγός μου είναι Εβραίος και προέρχεται από την γενεαλογία του Κόεν. Δεν είχε ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο από την οικογένειά του στο παρελθόν. Δεν έχει εβραίους συγγενείς. Ανατράφηκε ως μουσουλμάνος», είπε.

Η ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της σύγχρονης Τουρκίας αντικατοπτρίζεται στην περίπλοκη καταγωγή των σημερινών Τούρκων. Καθώς η αυτοκρατορία κατέρρευσε, υπήρχαν τεράστιες ροές μουσουλμάνων προσφύγων από τα Βαλκάνια και τον Καύκασο, και μετά την ίδρυση της δημοκρατίας το 1923, η Ελλάδα και η Τουρκία πραγματοποίησαν ανταλλαγή πληθυσμών, ανταλλάσσοντας περίπου ένα εκατομμύριο Ορθόδοξους Χριστιανούς της Ανατολίας για εκατοντάδες χιλιάδες Μουσουλμάνων και Τούρκων που ζούσαν στην Ελλάδα. Μια γυναίκα που εργάζεται ως καθηγητής μαθηματικών στις ΗΠΑ είπε ότι η οικογένειά της ήταν από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας της Τουρκίας. Η γυναίκα, που αρνήθηκε να κατονομαστεί, είπε ότι το τεστ DNA της έδειξε έναν μακρινό της ξάδελφο στον Ισημερινό. «Έλεγξα αργότερα και έμαθα ότι ο πατέρας του ήταν από τη Μόσχα. Ήξερα ότι ο ξάδερφος του πατέρα μου είχε μεταναστεύσει στη Μόσχα. Εκεί παντρεύτηκε και με τα παιδιά τους μετακόμισαν αργότερα στον Ισημερινό». Η καθηγήτρια είπε ότι το τεστ έδειξε ότι ήταν 20% Ελληνίδα και 20% Αρμένισσα. «Είμαστε κοινωνία απογόνων μιας μεγάλης αυτοκρατορίας», είπε. Μια έκθεση στο περιοδικό «Annals of Human Genetics» το 2012 έδειξε ότι η πατρική καταγωγή όσων ζούσαν στην Τουρκία ήταν 38% από την Ευρώπη, 35% της Μέσης Ανατολής, 18% της Νότιας Ασίας και μόνο 9% της Κεντρικής Ασίας. Ωστόσο, οι εξετάσεις DNA μερικές φορές προκαλούν ακόμη πιο εκπληκτικά αποτελέσματα.

Η Aslı Muzde έλαβε το τεστ σε μια προσπάθεια να μάθει εάν είχε γενετικά προδιάθεση για καρκίνο. «Αλλά για την εθνικότητα, έμαθα ότι ήμουν κατά 73%  από την Κεντρική Ασία. Αλλά οι άλλες κατανομές με εξέπληξαν. Επειδή έμαθα ότι είχα ιταλικό και ελληνικό αίμα, αλλά αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν να μάθω ότι έχω 1 έως 2% αίμα αμερικανών ιθαγενών», είπε. Η οικογένεια της Muzde αντέδρασε αρνητικά στα αποτελέσματα των εξετάσεων, αλλά η μητέρα της έδειξε ενδιαφέρον, αφού έμαθε ότι το τεστ ακολούθησε τη μητρική γραμμή. «Γνώρισα τον ξάδερφό μου τρίτου βαθμού», είπε η Muzde για την ξαφνική ανακάλυψη ενός συγγενή που ζει στην Γερμανία. «Υποθέτω ότι όταν ο προπάππος μου ήρθε από την Ελλάδα, ήρθαν ως τρία αδέλφια, αλλά έχασαν ένα. Αυτός ο ξάδελφος είναι το εγγόνι αυτού του χαμένου αδελφού», είπε. «Με ενδιαφέρουν τώρα περισσότερο τα προβλήματα των Αμερικανών ιθαγενών», είπε η Muzde. «Βλέπετε ότι απέχετε μόνο λίγο απ΄ όλες τις φυλές. Το αίμα που τρέχει στις φλέβες μας συνδέεται μεταξύ τους, επομένως δεν υπάρχουν αυτοί και εμείς»]. Πηγή: https://ahvalnews.com/turks/dna-based-tests-shake-turks-beliefs-their-turkishness

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε΄

Η διαδικασία ενοποίησης μέσω της «τουρκικοποίησης» διενεργήθηκε στη σύγχρονη Τουρκία με πολιτικές όπως:

Σύμφωνα με το άρθρο 12 του τουρκικού συντάγματος του 1924, οι πολίτες που δεν μπορούσαν να μιλήσουν και να διαβάσουν στα τουρκικά, δεν είχαν δικαίωμα να γίνουν μέλη του κοινοβουλίου.

Νόμος στις 30/11/1925 προέβλεπε το κλείσιμο όλων των Μοναστηρίων (Τεκέδων) και Αναχωρητηρίων της πολιτείας. [Τότε μόνο στην Κωνσταντινούπολη λειτουργούσαν 300 Τεκέδες].

Νόμος του Δεκεμβρίου του 1925 απαιτούσε τα ενδύματα των εργαζομένων σε όλες τις εταιρείες έπρεπε να είναι τουρκικής παραγωγής.

Μια έκθεση για τη μεταρρύθμιση στην Ανατολή κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1925, σύμφωνα με την οποία απαγορεύονταν οι μη-τουρκικές γλώσσες.

Στις 18 Μαρτίου 1926 τέθηκε σε ισχύ ένας νόμος περί δημοσίων υπαλλήλων, ο οποίος επέτρεπε μόνο στους Τούρκους να γίνονται δημόσιοι υπάλληλοι και απέκλειε ρητά τους Αρμένιους και τους Έλληνες.  

Στις 28 Μαΐου 1927 αποφασίστηκε ότι η επιχειρηματική αλληλογραφία έπρεπε να είναι στην τουρκική γλώσσα και οι ξένες εταιρείες έπρεπε να απασχολούν Τούρκους, εκτός από τον διευθυντή και τον αναπληρωτή διευθυντή.

Ο νόμος 1164 από τον Σεπτέμβριο του 1927 επέτρεψε την δημιουργία περιφερειακών διοικητικών περιοχών που ονομάζονταν Γενικές Επιθεωρήσεις (τουρκικά: Umumi Müfettişlikler), όπου εφαρμόστηκαν εκτεταμένες πολιτικές τουρκικής διασύνδεσης. Οι Γενικοί Επιθεωρητές υπήρχαν μέχρι το 1952.

«Πολίτη, μιλήστε Τουρκικά!», (τουρκικά: Vatandaş Türkçe konuş!) – Μια πρωτοβουλία που αναλήφθηκε από φοιτητές νομικής αλλά χρηματοδοτήθηκε από την τουρκική κυβέρνηση, η οποία είχε ως στόχο να ασκήσει πίεση σε μη-τούρκους ομιλητές να μιλήσουν δημοσίως τουρκικά το 1930. Σε ορισμένους δήμους, επιβλήθηκαν πρόστιμα σε όσους μιλούσαν άλλη γλώσσα εκτός της τουρκικής.

Ο νόμος 2007 της 11ης Ιουνίου 1932 διατηρούσε μεγάλο αριθμό επαγγελμάτων όπως, δικηγόρος, εργάτης οικοδομών, τεχνίτης, κομμωτής, αγγελιοφόρος, κ.λπ. σε Τούρκους πολίτες και απαγόρευσε στους αλλοδαπούς να ανοίγουν καταστήματα σε αγροτικές περιοχές. Οι περισσότεροι που επηρεάστηκαν από το νόμο ήταν οι Έλληνες.

Το 1934 ο Νόμος περί επανεγκατάστασης, (επίσης γνωστός ως νόμος αριθ. 2510) – Μια πολιτική που υιοθετήθηκε από την τουρκική κυβέρνηση η οποία καθόριζε τις βασικές αρχές της μετανάστευσης. Ο νόμος εκδόθηκε για την επιβολή μιας πολιτικής βίαιης αφομοίωσης των μη-τουρκικών μειονοτήτων μέσω της αναγκαστικής και συλλογικής επανεγκατάστασης.

Ο Νόμος για τα επώνυμα απαγόρευσε ορισμένα επώνυμα που περιείχαν συνθέσεις ξένων πολιτισμών, εθνών, φυλών και θρησκειών.  Ως αποτέλεσμα, πολλοί Αρμένιοι, Έλληνες και Κούρδοι αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν επώνυμα τουρκικής παράδοσης. Ονόματα με κατάληξη σε “yan, of, ef, viç, is, dis, poulos, aki, zade, shvili, madumu, veled, bin”, (ονόματα που δήλωναν Αρμενική, Ρωσική, Ελληνική, Αλβανική, Αραβική, Γεωργιανή, Κουρδική καταγωγή ή από άλλες πηγές) δεν ήταν δυνατή η καταχώρισή τους, έπρεπε να αντικατασταθούν από επώνυμα με την κατάληξη “-oğlu.”

Από το 1932 και μετά, τέθηκε σε εφαρμογή από το Diyanet [Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων, που ιδρύθηκε το 1924, σύμφωνα με το άρθρο 136 του Συντάγματος της Τουρκίας], ότι οι Adhan [κάλεσμα για την προσευχή το οποίο γίνεται από τον μουεζίνη πέντε φορές την ημέρα, παραδοσιακά από μιναρέ του τζαμιού] και και οι Salah [κάλεσμα για προσευχή] θα διεξάγονται στην τουρκική γλώσσα. Οι ιμάμηδες που εξέδωσαν το Adhan στα αραβικά διώχθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 526 του τουρκικού ποινικού κώδικα, για “αντίθεση με την διοίκηση αξιωματούχων που διατηρούν την δημόσια τάξη και ασφάλεια”. Το 1941 προστέθηκε μια νέα παράγραφος στο άρθρο 526 του τουρκικού ποινικού κώδικα και από τότε οι ιμάμηδες που αρνήθηκαν να αποδώσουν το Adhan στα τουρκικά, θα μπορούσαν να φυλακιστούν για έως 3 μήνες ή να τους επιβληθούν πρόστιμα μεταξύ 10 και 300 τουρκικών λιρών. Αφού το Δημοκρατικό Κόμμα κέρδισε τις εκλογές το 1950, αποφασίστηκε ότι οι προσευχές θα μπορούσαν να γίνουν ξανά στα αραβικά.

Η στρατολόγηση σε τάγματα κατά τα έτη 1941-1942. Μόνο μη-μουσουλμάνοι, κυρίως Εβραίοι, Έλληνες και Αρμένιοι στρατολογήθηκαν για να εργαστούν κάτω από δύσκολες συνθήκες.

Ο Varlık Vergisi (“Φόρος πλούτου” ή “Φόρος κεφαλαίου”) – επιβλήθηκε στους πλούσιους πολίτες της Τουρκίας το 1942, με τον δηλωμένο στόχο να συγκεντρώσει κεφάλαια για την άμυνα της χώρας σε περίπτωση ενδεχόμενης εισόδου της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκείνοι που υπέφεραν σοβαρότερα ήταν μη-μουσουλμάνοι, όπως οι Εβραίοι, οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι Λεβαντίνοι, που ήλεγχαν μεγάλο μέρος της οικονομίας. Σύμφωνα με τον Klaus Kreiser για τον Πρόεδρο Inönü, στόχος του φόρου ήταν να εκδιώξει τους ξένους που ήλεγχαν την τουρκική οικονομία και να αποδώσουν την οικονομία σε Τούρκους.

Το άρθρο 16 του Νόμου περί Πληθυσμού από το 1972, απαγόρευσε την ονομασία νεογνών που ήταν αντίθετη με τον εθνικό πολιτισμό.

Η ονομασία των ζώων μεταβλήθηκε στην Τουρκία – Μια πρωτοβουλία της τουρκικής κυβέρνησης για την κατάργηση οποιασδήποτε αναφοράς σε Αρμενία και Κουρδιστάν σε λατινικά ονόματα ζώων.

Κατασχεθείσες αρμενικές περιουσίες στην Τουρκία – Μια πρωτοβουλία της οθωμανικής και της τουρκικής κυβέρνησης η οποία περιελάμβανε την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων, περιουσιών και γης της αρμενικής κοινότητας της Τουρκίας. 

Αλλαγές γεωγραφικής ονομασίας στην Τουρκία – Πρωτοβουλία της τουρκικής κυβέρνησης για την αντικατάσταση μη-τουρκικών γεωγραφικών και τοπογραφικών ονομάτων εντός της τουρκικής δημοκρατίας ή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τουρκικά ονόματα, ως μέρος της πολιτικής τουρκοποίησης. Ο κύριος υποστηρικτής της πρωτοβουλίας ήταν μια τουρκική εκστρατεία κοινωνικής μηχανικής ομογενοποίησης, η οποία είχε ως στόχο την εξομοίωση ή εξάλειψη γεωγραφικών ή τοπογραφικών ονομάτων, που θεωρήθηκαν ξένα και διχαστικά κατά της τουρκικής ενότητας. Τα ονόματα που θεωρούνταν ξένα ήταν συνήθως Αρμενικής, Ελληνικής, Λαζικής, Σλαβικής, Κουρδικής, Ασσυριακής ή Αραβικής καταγωγής. Για παράδειγμα, λέξεις όπως, «Αρμενία», απαγορεύτηκαν να χρησιμοποιούνται στον Τύπο, σχολικά βιβλία και κυβερνητικά ιδρύματα το 1880 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν με λέξεις όπως, Ανατολία ή Κουρδιστάν. Οι Ασσύριοι έχουν αυξήσει τις διαμαρτυρίες τους σχετικά με την αναγκαστική τουρκοποίηση ιστορικών πόλεων και τοποθεσιών που ονομάζονται Αραμαϊκοί και θεωρούν αυτήν την διαδικασία ως συνέχιση της πολιτιστικής γενοκτονίας της ταυτότητας και ιστορίας τους, (μέρος ευρύτερης διαγραφής ασσυριακών, κουρδικών, αρμενικών πολιτισμών).

Άρθρο 301 (Τουρκικός Ποινικός Κώδικας) – Ένα άρθρο του τουρκικού ποινικού κώδικα που καθιστά παράνομη την προσβολή της Τουρκίας, του τουρκικού έθνους ή των τουρκικών κυβερνητικών οργάνων. Εφαρμόστηκε την 1η Ιουνίου 2005 και εισήχθηκε ως μέρος ενός πακέτου μεταρρύθμισης του ποινικού δικαίου στην διαδικασία πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

Η τουρκικοποίηση ήταν επίσης διαδεδομένη στο εκπαιδευτικό σύστημα της Τουρκίας: ελήφθησαν μέτρα που καθιστούσαν υποχρεωτικά τα τουρκικά μαθήματα σε σχολεία μειονοτήτων και καθιστώντας υποχρεωτική την χρήση της τουρκικής γλώσσας σε οικονομικά ιδρύματα.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Talin Suciyan, για τους μη-μουσουλμάνους στην τουρκική δημοκρατία, η τουρκικοποίηση είχε ως αποτέλεσμα την «απο-ταυτοποίηση», στην οποία ένα άτομο χάνει όλες τις αναφορές στους παππούδες του, την κοινωνικοποίηση, τον πολιτισμό και την ιστορία του, αλλά δεν μπορεί να γίνει πλήρως μέρος της κοινωνίας, του πολιτισμού και της πολιτικής του επιβληθέντος συστήματος. Εξακολουθεί να υπάρχει κρατική οργάνωση διακρίσεων, όπως η διατήρηση αρχείων πολιτών μη-μουσουλμανικής καταγωγής.

[Κατά τον 19ο αιώνα, η λέξη Türk ήταν ένας υποτιμητικός όρος, για τους χωρικούς της Ανατολίας. Η οθωμανική ελίτ ταυτίστηκε ως Οθωμανοί και όχι ως Τούρκοι. Στα τέλη του 19ου αιώνα, καθώς οι ευρωπαϊκές ιδέες του εθνικισμού υιοθετήθηκαν από την οθωμανική ελίτ, και καθώς κατέστη σαφές ότι οι Τούρκοι ομιλητές της Ανατολίας ήταν οι πιο πιστοί υποστηρικτές της οθωμανικής κυριαρχίας, ο όρος Türk πήρε πολύ περισσότερη θετική χροιά].

[1] Ayşe Hür, (09/10/2014). «From “Barbarian Turk” to “Muslim Turk”»,

https://repairfuture.net/index.php/en/identity-standpoint-of-turkey/from-barbarian-turk-to-muslim-turk

[2] Ιστορικός, Συγγραφέας & Αρθρογράφος στην εφημερίδα Radikal.

[3] O Ιωάννης Βιδάκης (αξιωματικός οικονομικού σώματος ΠΝ ε.α.), κατέχει διδακτορικό τίτλο σπουδών, Τμήματος Ναυτιλίας & Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, Σχολής Επιστημών της Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου στην Χίο. Ευχαριστούμε τη συγγραφέα Ayşe Hür, για την ευγενική της ανταπόκριση, στο αίτημα για απόδοση στην ελληνική γλώσσα και την δημοσίευση του κειμένου.

Το έργο του επιμελητή στο παρόν κείμενο εκτός της απόδοσής του στην ελληνική, αφορά στην εισαγωγή πρόσθετων σημειώσεων και των Παραρτημάτων, για την διευκόλυνση του αναγνώστη.

[4] Ενδεικτικά βλ. Prof. Dr. Zekeriya KİTAPÇI «THE TURKS IN THE HADITHS OF THE HOLY PROPHET», http://www.zekeriyakitapci.com/tr/bd/the-turks-in-the-hadiths-of-the-holy-prophet.html?I=19

[5] Ο Mahmud ibn Hussayn ibn Muhammed al-Kashgari [1005 Kashgar, Kara-Khanid Khanate, (Κίνα) – 1102 Upal, Kara-Khanid Khanate, (Κίνα)], ήταν ένας μελετητής Καραχανίδης [Kara-Khanid] του 11ου αιώνα και λεξικογράφος των τουρκικών γλωσσών. Ο πατέρας του, Hussayn, ήταν δήμαρχος της Barsgan, μια πόλη στο νοτιοανατολικό τμήμα της λίμνης Issyk-Kul (χωριό της Barskoon στο Βόρειο Κιργιστάν).

Ο Al-Kashgari μελέτησε τις τουρκικές γλώσσες της εποχής του και στην Βαγδάτη συνέταξε το πρώτο ολοκληρωμένο λεξικό των τουρκικών γλωσσών, το Dīwān Lughāt al-Turk, (“Σύνοψη των γλωσσών των Τούρκων”) το 1072-74. Προοριζόταν για το Χαλιφάτο των Αββασιδών, τους νέους συμμάχους των Τούρκων. Η προέλευση των πληροφοριών δεν είναι γνωστή. Οι μελετητές πιστεύουν ότι είναι πιθανό ότι ο Kashgari είχε συγκεντρώσει το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου για Ογούζους-Τουρκομάνους [Oguz-Turkmen], από τις φυλές Ογούζων στο Χορασάν [Khorasan], αλλά ίσως μέρος αυτού του υλικού θα μπορούσε να προέρχεται από τους πρώτους Τουρκομάνους. Ωστόσο, οι μελετητές δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα.

Ο Αλ-Κάσγκαρι υποστήριζε τον γλωσσικό «καθαρισμό» των τουρκικών γλωσσών και την υπεροχή των νομαδικών ανθρώπων (οι τουρκικές φυλές ήταν παραδοσιακά νομάδες) έναντι των αστικών πληθυσμών. Οι περισσότεροι από τους Τουρκόφωνους συγχρόνους του ήταν δίγλωσσοι: μιλούσαν και Τατζίκ (περσική γλώσσα), που ήταν τότε η αστική και λογοτεχνική γλώσσα της Κεντρικής Ασίας. Ένα πανεπιστήμιο ανατολίτικων σπουδών, που βρίσκεται στην πρωτεύουσα Μπισκέκ στο μετα-σοβιετικό Κιργιζιστάν, έλαβε το όνομά του από τον Makhmud Kashghari, την δεκαετία του 1990.

Η ΟΥΝΕΣΚΟ κήρυξε το 2008 ως έτος του Μαχμούντ αλ-Κασγκάρι.

[6] Άλλοι λαοί που δεν ανέφερε ο Μάρκο Πόλο είναι: Έλληνες, Κούρδοι, Ιταλιώτες, Γενουάτες, Ενετοί, κληρονόμοι εθνοτήτων όπως, Λύδιοι, Φρύγες, Γαλάτες, κ.α. (Σύμφωνα με τα αποτελέσματα ενός έργου γονιδιώματος, που ξεκίνησε από την National Geographic και την IBM το 2005, το ποσοστό των Ασιατών απο την Κεντρική Ασία στη σύγχρονη Τουρκία δεν υπερβαίνει το 10%).  

[7] Μεντρεσές είναι αραβική λέξη, που χρησιμοποιείται για οποιοδήποτε ίδρυμα μόρφωσης, κοσμικό ή θρησκευτικό, (ιεροσπουδαστήρια).

[8] Για μία συνοπτική ιστορία της Κεντρικής Ασίας, της μετακίνησης των Σελτζούκων, της εξέλιξής τους, την εμφάνιση και ανάπτυξη των Σελτζούκων του Ρουμ  και την ανάδειξη των Οθωμανών βλ. 

https://infognomonpolitics.gr/2021/01/galazia-galani-patrida-ton-tourkon-v%CE%84meros/] https://infognomonpolitics.gr/2021/02/galazia-galani-patrida-ton-tourkon-g%CE%84-meros/

https://infognomonpolitics.gr/2021/02/galazia-galani-patrida-ton-tourkon-d%ce%84-meros/

Γαλάζια & Γαλανή Πατρίδα των Τούρκων [Ε΄ ΜΕΡΟΣ]

https://infognomonpolitics.gr/2021/03/galazia-galani-patrida-ton-tourkon-st%CE%84-meros/

[9] Τα οθωμανικά τουρκικά αποτελούν μία διάλεκτο των τουρκικών γλωσσών, που χρησιμοποιήθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δανείστηκαν λέξεις από άλλες γλώσσες, εκτενώς από τα αραβικά και τα περσικά, ενώ το σύστημα γραφής της ήταν το οθωμανικό τουρκικό αλφάβητο.

Κατά την διάρκεια της ακμής της οθωμανικής κυριαρχίας, το περσικό και το αραβικό λεξιλόγιο αντιπροσώπευαν μέχρι και το 88% του λεξιλογίου τους, ενώ οι λέξεις αραβικής προέλευσης υπερέβαιναν αριθμητικά κατά πολύ, τις εγγενείς τουρκικές λέξεις. Κατά συνέπεια, τα οθωμανικά τουρκικά, ήταν σε μεγάλο βαθμό ακατανόητα για τους λιγότερο μορφωμένους Οθωμανούς των κατώτερων τάξεων και τους χωρικούς, οι οποίοι συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα «kaba Türkçe», (ακατέργαστη τουρκική αργκό), με χρήση πολύ λιγότερων δανείων, τα οποία αποτέλεσαν την βάση της σύγχρονης τουρκικής γλώσσας.

[10] Χαρακτηριστικά βλ. Εικόνα 1.

[[Τον 16ο αιώνα, περίπου 2.500 δημοσιεύσεις για τους Τούρκους – συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 1.000 στα Γερμανικά – κυκλοφόρησαν στην Ευρώπη, διαδίδοντας την εικόνα του “αιμοσταγούς Τούρκου”. Από το 1480 έως το 1610, δημοσιεύθηκαν δύο φορές περισσότερα βιβλία σχετικά με την τουρκική απειλή για την Ευρώπη απ΄ότι για την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου. Ο επίσκοπος Γιοχάν Φάμπερ [Johann Faber] της Βιέννης ισχυρίστηκε: “Δεν υπάρχουν σκληρότεροι και πιο τολμηρά κακοί κάτω από τους ουρανούς από τους Τούρκους, οι οποίοι χωρίς φύλο και ηλικία, σφαγιάζουν ανελέητα μικρούς και μεγάλους, σκοτώνοντας ακόμη και αγέννητα παιδιά στη μήτρα των μητέρων τους”.

Ο Μάρτιν Λούθερ, ο Γερμανός ηγέτης της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης, εκμεταλλεύτηκε αυτούς τους φόβους ισχυριζόμενος ότι οι Τούρκοι ήταν «οι πράκτορες του διαβόλου που, μαζί με τον Αντίχριστο που βρίσκεται στην καρδιά της Καθολικής Εκκλησίας της Ρώμης, θα οδηγήσουν στις Τελευταίες Ημέρες και την Αποκάλυψη”. Ο Λούθερ πίστευε ότι η οθωμανική εισβολή ήταν η τιμωρία του Θεού για τους Χριστιανούς που επέτρεψαν την διαφθορά στην Αγία Έδρα και στην Καθολική Εκκλησία. Το 1518, όταν υπερασπίστηκε τις 95 Θέσεις του, ο Λούθερ ισχυρίστηκε ότι ο Θεός είχε στείλει τους Τούρκους για να τιμωρήσουν τους Χριστιανούς όπως είχε στείλει πόλεμο, πανούκλα και σεισμούς. Αυτός και οι οπαδοί του υποστήριξαν επίσης την άποψη ότι οι πόλεμοι Οθωμανών-Αψβούργων, ήταν μια σύγκρουση «μεταξύ Χριστού και Αντίχριστου» ή «μεταξύ Θεού και διαβόλου»]],  https://en.wikipedia.org/wiki/Anti-Turkish_sentiment

[11] Ο Σούζι Τσελεμπή [Suzi Çelebi] του Prizren (πέθανε το 1524), ήταν Οθωμανός ποιητής και ιστοριογράφος. Είναι γνωστός για το επικό του ποίημα (περίπου 15.000 στίχων, εκ των οποίων διασώζονται 2.000), «Gazavatnam Mihaloğlu», που αφηγείται τις βαλκανικές κατακτήσεις των Οθωμανών του 15ου αιώνα και τις μάχες και την δόξα του στρατιωτικού διοικητή Ali Bey Mihaloğlu. Ο Μιχάλογλου [Mihaloğlu Ali Bey ή Gazı Alauddin Mihaloğlu Ali Bey, (1425-1507)], ήταν Οθωμανός στρατιωτικός διοικητής. Ήταν απόγονος του Κιοσέ Μιχαήλ [Köse Mihal], βυζαντινού κυβερνήτη και συμπολεμιστή του Οσμάν. Το εναλλακτικό όνομα του ποιητή, Naqshbandi Suzi, υποδηλώνει ότι ανήκε στην τάξη των Νακσιμπεντί [Naqshbandi] του Σουφισμού.

[12] Bâkî , πραγματικό όνομα Mahmud Abdülbâkî , Οθωμανός ποιητής. Ο Μπακί ήταν γνωστός ως “Sultanüş’şâra” (σουλτάνος των ​​ποιητών), ανήκει στα σημαντικά ονόματα της τουρκικής λογοτεχνίας. Γεννημένος στην Πόλη, ήταν γιος μιας φτωχής οικογένειας. Ο Μπακί απόκτησε στενούς δεσμούς με τον Σουλεϊμάν και τους διαδόχους του. Έζησε σε μια από τις πιο ισχυρές περιόδους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία αντικατοπτρίζεται στα ποιήματά του. Ο Μπακί χρησιμοποίησε με επιτυχία τα τουρκικά της Κωνσταντινούπολης στα ποιήματά του. Έδωσε σημασία στην αρμονία και τη μουσική και ήταν προσεκτικός στην επιλογή των λέξεων.

[13] Katip Çelebi ή Hacı Khalifa (1609, Κωνσταντινούπολη – 1657, Κωνσταντινούπολη). Οθωμανός διανοούμενος στην ιστορία, την γεωγραφία, την βιβλιογραφία και τις βιογραφίες. Ο Kâtip Çelebi είναι από τους λίγους Οθωμανούς πεζογράφους του 17ου αιώνα. Ο πατέρας του ήταν στρατιώτης που εκπαιδεύτηκε στο ίδρυμα Enderûn, όπου μορφώνονταν οι Οθωμανοί πολιτικοί. Συμμετείχε σε διάφορες συγκρούσεις,  ους πολέμους για δέκα χρόνια, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και ασχολήθηκε με τις επιστήμες σε διάφορους τομείς. Χάρη στη συμμετοχή του στην εκστρατεία της Κρήτης το 1645, είχε την ευκαιρία να εξετάσει τον τρόπο κατασκευής των χαρτών και να δει τους χάρτες να σχεδιάζονται στα έργα αυτού του θέματος. Ήταν ένας από τους πρώτους Τούρκους επιστήμονες που ενδιαφερόταν για τις δυτικές επιστήμες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και συνέκρινε και συνέθεσε αυτές τις επιστήμες με τις ανατολικές επιστήμες. Το 2009 ανακηρύχθηκε Έτος Katip Çelebi από την ΟΥΝΕΣΚΟ για τον εορτασμό της 400ής επετείου από την γέννησή του.

[14] Αραβικός όρος – σημαίνει κάτι το επιτρεπτό από τον ισλαμικό νόμο.

[15] Ειδικότερα βλ. Βλαδίμηρος Μιρμίρογλου, ΟΙ ΔΕΡΒΙΣΣΑΙ, Πόλη 1940, εκδ. ΕΚΑΤΗ, χ.χ., (σελ. 218-234).

[16] Ο Kuyucu Murad Pasha, (Οθωμανός, που υπηρέτησε ως Μεγάλος Βεζίρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την διάρκεια της βασιλείας του Αχμέτ Α’, 9/12/1606 – 5/8/1611), ήταν Σερβο-Κροάτης, γεννημένος το 1535 στην Βοσνία. Πέθανε το 1611 στο Diyarbakır. Το πρώτο του όνομα σημαίνει «εκσκαφέας», (“gravedigger”) και οφείλεται στους μαζικούς τάφους που έσκαψε, για να θάψει τους φυλακισμένους των σκληρών μεθόδων καταστολής του. Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του δεκάδες χιλιάδες Τούρκοι, Κούρδοι και άλλοι μουσουλμάνοι σκοτώθηκαν σε διάφορες εκστρατείες, ενάντια σε ξεχωριστές μεγάλες ομάδες ανταρτών και εξεγερμένων.

[17] Ήταν Αλβανός, γεννημένος στο Korçë στην ανατ. Αλβανία. Στο πλαίσιο του παιδομαζώματος [devshirme], σπούδασε στο Enderun στην Κωνσταντινούπολη. Έγινε σύμβουλος δύο σουλτάνων: Μουράτ Δ΄ [Murat IV, 1623–1640] και Ιμπραχήμ [İbrahim, 1640–1648]. Ετοίμασε σειρά εκθέσεων (Risale) σχετικά με μεταρρυθμίσεις στην αυτοκρατορία. Η πρώτη του πραγματεία είναι μια έκθεση που υπέβαλε στον σουλτάνο το 1631, σχετικά με την διαφθορά που διέκρινε στην κρατική διοίκηση. Σε αυτήν την πραγματεία ο Koçi Bey υποστήριξε ότι αυτές οι αδυναμίες οφείλονταν κυρίως στον εκφυλισμό του συστήματος “timar” (fief) και πρότεινε την εφαρμογή ενός πιο πειθαρχημένου στρατού και μιας αυστηρότερης κρατικής διοίκησης. Ο σουλτάνος Μουράτ εφάρμοσε μια πολιτική σύμφωνα με τις συστάσεις της μητέρας του, και όταν ανέλαβε πλήρως την κρατική διοίκηση, άρχισε να εισάγει μεταρρυθμίσεις, ακολουθώντας τις συστάσεις του Koçi Bey. Απαγόρευσε το αλκοόλ και τον καπνό, τιμωρούσε όσους παραμελούσαν ή εκμεταλλεύονταν την κρατική οργάνωση και προσπάθησε να περιορίσει αυτούς που σχετίζονταν με δωροδοκία, υπεξαίρεση και εκβιασμό.

Ο Koçi Bey παρουσίασε την δεύτερη πραγματεία του το 1640, στον σουλτάνο ​​ Ιμπραχήμ. Υποστηρίζεται ότι το περιεχόμενο και το ύφος αυτής της πραγματείας προέκυψε μετά από αίτημα του σουλτάνου προς τον Koçi Bey για να γνωρίσει τις λεπτομέρειες της κρατικής διοίκησης. Ο Koçi Bey χρησιμοποίησε μια απλή γλώσσα σ΄ αυτήν την πραγματεία και εξήγησε λεπτομερώς μερικές από τις λέξεις, τους όρους και τις έννοιες της δημόσιας διοίκησης. Έτσι, σκόπευε να διδάξει στον σουλτάνο την κρατική οργάνωση. Σ΄ αυτήν την πραγματεία, υπάρχουν επίσης εκτενείς πληροφορίες σχετικά με το πώς ο σουλτάνος ​​θα μεταχειρίζεται και θα απευθύνεται στους κρατικούς αξιωματούχους και πώς να υπογράφει τα διατάγματα με καλλιγραφία.

[18] Ο Μουσταφά Νάιμα [Muṣṭafā Na’īmā, Χαλέπι 1655 – Πάτρα 1716) ήταν οθωμανός γραφειοκράτης και ιστορικός που έγραψε το χρονικό γνωστό ως Tārīḫ-i Na’īmā (Ιστορία του Naima). Οθωμανός ιστορικός, πρώτος επίσημος Οθωμανός χρονογράφος. Έλαβε καλή εκπαίδευση στην γενέτειρά του, το Χαλέπι, και έμαθε αραβικά και περσικά. Ο Naîmâ έφερε ένα ολοκαίνουργιο μοτίβο στη συγγραφή ιστορίας. Περιέγραψε τα γεγονότα μαζί με το κοινωνικό περιβάλλον που τα γέννησε. Η ζωή των ανθρώπων και της χώρας σε αυτήν την περίοδο αναβίωσαν στο έργο του Naîmâ. Έγραψε και επέκρινε τις αδυναμίες και τα λάθη των σουλτάνων με έντονο στυλ έκφρασης. Το κύριο έργο του Na’īmā είναι το «Ravżatu’l-Ḥüseyn fī ḫulāṣati aḫbāri’l-ḫāfiḳeyn», κυριολεκτικά: “Ο Κήπος του Χουσεΐν στην Περίληψη των Χρονικών της Ανατολής και της Δύσης”). Αυτή η εργασία ολοκληρώθηκε το 1704 και αφιερώθηκε στον βεζίρη Amcazade Hüseyin Paşa. Το βιβλίο καλύπτει τα γεγονότα των ετών 1591- 660. Πέθανε το 1716 σε ηλικία 61 ετών στην πόλη της Πάτρας στην Πελοπόννησο, όπου διορίστηκε ως φύλακας βιβλίων και τάφηκε στην αυλή του μοναδικού τζαμιού.

[19] [[Αντιτουρκισμός από τους Οθωμανούς: στην άρχουσα τάξη, οι Οθωμανοί, αποκαλούσαν τον εαυτό τους “Osmanlı”, για να διακρίνουν ένα άτομο ανώτερης νοημοσύνης και εκπαίδευσης, με επάρκεια στην περσική και αραβική λογοτεχνία, ενώ η λέξη “Turk” χρησιμοποιήθηκε για τον διαχωρισμό κατά των Τουρκομάνων, νομάδων των στεπών και του Χορασάν, και των αναλφάβητων της Ανατολίας. Ειρωνικά σχόλια και χλευασμοί όπως, Eşek Turk (Τούρκος γαϊδούρι) και Kaba Turk (αγενής Τούρκος), χρησιμοποιήθηκαν για να τους περιγράψουν. Άλλες σκωπτικές εκφράσεις ήταν: “Turk-head” και “Turk-person”. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο όρος “Etrak-i bi-idrak”, μερικές φορές χρησιμοποιείται για να δηλώσει τους Γιουρούκους [Yörük], τους βουνίσιους, τους νομάδες της Ανατολίας. Το “Etrak-i bi-idrak”, ένα οθωμανικό παιχνίδι με λέξεις, σήμαινε “τον αδαή Τούρκο”. Μια άλλη παρόμοια φράση ήταν “Türk-i-bed-lika”, που σήμαινε «τον ασχημοπρόσωπο Τούρκο».

Ο Ozay Mehmet έγραψε στο βιβλίο του Ισλαμική Ταυτότητα και Ανάπτυξη: Μελέτες της Ισλαμικής Περιφέρειας, «Islamic Identity and Development: Studies of the Islamic Periphery», Routledge, 1990, (σελ. 115): Οι απλοί Τούρκοι [Τουρκομάνοι ή Γιουρούκοι] δεν είχαν την αίσθηση ότι ανήκουν σε μια κυρίαρχη εθνική ομάδα. Συγκεκριμένα, είχαν περιπλεγμένη την αίσθηση της αυτο-εικόνας τους, του αυτό-προσδιορισμού τους. Ποιοι ήταν: Τούρκοι, Μουσουλμάνοι ή Οθωμανοί; Η λογοτεχνία τους ήταν μερικές φορές περσική, μερικές φορές αραβική, αλλά πάντα ευγενική και ελιτίστικη. Υπήρχε πάντα μια τεράστια κοινωνική και πολιτιστική απόσταση μεταξύ του αυτοκρατορικού κέντρου και της περιφέρειας της Ανατολίας. Όπως το εξέφρασε ο Μπερνάρντ Λιούις [Bernard Lewis]: “Στην αυτοκρατορική κοινωνία των Οθωμανών ο εθνοτικός όρος Τούρκος χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα, και στη συνέχεια κυρίως με μάλλον υποτιμητική έννοια, για τον ορισμό των Τουρκομάνων νομάδων ή, αργότερα, των ανεπιτήδευτων και αδέξιων τουρκόφωνων αγροτών των χωριών της Ανατολίας.” Σύμφωνα με έναν Βρετανό παρατηρητή των οθωμανικών αξιών και θεσμών στις αρχές του 20ού αιώνα: «Ο πιο σίγουρος τρόπος για να προσβάλεις έναν Οθωμανό κύριο, είναι να τον αποκαλέσεις «Τούρκο»]],     https://en.wikipedia.org/wiki/Anti-Turkish_sentiment

[20] Βλ. και: Μπάλτος Γ. & Βιδάκης Ι., (2020). «Ο ΕΧΘΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΜΑΣ – Νεοοθωμανισμός διαχρονικά σημαίνει Εκτουρκισμός», εκδ. Ινφογνώμων, σελ. 15-40.

[21] Ειδικότερα τα πρώτα γνωστά παραδείγματα γραφής σε οποιαδήποτε τουρκική γλώσσα, βρέθηκαν σε μια αποστολή του 1889 από τον Nikolai Yadrintsev, στην κοιλάδα του ποταμού Orkhon στη Μογγολία. Αυτές οι επιγραφές δημοσιεύθηκαν από τον Vasily Radlov και αποκρυπτογραφήθηκαν από τον Δανό φιλόλογο Vilhelm Thomsen το 1893. Χρονολογούνται από τις αρχές του 8ου αιώνα και το μοτίβο στο οποίο είναι γραμμένα είναι γνωστό ως το «αλφάβητο Orkhon», [παλαιό τουρκικό, Göktürk, ή Orkhon-Yenisey]. Το αλφάβητο Orkhon πιστεύεται ότι προήλθε ή εμπνεύστηκε από μια έκδοση του Σογδιανού μοτίβου. Μέχρι τον 9ο αιώνα, τα αλφάβητα Orkhon και Yenisei αντικαταστάθηκαν από το αλφάβητο Uighur, το οποίο αναπτύχθηκε από την ευθεία έκδοση του Σογδιανού μοτίβου. Πηγή: https://omniglot.com/writing/orkhon.htm

[22] Ο Yusuf Akçura (1876 – 1935) ήταν εξέχων Τούρκος πολιτικός, συγγραφέας και ιδεολόγος, Ταταρικής εθνοτικής καταγωγής. Εξελίχθηκε σ΄ έναν εξέχοντα ιδεολόγο και υποστηρικτή του Παντουρκισμού κατά την πρώιμη δημοκρατική περίοδο. Γεννήθηκε στο Σιμπίρσκ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από μια οικογένεια Τατάρων και έζησε εκεί μέχρι που αυτός και η μητέρα του μετανάστευσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όταν ήταν επτά ετών. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη και εισήλθε στο Harbiye Mektebi (Στρατιωτικό Κολλέγιο) το 1895, προτού αναλάβει θέση στο Erkan-i Harbiye (Πρόγραμμα Γενικού Επιτελείου), ένα διάσημο εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τον Οθωμανικό στρατό. Αλλά το 1896 κατηγορήθηκε ότι ανήκε στο κίνημα των Νεό-Τουρκων και εξορίστηκε στην οθωμανική Λιβύη.

Έφυγε από την εξορία το 1899 και πήγε στο Παρίσι όπου άρχισε να εμφανίζεται ως ένθερμος υποστηρικτής του τουρκικού εθνικισμού και του Παντουρκισμού. Επέστρεψε στην Ρωσία το 1903, εγκαταστάθηκε στο Zöyebașı δίπλα στο Simbirsk και άρχισε να γράφει εκτενώς. Συγκέντρωσε την προσοχή για το έργο του το 1904 «Tarç Tarz-ı Siyaset», (Three Policies), το οποίο αρχικά τυπώθηκε στο περιοδικό Türk με βάση το Κάιρο: καλούσε τους Τούρκους να εγκαταλείψουν την πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία και να στραφούν πλήρως στην τουρκική τους ταυτότητα. Ήταν ένας από τους συνιδρυτές του Ittifaq al-Muslimin, ένα μουσουλμανικό κόμμα στην Ρωσία.Το 1908 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι ιδέες του άρχισαν να κερδίζουν ενδιαφέρον με την Επανάσταση των Νεό-Τουρκων και την ανακήρυξη της Δεύτερης Συνταγματικής Περιόδου. Το 1911 ίδρυσε τον Σύλλογο Türk Yurdu μαζί με τους Ahmet Ağaoğlu, Ali Hüseynzade και άλλους.

Το 1915 ίδρυσε εκ νέου με τους Ahmet Ağaoğlu και Ali Hüseynzade την Επιτροπή Τουρκο-Τατάρων (TTC) στην Κωνσταντινούπολη, η οποία είχε σκοπό να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των Τούρκο-Τατάρων μουσουλμάνων στην Ρωσία. Τον Ιούνιο του 1916, το TTC έστειλε μια αντιπροσωπεία στην Διάσκεψη των Εθνικοτήτων, αλλά δεν μπόρεσε να παρουσιάσει ένα ενιαίο ψήφισμα. Κάθε εκπρόσωπος έπρεπε να εκπροσωπεί το έθνος του. Ο Akçura μίλησε λοιπόν για τους Τατάρους και απαίτησε τα ίδια πολιτικά, και θρησκευτικά δικαιώματα με τους Ρώσους Ορθόδοξους και το δικαίωμα διδασκαλίας στη μητρική τους γλώσσα. Τον Ιούλιο του 1916, επισκέφθηκε την Ζυρίχη και έφτασε σε επαφή με τον Βλαντιμίρ Λένιν. Ήθελε να μάθει για τη μοίρα των τουρκικών λαών από τον ηγέτη των επαναστατών. Το καλοκαίρι του 1917 του δόθηκε η αποστολή να διαπραγματευτεί την απελευθέρωση των Οθωμανών κρατουμένων στην Ρωσία από την Οθωμανική Ερυθρά Ημισέληνο. Έτσι ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Δανία, την Σουηδία και έμεινε περίπου ένα έτος στην Ρωσία. Αφού ολοκλήρωσε την αποστολή του, επέστρεψε στην Τουρκία και προσχώρησε στο νεοσύστατο κόμμα Milli Türk Fırkası τον Οκτώβριο του 1919. Ζήτησε την δημιουργία μιας εθνικής οικονομίας και την απομάκρυνση από τις ισλαμικές αξίες, (ένα πεδίο όπουτ συγκρούστηκε με τον Ziya Gökalp, καθώς ο Akçura στόχευε σε μια κοσμική Τουρκία, φοβούμενος ότι ο Παν-Ισλαμισμός θα εμπόδιζε την εθνικιστική ανάπτυξη), που σημαίνει ότι είχε σε μεγάλο βαθμό συμπάθεια για τον Κεμάλ Ατατούρκ. Το 1923 εξελέγη βουλευτής για την Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε μέχρι το 1934, όταν εξελέγη βουλευτής για το Kars. Το 1932 έγινε πρόεδρος της Τουρκικής Ιστορικής Εταιρείας. Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη το 1935.

[23] Yahya Kemal Beyatlı (1884, Σκόπια – 1958, Κωνσταντινούπολη), Τούρκος ποιητής, συγγραφέας, πολιτικός, διπλωμάτης. Από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους της τουρκικής ποίησης στην Ρεπουμπλικανική εποχή. Τα ποιήματά του χρησίμευαν ως γέφυρα μεταξύ της οθωμανικής λογοτεχνίας και της σύγχρονης ποίησης. Ξεκίνησε την πρωτοβάθμια εκπαίδευσή του στα Σκόπια το 1889, στο Yeni Mektep, το οποίο ήταν μέρος του συγκροτήματος Sultan Murat. Αργότερα, συνέχισε στο Mektebi Edeb, το οποίο βρισκόταν επίσης στα Σκόπια. Μετακόμισε στην Θεσσαλονίκη με την οικογένειά του το 1897. Εστάλη στην Κωνσταντινούπολη το 1902 για να συνεχίσει στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Άρχισε να γράφει ποιήματα στα περιοδικά Servet-i Fünûncu İrtika και Malumat με το ψευδώνυμο Agâh Kemal. Με την επιρροή των γαλλικών μυθιστορημάτων που διάβασε και το ενδιαφέρον του για τους Νεό-Τουρκους το 1903, έφυγε από την Κωνσταντινούπολη υπό την πίεση του σουλτάνου και πήγε στο Παρίσι. Εκεί γνώρισε Νεό-Τουρκους όπως τους: Αχμέτ Ρίζα, Σάμι Πασάζαντ Σεζάι, Μουσταφά Φαζίλ Πασά, πρίγκιπα Σαμπάτατν, Αμπντουλάχ Σέβντετ, Αμπντουλάχ Τσινάσι Χισάρ.

Το 1904 εγγράφηκε στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Επηρεάστηκε από τον ιστορικό Albert Sorel. Ως αποτέλεσμα των ερευνών του στην ιστορία, κατέληξε στην άποψη ότι η μάχη του Manzikert το 1071 πρέπει να θεωρηθεί ως αρχή της τουρκικής ιστορίας. Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1913. Δίδαξε ιστορία και λογοτεχνία στο Γυμνάσιο Darüşşafaka . Δίδαξε για λίγο την ιστορία του πολιτισμού στο Medresetü’l-Ecclesiastes. Η απώλεια των Σκοπίων και της Ρουμελίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία τον αναστάτωσε. Γνώρισε προσωπικότητες όπως τους Ziya Gökalp, Tevfik Fikret και Yakup Kadri. Έγραψε άρθρα για την τουρκική γλώσσα και την τουρκική ιστορία σε εφημερίδες και περιοδικά. Δημοσίευσε για πρώτη φορά τα ποιήματά του, τα οποία έγραφε από το 1910, στο περιοδικό Yeni Mecmua το 1918. 

Ο Yahya Kemal συμπεριλήφθηκε στην αντιπροσωπεία που έστειλε το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης [Darülfünun] για να συγχαρεί τον Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος ήρθε στην Προύσα από τη Σμύρνη μετά τον τερματισμό του Τουρκικού Πολέμου της Ανεξαρτησίας. Συνόδευσε τον Μουσταφά Κεμάλ στον δρόμο του από την Προύσα στην Άγκυρα. Ο Yahya Kemal, ο οποίος πήγε στην Άγκυρα το 1922, εργάστηκε ως συντάκτης στην εφημερίδα Hâkimiyet-i Milliye. Εκείνο το έτος, διορίστηκε σύμβουλος στην τουρκική αντιπροσωπεία κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων στη Λωζάνη. Υπηρέτησε ως πρεσβευτής και εκλέχθηκε βουλευτής.

Μετά τη συνταξιοδότησή του, εγκαταστάθηκε στο Park Hotel στην Κωνσταντινούπολη και έζησε τα τελευταία δεκαεννέα χρόνια της ζωής του στο δωμάτιο 165 αυτού του ξενοδοχείου. Έλαβε το βραβείο İnönü το 1949. Το 1956, η εφημερίδα Hürriyet άρχισε να εκδίδει όλα τα ποιήματά του, περιλαμβάνοντας ένα ποίημα κάθε εβδομάδα.

[24]  Το πεδίο της γλώσσας αποτελεί μία κύρια κρατική προτεραιότητα μετά την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της διαμόρφωσης «εθνικής ταυτότητας». Αποτέλεσµα της διεργασίας των προηγούµενων ετών, και της στροφής του νεοϊδρυθέντος κράτους της Τουρκίας στην ∆ύση είναι η υιοθέτηση του Λατινικού αλφαβήτου. Πρώτο βήµα ήταν η υιοθέτηση του διεθνούς αριθµητικού συστήµατος, στις 20 Μαΐου 1928 από τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. Ο Νόµος 1353 ‘για την υιοθέτηση και εφαρµογή των Νέων Τουρκικών Γραµµάτων’ ψηφίστηκε την 1η Νοεµβρίου 1928. Το νέο αλφάβητο ‘κατασκευάστηκε’ από την «Επιτροπή του Αλφαβήτου», µε κάποιες τροποποιήσεις στο Λατινικό αλφάβητο που αποτέλεσε την βάση του. Από την 1η ∆εκεµβρίου 1928 απαγορευόταν η χρήση της παλιάς γραφής για τις εφηµερίδες και τα περιοδικά. Από την 1η Ιανουαρίου 1929, για όλα τα άλλα έργα που θα εκδίδονταν στην Τουρκία, και για όλα τα επίσηµα κυβερνητικά έγγραφα. Στα σχολεία απαγορεύτηκε η χρήση των βιβλίων τυπωµένων µε την παλαιά αλφάβητο. Από την 1η Ιουνίου 1929, η οθωµανική γραφή απαγορεύτηκε, για όλα τα δηµόσια έγγραφα όπως, άδειες γάµου, ποινές δικαστηρίων, κ.α. και από την 1η Ιουνίου 1930, για όλα τα έγγραφα είτε δηµόσια, είτε ιδιωτικά. Σύµφωνα µε τον γλωσσολόγο Ahmet Cevat Emre (1876-1961) η ‘νέα’ Τουρκία έπρεπε να υιοθετήσει την διεθνή γραφή του δυτικού πολιτισµού, εάν ήταν αποφασισµένη να συνδεθεί µε αυτόν τον πολιτισµό. Συνεπώς, η Τουρκία, µε την υιοθέτηση της Λατινικής γραφής, ξεπερνά, εν µέρει, το εµπόδιο της γλωσσικής επικοινωνίας µε τα Ευρωπαϊκά κράτη και δηλώνει ξεκάθαρα την πρόθεσή της να ανήκει στην ∆ύση, (βλ. Παράρτημα Γ΄).

[25] Το Karacaahmet Cemetery (τουρκικά : Karacaahmet Mezarlığı) είναι ένα ιστορικό νεκροταφείο 700 ετών, που βρίσκεται στο Üsküdar, στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Το νεκροταφείο Karacaahmet είναι το παλαιότερο στην Κωνσταντινούπολη και σε έκταση 750 στρεμμάτων (3,0 km2), το μεγαλύτερο νεκροταφείο στην Τουρκία. Το νεκροταφείο έλαβε το όνομά του από έναν πολεμιστή, σύντροφο του Ορχάν Α΄ , του δεύτερου οθωμανού ηγεμόνα και θεωρείται ότι ιδρύθηκε στα μέσα του 14ου αιώνα. Εκτιμάται ότι σ΄ αυτό έχουν ταφεί πάνω από ένα εκατομμύριο άτομα. Το νεκροταφείο αποτελείται από 12 αγροτεμάχια, το καθένα αφιερωμένο σε διαφορετική θρησκευτική ομάδα. Πολλές ιστορικές επιτύμβιες στήλες εξακολουθούν να φαίνονται με επιγραφές γραμμένες στο οθωμανικό τουρκικό αλφάβητο, μια έκδοση του αραβικού αλφαβήτου.

[26] Η Αϊσέ Αφέτ Ινάν (29 Νοεμβρίου 1908 – 8 Ιουνίου 1985) ήταν Τουρκάλα ιστορικός και κοινωνιολόγος. Ήταν μία από τις οκτώ υιοθετημένες κόρες του Μουσταφά Κεμάλ. Είναι γνωστή για την ενασχόληση της με την πρακτική της φυσικής ανθρωπολογίας, καθώς μέτρησε πάνω από εξήντα χιλιάδες κρανία στην Ανατολία, γεγονός που στόχευε να στηρίξει την Διατριβή της Τουρκικής Ιστορίας. Γεννήθηκε από τον Ισμαήλ Χακί Μπέη (İsmail Hakkı Uzmay) και τη Σεχζανέ Χανούμ από το Doyran (Δοϊράνη), στην περιοχή Kesendire (Polyoroz, Κασσάνδρα) στο Βιλαέτι της Θεσσαλονίκης. Αυτή και η οικογένειά της μετανάστευσαν στο Adapazarı λόγω των Βαλκανικών Πολέμων. Ξεκίνησε το δημοτικό σχολείο στο Adapazarı στις 4 Μαρτίου 1913. Στη συνέχεια μετακόμισαν στην Άγκυρα, το Μιχαλιτσίκ, το Καραοσλάν, τη Μπίγκα. Η μητέρα της Σεχζανέ πέθανε από φυματίωση το 1915. Επειδή τότε ο πατέρας της νυμφεύθηκε ένα νεαρό κορίτσι, η Αϊσέ Αφέτ αποφάσισε να γίνει δασκάλα για να κερδίσει τα προς το ζην. Όταν ζούσαν στη Μπίγκα, η μικρότερη αδερφή της Νεζιχέ γεννήθηκε από τον πατέρα της Ισμαήλ Χακί και την δεύτερη σύζυγό του. Το 1920, ολοκλήρωσε τα έξι χρόνια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το 1921 εγκαταστάθηκαν στην Αλάνια. Το 1922, απέκτησε τίτλο διδασκαλίας στο Ελμάλι και διορίστηκς ως διευθύντρια στο Elmalı Girls School. Αποφοίτησε από το Teachers College for Girls της Προύσας το 1925 και άρχισε να εργάζεται ως δασκάλα δημοτικού σχολείου στη Σμύρνη. Συναντήθηκε με τον Μουσταφά Κεμάλ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους κατά την επίσκεψή του στη Σμύρνη.

Η Αφέτ στάλθηκε το 1925 από τον Ατατούρκ στη Λωζάνη της Ελβετίας, για να μάθει γαλλικά. Αφού επέστρεψε στην Τουρκία το 1927, σπούδασε στην Γαλλική Lycée Notre Dame de Sion Istanbul. Όταν τελείωσε εκεί διορίστηκε ως καθηγήτρια δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για την ιστορία. Το 1935, η Αφέτ Ινάν πήγε ξανά στην Ελβετία και ήταν μαθήτρια του Γιουτζίν Πιτάρντ στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης μεταξύ 1936 και 1938. Το 1939, αφού αποφοίτησε, απέκτησε διδακτορικό στην κοινωνιολογία. Το 1950, έγινε καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας. Ήταν συνιδρύτρια και κορυφαίο μέλος της Τουρκικής Ιστορικής Εταιρείας. Το “Βραβείο Ιστορικών Σπουδών Αφέτ Ινάν” απονέμεται ανά διετία από το Τουρκικό Ίδρυμα Ιστορίας σε συνεργασία με την οικογένεια της Ινάν. Πηγή: Wiki

[27] Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμη η επισήμανση του αντι-αραβισμού στην Τουρκία, η οποία αναφέρεται στην δυσπιστία, στην εχθρότητα, στο μίσος, στον φόβο και στην γενική αντίθεση για τους Άραβες και τον αραβικό πολιτισμό στην Τουρκία, μία από τις ισχυρότερες στον κόσμο. Η Τουρκία διακρίνεται για τον αντι-αραβισμό της, που χρονολογείται από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και η οποία έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία έτη, λόγω της προσφυγικής κρίσης, https://en.wikipedia.org/wiki/Anti-Turkish_sentiment

σχετικά άρθρα