fbpx
Weather Icon

Ο Τσίπρας, ο Ερντογάν και το ειδύλλιο-σκάνδαλο

Ο Τσίπρας, ο Ερντογάν και το ειδύλλιο-σκάνδαλο

Η σκιά μιας ερωτικής ιστορίας πέφτει βαριά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις επί ΣΥΡΙΖΑ και στους χειρισμούς του Μαξίμου ειδικά στο θέμα των «Οκτώ». Πώς ο τότε Πρωθυπουργός κάλυψε πολιτικά τον δεσμό του Διπλωματικού Συμβούλου του, Βαγγέλη Καλπαδάκη, με την Φεϊζά Μπαρουτσού, στέλεχος της τουρκικής πρεσβείας στην Αθήνα 

Αν οι κανόνες της γραφιστικής μού επέτρεπαν μακρύτερο, και άρα ακριβέστερο τίτλο, αυτός θα ήταν «Η φοβική ερντογανολατρεία του Τσίπρα και του περιβάλλοντός του, στο ζήτημα των τούρκων αντικαθεστωτικών στην Ελλάδα, και οι παράδοξες καταβολές της».

Αυτό που με ενδιαφέρει να περιγράψω είναι η γένεση και η εξέλιξη της σχέσης του περιβάλλοντος Τσίπρα με τον διωγμό των τούρκων φυγάδων στην Ελλάδα, οι αιτίες της και οι καταστροφικές συνέπειές της για κάποιους συνανθρώπους μας, αλλά και για την εθνική μας αξιοπρέπεια.

Τούρκοι πολίτες, που το μόνο τους έγκλημα ήταν ότι ήταν αντίθετοι στον Ερντογάν, έπεσαν στην Ελλάδα θύματα «άνισης μάχης και αγώνα» –που λέει και το παλιό κομμουνιστικό πένθιμο εμβατήριο– με θύτη ένα καθεστώς που δημόσια μεν κήρυττε την εθνική ανεξαρτησία, και δήθεν πίστευε στον ανθρωπισμό, αλλά φέρθηκε παράνομα και απάνθρωπα σε ικέτες στα χώματά μας, ανθρώπους που ζητούσαν μόνο την ελευθερία τους.

Σε κάποιες, ελάχιστες περιπτώσεις, τους έσωσαν η κοινωνία των πολιτών και η ελληνική Δικαιοσύνη. Αλλά στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, θριάμβευσαν ο δόλος, η ιδιοτέλεια και εν τέλει η, εκ των αποτελεσμάτων, υποτέλεια των κυβερνητικών στην τουρκική πολιτική. Η θλιβερή και ταυτόχρονα εξοργιστική αυτή ιστορία έχει στο επίκεντρό της ένα συμβάν και δύο σχέσεις.

Το συμβάν είναι η ουδέποτε ευθέως διαψευσθείσα υπόσχεση του Τσίπρα στον Ερντογάν, ότι θα επιστρέψει τους οκτώ τούρκους αξιωματικούς που κατέφυγαν στη χώρα μας στις 16 Ιουλίου 2016 με στρατιωτικό ελικόπτερο –το «τάξιμο» αυτό ήταν πολλαπλά μοιραίο συμβάν.

Οσο για τις δυο σχέσεις, που συνδέονται μεταξύ τους με τη μεταβατική ιδιότητα (η σχέση Α επηρεάζει τη σχέση Β και η σχέση Β επηρεάζει τη σχέση Γ, άρα και η σχέση Α επηρεάζει της σχέση Γ) είναι, η πρώτη, η σχέση εμπιστοσύνης του Τσίπρα με τον Βαγγέλη Καλπαδάκη, νεαρό και άπειρο διπλωμάτη που όρισε διευθυντή του Διπλωματικού Γραφείου του Πρωθυπουργού, και η δεύτερη η συμβίωση του Καλπαδάκη με την τουρκάλα διπλωμάτη Feyza Barutçu (Φεϊζά Μπαρουτσού), που λίγο αφότου ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές και ο Καλπαδάκης ανέλαβε την υψηλή του θέση, μετετέθη (σύμπτωση;) από το υπουργείο Εξωτερικών στην Άγκυρα, σε ανώτατη θέση στην τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα, επισήμως υπεύθυνη για τις πολιτικές υποθέσεις, αλλά και για τις «προσφυγικές ροές», με τη δεύτερη αρμοδιότητα σύντομα να αποκτά μακάβρια σημασία. Και, βέβαια, φτάνοντας στην Αθήνα, η Barutçu άρχισε να συζεί με τον εκλεκτό της καρδιάς της.

Θα αρχίσω από αυτή, τη δεύτερη σχέση. Ο έρωτας στην κοινωνία μας ευτυχώς είναι ελεύθερος και, φυσικά, αυτό ισχύει και για τους διπλωμάτες. Αλλά όταν κάποιος άνθρωπος, διπλωμάτης ή μη, κατέχει κρατική θέση ύψιστης διαβάθμισης και μέγιστης εθνικής ευαισθησίας σε μια χώρα –όπως είναι προφανώς αυτή του σύμβουλου του πρωθυπουργού για την εξωτερική πολιτική– απλούστατα δεν είναι δυνατόν να διατηρεί τόσο στενό δεσμό με ένα όργανο της κυβέρνησης μιας άλλης χώρας, χώρας μάλιστα με την οποία η σχέση της πρώτης είναι τόσο ευαίσθητη, επικίνδυνη και συχνότατα απειλητική, όσο της Τουρκίας με την Ελλάδα.

Μπορούσε κάλλιστα ο Καλπαδάκης να βάλει πάνω από όλα τον έρωτά του για την Barutçu –παρεμπιπτόντως, αν το έκανε θα ανέβαινε αφάνταστα στην εκτίμησή μου ως άνθρωπος– και να αρνηθεί στον Τσίπρα την υψηλή του θέση, ζητώντας να πάει σε ένα πόστο σε μια άσχετη χώρα, στο Λουξεμβούργο ή το Καμερούν αδιάφορο· ή, πάλι, αν σαν ιψενικός ήρωας έβαζε το καθήκον πάνω από τον έρωτα, να διακόψει τη σχέση του με τη σύντροφό του για να πάει στο Μαξίμου. Το ότι δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι απλώς απαράδεκτο. Σε άλλη περίπτωση, θα λέγαμε «το καημένο το παλικάρι, ο έρωτας το τύφλωσε». Αλλά σε τέτοια εθνικά ευαίσθητη θέση, οι προσωπικές δικαιολογίες δεν έχουν εφαρμογή. Αυτό που έκαναν ο Τσίπρας και ο Καλπαδάκης δεν είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων –για όνομα του Θεού! 

Για τη συνέχεια Protagon

σχετικά άρθρα