fbpx
Weather Icon
Ελλάδα , Εξοπλισμοί 21 Μαρτίου 2021

Ανάλυση: Η Ανάγκη Ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων

Ανάλυση: Η Ανάγκη Ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων

Για να μην επαναλάβουμε τα τετριμμένα, οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν έχουν ενισχυθεί εξοπλιστικά κατά τα τελευταία δεκαπέντε έτη, ενώ τα τελευταία δέκα έπεσαν θύμα περικοπών σε ακόμη πιο θεμελιώδη στοιχεία όπως το προσωπικό, τα λειτουργικά έξοδα και τα ανταλλακτικά. Τα προηγούμενα είχαν, σωρευτικά, σοβαρότατες επιπτώσεις στη συνολική στρατιωτική ισχύ της Χώρας. Οι δύο διαδοχικές τουρκικές επιθέσεις χαμηλής εντάσεως κατά το έτος 2020 έφεραν το γεγονός στο προσκήνιο και δημιούργησαν πίεση για άμεση ενίσχυση της ελληνικής στρατιωτικής ισχύος.
Η αναγνώριση της αναγκαιότητας για αυξημένη στρατιωτική ισχύ οδήγησε στη δρομολόγηση ενός συνολικού προγράμματος ενίσχυσης της στρατιωτικής ισχύος, το οποίο σχηματικά συνοψίστηκε στις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 2020, και το οποίο περιλάμβανε, περίπου κατά λέξη, τα ακόλουθα έξι σημεία:

  1. Η Πολεμική Αεροπορία αποκτά αμέσως μια μοίρα 18 μαχητικών αεροσκαφών Rafale με ταυτόχρονη αντικατάσταση των παλαιότερων Mirage 2000 BG/EG.
  2. Το Πολεμικό Ναυτικό εκκινεί τις διαδικασίες για την ένταξη στον στόλο του τεσσάρων νέων φρεγατών πολλαπλού ρόλου. Παράλληλα, εκσυγχρονίζει και αναβαθμίζει 4 φρεγάτες Meko, που ήδη διαθέτει. Τα νέα σκάφη θα πλαισιωθούν, επίσης, από 4 ναυτικά ελικόπτερα MH-60R.
  3. Εμπλουτίζεται συνολικά το οπλοστάσιο και των τριών Κλάδων, και αμέσως αποκτώνται: νέα αντιαρματικά όπλα για τον Στρατό Ξηράς, νέες τορπίλες βαρέος τύπου για το Πολεμικό Ναυτικό και νέοι κατευθυνόμενοι πύραυλοι για την Πολεμική Αεροπορία.
  4. Το δυναμικό των Ενόπλων Δυνάμεων ανανεώνεται με την πρόσληψη 15.000 ανδρών και γυναικών σε ορίζοντα 5ετίας. Ταυτόχρονα, επαναξιολογείται όλο το πλαίσιο της στρατιωτικής θητείας και της εκπαίδευσης, ώστε οι στρατεύσιμοι να αποκτούν δωρεάν πιστοποιημένες δεξιότητες, δηλαδή επαγγελματικά εφόδια για την πολιτική τους ζωή.
  5. Ενεργοποιείται η Αμυντική Βιομηχανία. Ήδη, στα Ναυπηγεία της Ελευσίνας, αμερικανικά κεφάλαια επενδύουν στον εκσυγχρονισμό τους. Στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά σύντομα εισέρχεται στρατηγικός επενδυτής, διατηρώντας τις θέσεις εργασίας. Ολοκληρώθηκε η διαγωνιστική διαδικασία, το αμέσως επόμενο διάστημα επίκειται η ολοκλήρωση της ιδιωτικοποίησης της ΕΛΒΟ και αναδιοργανώνεται η ΕΑΒ, ώστε να μετατραπεί σε κέντρο συντήρησης αεροσκαφών για την ευρύτερη περιοχή.
  6. Οι Ένοπλες Δυνάμεις ενισχύουν την ψηφιακή τους λειτουργία αλλά και τη θωράκισή τους από κυβερνοεπιθέσεις υβριδικού τύπου. Σε κάθε επιχειρησιακό τους επίπεδο εγκαθίστανται σύγχρονα συστήματα που εξασφαλίζουν ασφαλή ροή στην πληροφορία και συνεπώς έγκαιρη κινητοποίηση.

Οι εξαγγελίες αυτές φαίνεται ότι αποτελούν τη βασική περιγραφή ενός σχεδιαζόμενου, και εν μέρει υλοποιούμενου, προγράμματος δέκα (ή ένδεκα) δις ευρώ, χρονικού ορίζοντα πέντε (ή επτά) ετών για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Το πρόγραμμα αυτό μπορεί να διακριθεί σε πέντε επί μέρους στοιχεία:

(α) Μέτρα για την άμβλυνση του οξύτατου προβλήματος επάνδρωσης των Ενόπλων Δυνάμεων (σημείο (3) των εξαγγελιών).

(β) Μέτρα για την αντιμετώπιση οξύτατων ελλείψεων σε όπλα, όπως τορπίλες, αντιαρματικά, και αερομεταφερόμενοι πύραυλοι (σημείο (3) των εξαγγελιών) καθώς και σε ανταλλακτικά -στοιχείο που δεν αναφέρθηκε αλλά ήταν το οξύτερο πρόβλημα των τελευταίων ετών.

(γ) Μέτρα για την αμυντική βιομηχανία (σημείο (5) των εξαγγελιών).

(δ) Μέτρα για την κυβερνοασφάλεια (;) των Ενόπλων Δυνάμεων (σημείο (6) των εξαγγελιών).

(ε) Μέτρα για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων σε μείζονα οπλικά συστήματα και συγκεκριμένα σε μαχητικά αεροσκάφη και κύριες μονάδες στόλου (σημεία (1) και (2)).

Στο παρόν και το επόμενοκείμενο θα σχολιαστούν μόνον τα σχετιζόμενα με το (ε), δηλαδή με τα δύο μείζονα εξοπλιστικά προγράμματα ή με ό,τι αφορά τον βασικό «αναπτυξιακό» σχεδιασμό των Ενόπλων Δυνάμεων.

Τρεις βασικές Αρχές Στρατιωτικού Σχεδιασμού – και μία πολιτική αρχή

Πριν εξεταστούν τα ειδικά θέματα που τίθενται από τις εξοπλιστικές εξελίξεις, υπενθυμίζονται τρεις θεμελιώδεις αρχές αμυντικού σχεδιασμού, άνευ των οποίων η σχετική συζήτηση οδηγείται αναπόφευκτα σε άσχετες και παραπειστικές ατραπούς.

(α) Οι εξοπλισμοί είναι πρόβλημα βελτιστοποίησης υπό περιορισμούς· δεν έχει σημασία ποιο είναι το αντικειμενικά «απολύτως καλύτερο» σύστημα, αλλά ποιο είναι το καλύτερο που είναι δυνατόν να αποκτηθεί με τους πόρους που διαθέτει το κράτος, με δεδομένο ότι από τους διαθέσιμους πόρους θα πρέπει να καλυφθούν πολλές, εξ ίσου σημαντικές ανάγκες. Δεν έχει σημασία ποιο είναι το «καλύτερο μαχητικό» ή «η καλύτερη φρεγάτα»· σημασία έχει ποια είναι το καλύτερο μαχητικό που μπορείς να αγοράσεις και η καλύτερη φρεγάτα που μπορείς να προμηθευτείς, με δεδομένο ότι από τον διαθέσιμο κουμπαρά (των δέκα ή ένδεκα δις στην περίπτωσή μας) υπάρχει εξαιρετικά πιεστική ανάγκη για έναν τεράστιο αριθμό από πολλά, πανάκριβα πράγματα.

(β) Ο στρατιωτικός σχεδιασμός δεν γίνεται εν κενώ αλλά πάντα σε συνάρτηση με τον αντίπαλο και με τις πολιτικές και επιχειρησιακές απαιτήσεις που θέτει η πολιτική εθνικής αμύνης της Χώρας. Απλουστεύοντας σχηματικά, άλλες είναι οι εξοπλιστικές (και όχι μόνον) απαιτήσεις αν ο αντίπαλος έχει την Α σύνθεση δυνάμεων και άλλη αν έχει τη Β σύνθεση δυνάμεων, όπως επίσης άλλες είναι οι εξοπλιστικές (και όχι μόνον)  απαιτήσεις αν θέλεις να είσαι σίγουρος ότι θα συντρίψεις έναν αντίπαλο σε συγκεκριμένο χώρο, άλλες αν θέλεις να μπορείς να κυριαρχείς, και άλλες αν θέλεις να είσαι βέβαιος ότι δεν μπορεί αυτός να κυριαρχήσει.

(γ) Ο στρατιωτικός σχεδιασμός εξελίσσεται στον χρόνο, όπως άλλωστε στον χρόνο εξελίσσεται και ο σχεδιασμός και η ισχύς του αντιπάλου στον χρόνο: μία εξοπλιστική (και όχι μόνον) κίνηση που μπορεί σήμερα να είναι ορθή, μετά από πέντε ή δέκα χρόνια μπορεί να είναι άκαιρη, άστοχη ή τραγικά καθυστερημένη· αντιστρόφως, μία εξοπλιστική (και όχι μόνον) ενέργεια μπορεί να είναι πρόωρη και άστοχη σήμερα, ενώ να είναι σκόπιμη μετά από πέντε ή δέκα χρόνια, γιατί έτσι διασφαλίζεται πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου, τόσο τεχνολογικό όσο και εσωτερικής συνοχής του ιδίου εξοπλιστικού σχεδιασμού.

Επιπλέον των τριών ανωτέρω βασικών αρχών, στον σχεδιασμό των εξοπλισμών φαίνεται να επικρατεί  παγίως στην Ελλάδα μία στρεβλή πολιτική αντίληψη, που αντιστρέφει την ιστορική και τρέχουσα πραγματικότητα:

Η ανάθεση εξοπλιστικών συμβάσεων, και δη από μικρές χώρες όπως η Ελλάς οι οποίες βρίσκονται σε εντονότατα φορτισμένες γεωπολιτικά περιοχές, δεν αποτελούν τρόπο διασφάλισης πολιτικής εύνοιας από κανένα ισχυρό ενδιαφερόμενο μέρος. Οι λόγοι για τους οποίους σημαντικές δυνάμεις διαμορφώνουν τη γεωστρατηγική τους σε περιοχές όπως η Ανατολική Μεσόγειος -περιοχή κομβικής σημασίας στο παγκόσμιο γεωπολιτικό σκηνικό- δεν σχετίζονται με δύο-τρεις συμβάσεις δύο ή τριών δις ευρώ. Είναι πραγματικά τερατώδης αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Γερμανία, το Ισραήλ ή η Ρωσία θα επηρεαστούν σοβαρά από συμβάσεις πολεμικού υλικού, και μάλιστα τόσο περιορισμένες όσο αυτές που μπορεί να αναθέσει η Ελλάς, ακόμη και τώρα που αποφάσισε να «ξοδέψει». Η στάση και η πολιτική των ισχυρών μερών σχετίζεται άρρηκτα με τη συνολική αντίληψή τους για την πολιτική ασφαλείας και διαμορφώνεται από πολύ κρισιμότερους παράγοντες όπως οι μεταξύ τους ανταγωνισμοί και η εμπλοκή των τοπικών και περιφερειακών παικτών σε αυτούς. Προφανώς, όλες οι εθνικές αμυντικές βιομηχανίες ενδιαφέρονται να εξασφαλίσουν για λογαριασμό τους τις σχετικές συμβάσεις, και στην προσπάθεια αυτή οι κατά τόπους πρεσβείες τις ενισχύουν σημαντικά από πλευράς «προώθησης πωλήσεων». Το να συγχέεται, όμως, αυτό με γεωπολιτική εύνοια, μαρτυρά απλώς εξωφρενική -και πάντως αδικαιολόγητη- πολιτική αφέλεια. Μάλιστα, η πώληση εξοπλισμών συνδέεται εξ ίσου ή και περισσότερο με την ακολουθούμενη στρατηγική τους παρά με εμπορική τους στρατηγική· πωλούν ή παραχωρούν όπλα σε όποιον θέλουν να προσδέσουν στο άρμα τους, ή εν πάση περιπτώσει να προσεταιριστούν -φυσικά με το αζημίωτο. Από την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, όταν πιστεύαμε σοβαρά ότι η ανάθεση της προμήθειας 4-6 αντιτορπιλικών της εποχής, στη μία ή στην άλλη «Μεγάλη Δύναμη», θα εξασφάλιζε και την πολιτική τους εύνοια στις επικείμενες μεγάλες συγκρούσεις, μέχρι σήμερα, ελάχιστα φαίνεται να έχουν αλλάξει τα πράγματα.

Έχοντας και τα προηγούμενα υπ’ όψιν, θα εξεταστούν οι βασικές εξοπλιστικές προθέσεις της ΠΑ και του ΠΝ, ξεκινώντας από την ΠΑ.

Εξοπλιστικό Μυστήριο I: H ακατανόητη εμμονή στο F-35

Παρά την κατάσταση που περιγράφηκε προηγουμένως, και που έχει διαμορφωθεί σταδιακά κατά τα τρία τελευταία έτη, τόσο η προηγούμενη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της ΠΑ όσο και η τωρινή, για κάποιον ακατανόητο λόγο, διαδηλώνουν συνεχώς την πρόθεσή τους να προβούν σε προμήθεια αεροσκαφών F-35. Τόσο ο κ. Α. Τσίπρας και ο κ. Π. Καμμένος το 2017, όσο και ο κ. Κ. Μητσοτάκης και ο κ. Ν. Παναγιωτόπουλος το 2020, επανειλημμένως και… απροκλήτως έχουν δηλώσει την πρόθεση της Ελλάδας να προβεί σε προμήθεια αεροσκαφών F-35. Το ίδιο ισχύει και για τον πρώην Αρχηγό ΓΕΕΘΑ Πτέραρχο Χ. Χριστοδούλου καθώς και, ατύπως και πολύ πιο προσεκτικά είναι αλήθεια, από τον νυν Α/ΓΕΑ Αντιπτέραρχο Γ. Μπλιούμη. Η εμμονή αυτή στην προμήθεια του αεροσκάφους F-35 εγείρει μία σειρά σοβαρών ζητημάτων.

Τα Μαχητικά της ΠΑ

Στον τομέα των μαχητικών αεροσκαφών, η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ένα σύνολο από 230 μαχητικά αεροσκάφη. Δεδομένου ότι έχουν δρομολογηθεί και εκτελούνται ήδη εκσυγχρονισμοί, εν συνεχεία αποτυπώνεται η κατάσταση του αμέσως προσεχούς μέλλοντος. Έτσι, λοιπόν, η ΠΑ διαθέτει:

  • 84 αεροσκάφη F-16V, προερχόμενα από τον εκσυγχρονισμό 54 αεροσκαφών Blk52+ και 30 αεροσκαφών Blk52+Adv. Τα 84 αεροσκάφη που θα προκύψουν θα φέρουν ραντάρ AESA AN/APG-83 και νέο υπολογιστή αποστολής καθώς και Link-16.
  • 38 αεροσκάφη F-16 Blk50+Adv, που θα προέλθουν από τον εκσυγχρονισμό των αεροσκαφών F-16Blk50 με υποσυστήματα αφαιρούμενα από τα εκσυγχρονιζόμενα Blk52+. Τα αεροσκάφη αυτά θα έχουν ραντάρ AN/APG-68(V)9 και Link-16.
  • 32 αεροσκάφη F-16Blk30, με παλαιότερο ραντάρ και, κυρίως, χωρίς Link-16 και με κρίσιμους περιορισμούς στη μάχη χωρίς οπτική επαφή.
  • 24 Mirage 2000-5Mk2 με ραντάρ RDY-2 αλλά χωρίς Link-16.
  • 18 Mirage 2000 BGM/EGM που αντικαθίστανται άμεσα από ισάριθμα Rafale F.
  • 34 F-4E PI2000, τα οποία θα αποσυρθούν.

Για να συνοψιστεί η ανωτέρω κατάσταση, η ΠΑ έχει δρομολογημένη τη διαμόρφωση της δυνάμεώς της για το άμεσο μέλλον ως εξής:

-84 ελαφρά μαχητικά με ραντάρ AESA και Link-16

-62 ελαφρά μαχητικά με τα κορυφαία ραντάρ των αεροσκαφών τρίτης γενιάς, εκ των οποίων όμως τα 24 (M2000-5Mk2) δεν φέρουν Link-16

-18 κορυφαία δικινητήρια μαχητικά Rafale F3R, μίας γενιάς μπροστά από όλα τα υπόλοιπα στην περιοχή ως προς την τεχνολογία που ενσωματώνουν καθώς και (ασχέτως και επιπλέον του προηγουμένου) διαφορετικής κατηγορίας, αφού το αεροσκάφος είναι αφ’ ενός βομβαρδιστικό, αφ’ ετέρου διαθέτει την κρίσιμη για την αεροπορική δυνατότητα και φέρει επόμενης γενιάς όπλα αέρος-αέρος.

-32 ελαφρά μαχητικά μάλλον ξεπερασμένης τεχνολογίας -αλλά πάντως όχι «αρχαία»., με κρίσιμους περιορισμούς στη μάχη εκτός οπτικής επαφής -άρα στην αεροπορικής μάχη συνολικά- και με δυσανάλογα ακριβή απαίτηση εκσυγχρονισμού.

Τα Μαχητικά της Τουρκικής Αεροπορίας

Η αντίστοιχη κατάσταση για την Τουρκική Αεροπορία (ΤΑ), δηλαδή η κατάσταση σε ό,τι αφορά τα μαχητικά της αεροσκάφη και μόνον, είναι η εξής:

Στην παρούσα φάση η δύναμη των μαχητικών της ΤΑ απαρτίζεται από ένα σύνολο περίπου 250 αεροσκαφών (253 κατ’ ακρίβειαν), κατά βάσιν F-16 (233), που συμπληρώνονται από περίπου 20 αεροσκάφη F-4E/2020.

Ο πυρήνας των αεροσκαφών -198 αεροσκάφη F-16- είναι σχετικά ομογενοποιημένος, με πυρήνα τον υπολογιστή αποστολής MMC7000, ραντάρ AN/AGP-68(V)9 και ζεύξη Link-16. Τα αεροσκάφη αυτά βρίσκονται, πρακτικά, στο επίπεδο των ελληνικών F+Adv. Τα παλαιότερα αεροσκάφη της έκδοσης Block 30 και διαθέτουν σημαντικούς, πλέον, επιχειρησιακούς περιορισμούς. Η μία εναπομένουσα μοίρα F-4E/2020, με βασικό προσανατολισμό στον ρόλο αέρος-εδάφους, είναι εξαιρετικά περιορισμένων δυνατοτήτων και τα αεροσκάφη βαίνουν προς απόσυρση.

Συνεπώς, η ΤΑ διαθέτει έναν αριθμό από περίπου διακόσια (~200) σύγχρονα F-16 (εκατόν ενενήντα οκτώ (198) κατ’ ακρίβειαν), έναν αριθμό από περίπου τριάντα πέντε (35) παλαιά F-16 που εξυπηρετούν δευτερεύοντες ρόλους εκπαίδευσης, καθώς και μία μοίρα F-4E/2020 χαμηλής μαχητικής αξίας, τα οποία πρόκειται να αποσυρθούν στο προσεχές μέλλον.

Οι προοπτικές της δύναμης των μαχητικών της ΤΑ είναι νεφελώδεις στη φάση αυτή.

Το πρώτο και κύριο δεδομένο είναι ότι το βασικό σχέδιο για τον εκσυγχρονισμό της δύναμης μαχητικών, η προμήθεια ενός αριθμού 120 μαχητικών F-35 -με σημαντική βιομηχανική συμμετοχή στο πρόγραμμα- έχει ακυρωθεί. Για τους γνωστούς λόγους που συνδέονται με τις πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία από το 2016 και στο πλαίσιο των αμερικανικών κυρώσεων, η τουρκική συμμετοχή στο πρόγραμμα έχει ανασταλεί, ενώ η βιομηχανική συμμετοχή πρόκειται να τερματιστεί εντός του 2022, με την ολοκλήρωση όλων των εν εξελίξει συμβάσεων.

Σε σχέση με τις εξελίξεις στο πρόγραμμα F-35, θα πρέπει να παρατηρηθούν δύο σημεία που έχουν σημασία για το ζήτημα:

(α) οι αντιδράσεις της Τουρκίας και οι προσπάθειες επανεισόδου στο πρόγραμμα υπήρξαν μέχρι σήμερα χαρακτηριστικά υποτονικές, και αυτό από μία χώρα που συστηματικά υψώνει εξαιρετικά τους τόνους όταν έρχεται σε σύγκρουση με άλλες χώρες -όπως έχει κάνει κατά κόρον και με τις ΗΠΑ. Είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς τη σκέψη ότι η Τουρκία δεν πιέζεται ιδιαίτερα από την αποβολή της από το πρόγραμμα. Εάν ισχύει αυτό, και στον βαθμό που ισχύει, πιθανότατα οφείλεται στους εξής λόγους:

(i) Στην παρούσα φάση η Τουρκία είναι σε δύσκολη δημοσιονομική και νομισματική θέση. Η έναρξη του προγράμματος θα σήμαινε την έναρξη πολύ σημαντικών πληρωμών της Τουρκίας προς τις ΗΠΑ, και μάλιστα σε δολάρια, στοιχείο που θα επιβάρυνε σημαντικά την δύσκολη οικονομική της κατάσταση. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Τουρκία διαθέτει πλέον σημαντική πολεμική βιομηχανία και έχει σε εξέλιξη μεγάλα και σημαντικά εγχώρια προγράμματα τα οποία δρουν συμπληρωματικά ή και ανταγωνιστικά προς την αγορά του μαχητικού F-35, είναι πολύ πιθανόν να έγινε στρατηγική επιλογή επένδυσης των -πιο περιορισμένων- διαθεσίμων πιστώσεων σε εγχώρια προγράμματα, τα οποία έχουν δύο πολύ σημαντικά οικονομικά πλεονεκτήματα, ασχέτως κόστους: η επιβάρυνση σε συνάλλαγμα είναι εξαιρετικά πιο περιορισμένη, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης επανέρχεται στην εσωτερική αγορά.

(ii) Η αγορά του μαχητικού F-35 κατά τη στιγμή που η Τουρκία εμφανώς και αποφασιστικά επιδιώκει να απεξαρτηθεί από την αμερικανική επιρροή θα είναι σημαντική οπισθοδρόμηση. Αυτό δεν ισχύει μόνον επειδή θα εξαρτάται από τις ΗΠΑ για την υποστήριξη ενός μείζονος, βασικότατου οπλικού σύστημα της χώρας. Το F-35 ως σύστημα, και ειδικώς μέσω του υποσυστήματος ALIS, έχει ένα πρωτοφανή βαθμό άμεσου και συνεχούς ελέγχου από τις ΗΠΑ, αφού μετά από κάθε πτήση μεταφέρεται υποχρεωτικά ένας τεράστιος αριθμός δεδομένων, των επιχειρησιακών συμπεριλαμβανομένων στην κατασκευάστρια εταιρεία, στην Autonomic Logistics Operating Unit (ALOU). Επισήμως, ο βαθμός και η φύση του ελέγχου είναι, προφανώς, ανώδυνα -αλλά εναπόκειται στην κρίση του καθενός κατά πόσο μπορεί πραγματικά να ισχύει κάτι τέτοιο όταν ένα αεροσκάφος μεταδίδει συνεχώς ΟΛΑ τα δεδομένα του και δεν μπορεί να επιχειρήσει χωρίς να το κάνει[i]. Και αυτό, χωρίς κανείς να λάβει υπ’ όψιν ότι μέσω του ALIS η LM (δηλαδή οι ΗΠΑ), μεταφέρουν δεδομένα και εκτελέσιμο κώδικα στο αεροσκάφος, χωρίς καμία δυνατότητα παρέμβασης του χρήστη. Εξ ου και το Ισραήλ απαίτησε, κατ’ απόλυτη εξαίρεση, την πλήρη απεξάρτηση των δικών του αεροσκαφών από το ALIS -πράγμα πολιτικά και τεχνικά δύσκολο, και ακριβό (αλλά για το Ισραήλ… πληρώνουν οι ΗΠΑ).

(iii) Πολύ σύντομα μετά το πραξικόπημα του 2016 ενεργοποιήθηκε το πρόγραμμα Özgür της ΤΑ, για τον ευρύ εκσυγχρονισμό των F-16 που δεν είχαν ήδη εκσυγχρονιστεί (αναφορά στο πρόγραμμα αυτό και στη συνέχεια). Το πρόγραμμα αυτό φαίνεται να έχει ως επιπλέον στρατηγικό στόχο την ανάπτυξη τεχνογνωσίας σε κρίσιμα αεροπορικά υποσυστήματα προκειμένου να υποβοηθήσουν (ή και να αντικαταστήσουν, αναλόγως των εξελίξεων) την προσπάθεια για την ανάπτυξη αυτάρκους τεχνογνωσίας μέσω της ανάπτυξης του μαχητικού TF-X.

Η χρονική αλληλουχία των γεγονότων φαίνεται να υποδεικνύει ότι η -προσωρινή τουλάχιστον- απομάκρυνση από το μαχητικό F-35 ήταν προσχεδιασμένη από την Τουρκία και δεν ήρθε ως αναπάντεχη και πάντως ανεπιθύμητη εξέλιξη.

(β) Σε περίπτωση που η Τουρκία «τα βρει» με τις ΗΠΑ και επιτραπεί στο μέλλον η πώληση F-35 προς αυτήν, η διαδικασία δεν μπορεί παρά να είναι η ίδια με όλους τους άλλους αγοραστές: η Τουρκία θα εκδηλώσει ενδιαφέρον, και θα της δοθεί ο χρόνος κατασκευής και παράδοσης για τον οποίον υπάρχει διαθεσιμότητα στο χρονοδιάγραμμα παραγωγής του αεροσκάφους. Με άλλα λόγια, η Τουρκία έχει απωλέσει την προτεραιότητα που είχε στο πρόγραμμα και πλέον θα πρέπει να «ξαναμπεί στην ουρά». Αυτό συμβαίνει ούτως ή άλλως λόγω συγκεκριμένου και δεσμευτικού προγράμματος παραγωγής του αεροσκάφους και των παραγγελιών, πολύ περισσότερο όμως λόγω του μεγάλου αριθμού των αεροσκαφών που περιλάμβανε ο τουρκικός σχεδιασμός -αν και δεν είναι αυτονόητο ότι σε περίπτωση επανάκαμψης της Τουρκίας στο πρόγραμμα ο αριθμός των αεροσκαφών θα παρέμενε ο ίδιος.

Το πρόγραμμα Özgür

Πέραν του προγράμματος του F-35, και εν πολλοίς εξ αιτίας της εξέλιξής του, η Τουρκική Αεροπορία έχει δρομολογήσει και επιπλέον πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των υφισταμένων αεροσκαφών F-16. Ειδικότερα, μετά το πραξικόπημα του 2016, και προφανώς εν όψει της ακύρωσης της προμήθειας αεροσκαφών F-35, το πρόγραμμα Özgür για την αναβάθμιση των παλαιότερων τουρκικών F-16Blk30 έλαβε νέα ώθηση.

Το πρόγραμμα που είχε ξεκινήσει το 2012 και η αρχική του εκδοχή φαίνεται ότι αφορούσε την αντικατάσταση όλων των ηλεκτρονικών υποσυστημάτων του αεροσκάφους -πλην του ραντάρ, όλα ανεπτυγμένα εγχωρίως και με βασικό ανάδοχο την ASELSAN. Δεδομένου ότι στο αρχικό πρόγραμμα δεν γινόταν αναφορά σε ραντάρ, είναι λογικό να γίνει η υπόθεση ότι ως ραντάρ του προγράμματος σχεδιαζόταν το AN/APG-69(V)5. Το ραντάρ αυτό είναι, προφανώς, διαθέσιμο στην ΤΑ μετά την αντικατάστασή του στα αεροσκάφη Blk40 από το AN/AGP-69(V)9. Το πρόγραμμα περιλάμβανε την ανάπτυξη και διασύνδεση ενός εντυπωσιακού αριθμού υποσυστημάτων, με πυρήνα νέο υπολογιστή αποστολής και σχετικό κώδικα ανεπτυγμένο εγχωρίως.

Το πρόγραμμα αυτό που φαίνεται να ήταν ένα «πειραματικό» πρόγραμμα με κυριότερο στόχο την ωρίμανση της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας για την ανάπτυξη του αεροσκάφους TF-X, έλαβε νέα ώθηση μετά το 2016 και τροποποιήθηκε το 2018 ώστε να περιλαμβάνει το ραντάρ τεχνολογίας τύπου AESA. Η μελέτη σκοπιμότητας και εφικτότητας για το ραντάρ φαίνεται να ξεκίνησαν το 2018 και συμφωνία για την ανάθεση της αρχικής φάσης ανάπτυξης στην ASELSAN υπογράφηκε στις 24 Μαρτίου 2019. Θεωρητικά, ο προγραμματισμός προβλέπει την παράδοση του πρώτου ραντάρ το 2021. Με βάση την τροποποίηση αυτή, η Τουρκία φιλοδοξεί να αναβαθμίσει τα περίπου τριάντα πέντε παλαιότερα αεροσκάφη F-16 Blk30 στο επίπεδο των F-16V, και να διατηρεί τη δυνατότητα να κάνει το ίδιο και για το σύνολο των αεροσκαφών της. Βεβαίως, η ανάπτυξη ραντάρ τεχνολογίας AESA είναι ένα εξαιρετικά φιλόδοξο εγχείρημα, στα όρια των δυνατοτήτων της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας, η οποία καλείται να κάνει ταυτόχρονα ένα διπλό κατόρθωμα: να αναπτύξει το πρώτο ραντάρ ελέγχου πυρός μαχητικού αεροσκάφους και, ταυτόχρονα, αυτό να είναι τεχνολογίας AESA. Παρά το γεγονός ότι η ASELSAN έχει σωρεύσει αξιοσημείωτη εμπειρία στον σχεδιασμό και την κατασκευή ηλεκτρονικών συστημάτων και αισθητήρων, και παρά το γεγονός ότι η Τουρκία έχει προβεί σε σημαντικές επενδύσεις για την ανάπτυξη τεχνολογίας AESA, το συγκεκριμένο πρόγραμμα είναι οριακό, δεδομένου του ότι είναι πρωτόλεια προσπάθεια, έχει μη ρεαλιστικά μικρό χρόνο ανάπτυξης και δεν υπάρχει γνωστή μεταφορά τεχνογνωσίας από το εξωτερικό. Επιπλέον, το γεγονός ότι το πρόγραμμα είχε ξεκινήσει με πυρήνα άλλο ραντάρ (πιθανότατα το AN/APG-68(V)5) και μετά από επτά χρόνια τροποποιείται ώστε να έχει ως πυρήνα ένα νέο -προς ανάπτυξη- ραντάρ (AESA) είναι προφανές ότι δημιουργεί σημαντικά προβλήματα και στο ίδιο το πρόγραμμα και ιδίως στο υποσύστημα του υπολογιστή αποστολής.  Ενδεχομένως αυτός είναι και ο λόγος που άλλες εκδοχές του προγράμματος .

Κατά συνέπεια, η συνολική εικόνα που αναδύεται για το πρόγραμμα Özgür είναι ότι αυτό έχει δύο «διαδοχικές» φάσεις και, αντίστοιχα, εθνικούς στρατηγικούς στόχους:

Η πρώτη φάση είναι η ανάπτυξη της ικανότητας εκσυγχρονισμού των παλαιών F-16 της ΤΑ σε ένα επίπεδο περίπου αντίστοιχο με αυτό το CCIP, υποδεέστερο κατά την ικανότητα του ραντάρ αλλά με το κρίσιμο χαρακτηριστικό της εθνικής τεχνολογικής αυτονομίας: το σύνολο των ηλεκτρονικών υποσυστημάτων είναι τουρκικής σχεδίασης και κατασκευής.

Η δεύτερη φάση είναι η αναβάθμιση της προηγούμενης ικανότητας με ραντάρ AESA τουρκικής κατασκευής. Μία τέτοια αναβάθμιση, που -θεωρητικά τουλάχιστον- θα φέρει τα εκσυγχρονιζόμενα αεροσκάφη στο επίπεδο F-16V, δυνητικά αποτελεί επιλογή για την αναβάθμιση πολύ μεγαλυτέρου μέρους των αεροσκαφών της ΤΑ, και τα οποία προς το παρόν είναι ασαφή και για τις δύο φάσεις του προγράμματος.

Σύγκριση των δύο δυνάμεων μαχητικών

Με αυτά τα βασικά δεδομένα σχετικά με την υφιστάμενη κατάσταση και τις δρομολογημένες εξελίξεις στις δυνάμεις μαχητικών των δύο αεροποριών, η κατάσταση διαμορφώνεται ως εξής:

Η ΠΑ έχει δρομολογήσει την άμεση απόκτηση μίας μοίρας αεροσκαφών «τετάρτης και μισής» γενεάς Rafale, ενώ η ΤΑ δεν έχει και δεν έχει δρομολογήσει κάτι αντίστοιχο.

Η ΠΑ έχει δρομολογήσει και θα διαθέτει στο άμεσο μέλλον 84 αεροσκάφη F-16V, την πλέον σύγχρονη έκδοση του αεροσκάφους F-16, με κρίσιμα στοιχεία ποιοτικής υπεροχής έναντι των προηγουμένων εκδόσεων (ραντάρ AESA). H TA δεν έχει και δεν έχει δρομολογήσει κάτι αντίστοιχο, ενώ το μοναδικό σχετικό σχέδιο που περιλαμβάνει ραντάρ AESA είναι ιδιαίτερα προβληματικό (ΕΑΝ το ραντάρ περιλαμβάνεται, καν, στο σχέδιο αυτό) και δεν πρόκειται να αποδώσει αποτελέσματα (ως προς το ραντάρ) ούτε σύντομα ούτε, πιθανότατα, αξιόλογα.

Η ΠΑ έχει δρομολογήσει και θα διαθέτει στο άμεσο μέλλον 38 F-16Blk50+Adv και 24 Mirage 2000-5Mk2. H TA διαθέτει 198 αεροσκάφη F-16 CCIP, αντιστοίχου τεχνολογικού επιπέδου και δυνατοτήτων -με την κρίσιμη έλλειψη Link-16 από τα ελληνικά Mirage. Με άλλα λόγια, η ΠΑ με ένα συγκριτικά περιορισμένο κόστος 5-6. εκ. ευρώ για την προσθήκη Link-16 στα Μ2Κ έχει ένα σύνολο 62 μαχητικών ιδίου επιπέδου με τα περίπου 198 αεροσκάφη F-16 που αποτελούν τον κορμό της ΤΑ.

Τέλος, η ΠΑ διαθέτει 32 F-16Blk30, αντιστοίχου επιπέδου με τα 35 τουρκικά F-16Blk30, τα οποία στο μέλλον θα αναβαθμιστούν σημαντικά -αν και δεν θα φτάσουν πιθανότατα στο επίπεδο του F-16CCIP, λόγω του υποδεέστερου ραντάρ AN/APG-69(V)5 που πιθανότατα θα φέρουν. Χωρίς ευόδωση του προγράμματος ραντάρ AESA, τα τουρκικά F-16Blk30 θα μπορούν να αναλαμβάνουν αποστολές αέρος-εδάφους εξαπολύοντας όλα τα τουρκικά όπλα (συμπεριλαμβανομένων των SOM), ενώ θα έχουν και δυνατότητα συμμετοχής στην αεροπορική μάχη, έστω και με το περιορισμένων δυνατοτήτων ραντάρ τους. Σε περίπτωση ευόδωσης του προγράμματος ραντάρ AESA, εάν και όταν αυτό καταστεί επιχειρησιακά διαθέσιμο, το αεροσκάφος θα προσμετράται στη δύναμη τ . Για τα ελληνικά μαχητικά της κατηγορίας αυτής δεν υπάρχει κάποια δρομολογημένη εξέλιξη, και είναι μάλλον απίθανο -για τεχνικούς λόγους- να υπάρξει.

Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, η ΠΑ αναμένεται στο προσεχές μέλλον να διαθέτει 196 μαχητικά, ενώ η ΤΑ θα διαθέτει 233 μαχητικά. Από τα 196 μαχητικά της ΠΑ, τα 102 θα είναι σημαντικά ή ριζικά ανώτερα από οτιδήποτε διαθέτει ή πρόκειται να έχει στο προσεχές μέλλον η ΤΑ, τα περισσότερα από τα υπόλοιπα (62) είναι στο επίπεδο που είναι ο κορμός της ΤΑ (τα 198), ενώ και οι δύο αεροπορίες έχουν έναν μικρό, αντίστοιχο αριθμό από παλαιότερα αεροσκάφη F-16Blk30.

Με απλά λόγια, όπως έχει η κατάσταση σήμερα και έχει δρομολογηθεί για το προσεχές μέλλον, η δύναμη μαχητικών της Πολεμικής Αεροπορίας δεν έχει , αλλά έχει σαφέστατο ποιοτικό πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου της. Για την ακρίβεια, είναι από τις ελάχιστες περιοχές συστημάτων των δύο χωρών στις οποίες η Ελλάδα έχει σαφές ποιοτικό πλεονέκτημα και κανένα αξιοσημείωτο ποσοτικό μειονέκτημα.

Επιπλέον, η παρούσα διαμόρφωση της δύναμης των μαχητικών της Πολεμικής Αεροπορίας έχει δύο προφανή επόμενα βήματα, το ένα εξαιρετικά φτηνό και το άλλο μεγάλου κόστους: αφ’ ενός την προσθήκη Link-16 στη δύναμη των 24 M2K-5Mk2 αφ’ ετέρου τη συμπλήρωση της δύναμης των 18 Rafale με 22 ακόμη ομοιότυπα, ενέργεια που θα αυξήσει τη δύναμη των Rafale σε αυτή των δύο μοιρών. Με δεδομένο ότι η αρχική επένδυση έχει γίνει, συνεπώς το αρχικό κόστος εισόδου στον τύπο έχει καταβληθεί, δηλαδή το σημαντικότατο κόστος που αφορά την εξοικείωση όλου του μηχανισμού της ΠΑ με έναν νέο τύπο μαχητικού (εκπαίδευση χειριστών, μηχανικών, τεχνικών, εισαγωγή του τύπου στον μηχανισμό αεροπορικής υποστήριξης με ό,τι αυτό σημαίνει για τα ανταλλακτικά και τη συντήρηση κ.λπ.) και μάλιστα αφορά μόνον 18 μαχητικά, προκειμένου να έχει νόημα η επένδυση, είναι επιτακτική η απόκτηση άλλης μίας μοίρας. Σε τελική ανάλυση, 18 μαχητικά δεν δίνουν στην πραγματικότητα, στην καλύτερη περίπτωση, περισσότερες από τέσσερεις τετράδες για τις επιχειρήσεις. Τέσσερεις τετράδες έχουν ένα όριο επιρροής επί των συνολικών επιχειρήσεων –ή θα επηρεάσουν αποφασιστικά συγκεκριμένες μόνον περιοχές επιχειρήσεων. Εάν δεν υπάρξουν δραματικές εξελίξεις, στην ΠΑ μπορεί ασφαλώς να ωριμάσει η απόσυρση των 24 M2K-5Mk2 ώστε να αντικατασταθούν με ισάριθμα Rafale, αν και η αντικατάσταση των Mk2, εκτός και αν αυτά πωληθούν έναντι κάποιου σημαντικού τιμήματος θα ήταν άστοχη κίνηση· η έναρξη της χρήσης του Rafale, όμως, έχει ουσιαστικά δεσμεύσει την ΠΑ στη συμπλήρωση του αριθμού των αεροσκαφών.

Σε αντίθεση με τη δύναμη των μαχητικών, η Πολεμική Αεροπορία έχει σαφή υστέρηση έναντι άλλων βασικών στοιχείων της Τουρκικής Τακτικής Αεροπορίας· οι προφανέστερες και βασικότερες ελλείψεις είναι στον Ηλεκτρονικό Πόλεμο, στο Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου και στα όπλα. Συνδυαστικά σε αυτούς τους τομείς, η Τουρκική Αεροπορία έχει αναπτύξει πολύ σημαντικές δυνατότητες Ηλεκτρονικής Επίθεσης στο ελληνικό δίκτυο χερσαίων ραντάρ επιτηρήσεως, ενώ αυτά είναι πλέον σχετικά μεγάλης ηλικίας και σχετικά παλαιάς τεχνολογίας. Επιπλέον, η Τουρκική Αεροπορία έχει έναν εξαιρετικά ικανό στόλο από ιπτάμενα ραντάρ (τέσσερα αεροσκάφη Ε-7Α, μεγαλύτερης εμβέλειας, χαμηλότερης συχνότητας, σε μεγαλύτερο αεροσκάφος-φορέα, με δυνατότητα κυκλικής επιτήρησης). Στον αντίποδα, τα ελληνικά ραντάρ εναέριας επιτήρησης είναι τέσσερα, παλαιότερης τεχνολογίας, μικρότερης εμβέλειας, συχνότητας, σε μικρότερο αεροσκάφος-φορέα και με δυνατότητα πλευρικής επιτήρησης μόνον.  Επιπλέον, η συνεχώς εξελισσόμενη και εντεινόμενη απειλή από τα τουρκικά ανεπάνδρωτα αεροσκάφη, καθώς και το εξαιρετικά αποτελεσματικές και επικίνδυνες , σε περίοδο επιχειρήσεων θα φθείρουν το ελληνικό ΣΑΕ με πολύ ταχύτερο ρυθμό απ’ ότι η ΠΑ θα φθείρει το αντίστοιχο τουρκικό, και μάλιστα με πολύ μικρότερη δέσμευση μαχητικών αεροσκαφών. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα η Τακτική Αεροπορία να κληθεί να επιχειρεί με ταχύτερα υποβαθμισμένη επίγνωση τακτικής καταστάσεως, στοιχείο κρίσιμης σημασίας. Πρέπει, ασφαλώς, να σημειωθεί ότι το ελληνικό ΣΑΕ είναι πιο πυκνό και με μεγαλύτερη αλληλοκάλυψη από το τουρκικό, γεγονός που σημαίνει ότι η ΤΑ πρέπει να αφιερώσει σημαντικούς πόρους για την (επιχειρησιακά εκμεταλλεύσιμη) καταστολή του. Όμως, κατ’ αναλογίαν, το μόνο μέτρο που η ΠΑ έχει για να πιέσει σημαντικά το τουρκικό ΣΑΕ και ελλείψει κατάλληλων μέσων, είναι η εκτέλεση κλασικών αποστολών καταστολής/καταστροφής από μαχητικά αεροσκάφη.  Αυτό  όμως σημαίνει δέσμευση μαχητικών που δεν θα μπορούν να αφιερωθούν στους κρίσιμους ρόλους της κρούσης και της αντιμετώπισης εχθρικών μαχητικών, όπου δεν μπορούν να υποκατασταθούν από άλλα μέσα. Σημειώνεται ότι ειδικά για την εκδίωξη των τουρκικών E-7A από την περιοχή επιχειρήσεων, η ΠΑ με τον συνδυασμό Rafale-Meteor αποκτά ένα εξαιρετικό όπλο. Επιπλέον αυτών, η ΠΑ δεν διαθέτει εναέριο ανεφοδιασμό, στοιχείο το οποίο παρείχε κρίσιμα τακτικά πλεονεκτήματα, ειδικά όταν κανείς θέλει να υποστηρίξει επιχειρήσεις στη ΝΑ Μεσόγειο ή όταν αντιμετωπίζει αντίπαλο με πολύ μεγάλο γεωγραφικό βάθος, όπως η Τουρκία.

Η ακατανόητη εμμονή στο F-35

Παρά την κατάσταση που περιγράφηκε προηγουμένως, και που έχει διαμορφωθεί σταδιακά κατά τα τρία τελευταία έτη, τόσο η προηγούμενη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της ΠΑ όσο και η τωρινή, για κάποιον ακατανόητο λόγο, διαδηλώνουν συνεχώς την πρόθεσή τους να προβούν σε προμήθεια αεροσκαφών F-35. Τόσο ο κ. Α. Τσίπρας και ο κ. Π. Καμμένος το 2017, όσο και ο κ. Κ. Μητσοτάκης και ο κ. Ν. Παναγιωτόπουλος το 2020, επανειλημμένως και… απροκλήτως έχουν δηλώσει την πρόθεση της Ελλάδας να προβεί σε προμήθεια αεροσκαφών F-35. Το ίδιο ισχύει και για τον πρώην Αρχηγό ΓΕΕΘΑ Πτέραρχο Χ. Χριστοδούλου καθώς και, ατύπως και πολύ πιο προσεκτικά είναι αλήθεια, από τον νυν Α/ΓΕΑ Αντιπτέραρχο Γ. Μπλιούμη. Η εμμονή αυτή στην προμήθεια του αεροσκάφους F-35 εγείρει μία σειρά σοβαρών ζητημάτων.

Η Ρητή Δήλωση Πρόθεσης Συγκεκριμένου Τύπου Αεροσκάφους

Κατ’ αρχάς, η βασική διαδικασία προμήθειας ενός οπλικού συστήματος προβλέπει τη διαπίστωση μίας επιχειρησιακής ανάγκης από τα Γενικά Επιτελεία και τη διεκπεραίωση της προμήθειας από τη ΓΔΑΕΕ. Αυτό δεν αποτελεί τυπικότητα αλλά κεντρικό στοιχείο του μηχανισμού προμήθειας: ο επιχειρησιακός βραχίονας του στρατιωτικού μηχανισμού διατυπώνει το επιχειρησιακό σκέλος της απαίτησης και ο προμηθευτικός βραχίονας εκτελεί τη διαδικασία της προμήθειας για την ικανοποίηση της απαίτησης. Προφανώς η διαπίστωση επιχειρησιακής απαιτήσεως δεν γίνεται αφηρημένα αλλά βάσει των πραγματικών τεχνικών εξελίξεων που εμφανίζονται με πραγματικά, συγκεκριμένα οπλικά συστήματα. Μάλιστα, όταν δεν υφίσταται κάποιος δεσμευτικός λόγος για την προμήθεια συγκεκριμένου συστήματος (κατάσταση η οποία μόνον στρεβλή μπορεί να είναι, όπως π.χ. για τα πυρομαχικά ενός συγκεκριμένου πυροβόλου άρματος, τα οποία είναι τα μοναδικά που μπορεί το πυροβόλο να χρησιμοποιήσει, αλλά που παρ’ όλα αυτά δεν αγοράζονται μαζί με το άρμα…) τότε είναι κρίσιμο να μην κατονομάζεται ως ανάγκη συγκεκριμένο σύστημα γιατί αυτό απλούστατα σημαίνει ότι εξ αρχής η Χώρα παραιτείται από οποιοδήποτε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα -είτε θα γίνει διαγωνισμός είτε όχι. Όταν λες εξ αρχής ότι εγώ θέλω να πάρω F-35 και όχι, π.χ. θέλω να πάρω αεροσκάφη και εξετάζω διάφορες υποψηφιότητες, τότε ο προμηθευτής του αεροσκάφους, που έχει την προτίμηση δεδομένη, αποκτά άλλη -ισχυρότερη- διαπραγματευτική θέση.

Πώς διαπιστώνεται η ανάγκη για τον συγκεκριμένο τύπο αεροσκάφους;

Ο ένας ή ο άλλος επαγγελματίας έχει την καθ’ όλα σεβαστή προσωπική του γνώμη για το καλύτερο αεροσκάφος. Όμως η θεσμική, συγκροτημένη και τεκμηριωμένη αιτιολόγηση της ανάγκης, κατ’ αρχήν, για ένα νέο σύστημα (μαχητικό εν προκειμένω) και η τεχνική και επιχειρησιακή αξιολόγηση των πιθανών συστημάτων αποτελεί μία συγκεκριμένη, επίσημη και δομημένη διαδικασία. Η διαδικασία αυτή, που το αποτέλεσμά της είναι, προφανώς, απόρρητο, λαμβάνει (ή οφείλει να λαμβάνει) υπ’ όψιν τα τεχνικά στοιχεία, τις επιχειρησιακές επιδόσεις και αναλυτικά στοιχεία κόστους, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογεί συνολικά και αξιόπιστα τις υφιστάμενες εναλλακτικές λύσεις. Μία τέτοια μελέτη, που δρομολογεί κρίσιμες κινήσεις της ΠΑ (και οποιασδήποτε αεροπορίας), λαμβάνει υπ’ όψιν τεχνικά δεδομένα, βάσει αυτών εξάγει τακτικά συμπεράσματα (δηλαδή συμπεράσματα για τις τακτικές δυνατότητες της κάθε εναλλακτικής λύσης) και εν συνεχεία, δοκιμάζει συγκριτικά σενάρια επιχειρησιακού επιπέδου, δηλαδή πώς επιχειρεί το σύνολο της Τακτικής Αεροπορίας με το νέο σύστημα σε χρήση.

Το ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι: βάσει ποιας μελέτης διαπιστώθηκε υπηρεσιακά η ανάγκη για την απόκτηση αεροσκαφών F-35, και μάλιστα ότι είκοσι (20) στον αριθμό -το πλήθος είναι κρίσιμο και δεν αποτελεί τυχαίο αριθμό- είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση της ΤΑ; Το περίεργο στην υπόθεση αυτή είναι το εξής: είναι γνωστό ότι το 2015 εκπονήθηκε από την ΠΑ μελέτη για την αντιμετώπιση της επικείμενης ένταξης του F-35 στο οπλοστάσιο της ΤΑ. Η μελέτη αυτή κατέληγε στο ότι για την αντιμετώπιση της νέας απειλής ήταν απαραίτητη η αναβάθμιση των υφισταμένων F-16 με ραντάρ AESA και η απόκτηση είκοσι αεροσκαφών τύπου F-35. Το συμπέρασμα της μελέτης αυτής είναι εξαιρετικά παράδοξο (θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον να δει κανείς πώς οι συντάκτες της μελέτης συμπέραιναν ότι η ΠΑ θα αντιμετώπιζε το νέο όπλο της ΤΑ αποκτώντας το ίδιο ακριβώς σύστημα, απλά… έξι φορές λιγότερο). Εν πάση περιπτώσει, η μελέτη αυτή είναι (ευλόγως) απόρρητη, οπότε μπορεί κανείς να υποθέτει ό,τι θέλει. Εν συνεχεία, και ήδη από το 2017, κατέστη ευκρινές ότι το μέλλον της απόκτησης του F-35 από την Τουρκία ήταν εξαιρετικά αμφίβολο. Παρά το γεγονός αυτό, δεν φαίνεται να εκδηλώθηκε καμία επιφύλαξη στην επιθυμία της ηγεσίας της ΠΑ να αποκτήσει και η ΠΑ είκοσι αεροσκάφη F-35. Το 2019 η Τουρκία αποβλήθηκε επισήμως από το πρόγραμμα του F-35 και η απόκτηση των αεροσκαφών εκ μέρους της ματαιώθηκε οριστικά. Η λογική επιτάσσει ότι ο σχεδιασμός και οι προθέσεις της ΠΑ προσαρμόζονται στο νέο δεδομένο, και οπωσδήποτε εκπονείται νέα μελέτη η οποία αντικαθιστά την προηγούμενη, επικαιροποιώντας την με τα -ριζικώς διαφορετικά- νέα δεδομένα. Είτε τέτοια μελέτη δεν εκπονήθηκε ποτέ, είτε εκπονήθηκε αλλά, παραδόξως, και με τα νέα δεδομένα το συμπέρασμα παρέμενε ότι η ΠΑ χρειάζεται είκοσι F-35. Εν συνεχεία, με την κρίση του καλοκαιριού του 2020, η Χώρα προβαίνει στην απόκτηση 18 αεροσκαφών Rafale. Η απόφαση είναι πολιτική και προήλθε απ’ ευθείας από το Πρωθυπουργικό Γραφείο. Η απόκτηση ενός νέου τύπου αεροσκάφους, «τετάρτης και μισής» γενεάς, είναι μία πολύ σοβαρή εξέλιξη για την ΠΑ και προφανώς αλλάζει βασικά δεδομένα. Προφανώς, μία μελέτη σχετικά με το μέλλον της δύναμης των μαχητικών δεν μπορεί να αγνοήσει ένα τέτοιο βασικό δεδομένο. Παρ’ όλα αυτά… η ηγεσία του Υπουργείου Αμύνης και, ατύπως αλλά ουσιαστικώς, και της ΠΑ, συνεχίζει να διαλαλεί την πρόθεσή της για την απόκτηση είκοσι F-35. Είτε μετά την απόκτηση των Rafale (και της σχεδόν αυτονόητης προοπτικής αύξησης του πλήθους τους σε σαράντα) εκπονήθηκε μελέτη από την ΠΑ η οποία κατέληξε πάλι στην ανάγκη απόκτησης… είκοσι F-35 από την ΠΑ, είτε απλώς η ανάγκη για F-35 δεν προκύπτει από συγκροτημένη μελέτη της ΠΑ για τις ανάγκες της σε μαχητικά αλλά από τις προσωπικές προτιμήσεις κάποιων. Εκτός αν υπάρχει κάποιο σχέδιο μελέτης στο ΓΕΑ το οποίο, ό,τι δεδομένα και να τροφοδοτηθεί, καταλήγει στο συμπέρασμα: «είκοσι F-35».

Πρέπει να επισημανθεί ότι η απλή ύπαρξη μελέτης δεν σημαίνει από μόνη της κάτι. Μία μελέτη μπορεί να είναι σοβαρή, λιγότερο σοβαρή ή προσχηματική, με σκοπό να δικαιολογήσει τυπικά κάποια ενέργεια ή επιδίωξη. Έτσι, ακόμη και για την απόκτηση των Rafale, που αποφασίστηκε από το Γραφείο του Πρωθυπουργού, είναι βέβαιο ότι, για τυπικούς λόγους, θα συντάχθηκε μία μελέτη που διαπίστωνε τη… σκοπιμότητα της προμήθειας. Όμως στην περίπτωση των Rafale, και υπό τις ειδικές συνθήκες που αποφασίστηκε -οι οποίες είναι και απολύτως εύλογες- η προσχηματική δικαιολόγηση της προμήθειας είναι δικαιολογημένη. Για το F-35 και τη σε βάθος εξαετίας (τουλάχιστον) σταθερή διαπίστωση ανάγκης για είκοσι αεροσκάφη του τύπου παρά τα συνεχώς μεταβαλλόμενα δεδομένα και παρά τις εξαιρετικά πιεστικές ανάγκες σε άλλα συστήματα των ΕΔ -και της ίδιας της ΠΑ- το θέμα είναι τουλάχιστον «περίεργο».

Ένα «τακτικό-επιχειρησιακό» σχόλιο

Όπως προαναφέρθηκε, στην όλη συζήτηση περί της ενδεδειγμένης αντιμετώπισης της πιθανής απόκτησης F-35 από την Τουρκία, είτε αυτά είναι εκατόν είκοσι, είτε είναι, ας πούμε, σαράντα, ο τρόπος αντιμετώπισης που προκρίνεται από την ηγεσία της ΠΑ είναι η απόκτηση και από εμάς είκοσι αεροσκαφών F-35. Η επιθυμία αυτή βασίζεται στην εξής κεντρική αλλά υπόρρητη υπόθεση -που βέβαια αποφεύγεται να διατυπωθεί ρητώς, γιατί αν διατυπωθεί ρητώς αρχίζει να διαφαίνεται και το επιχειρησιακό της παράλογο: το F-35 είναι ένα υπερόπλο, και αφού θα το αποκτήσει η Τουρκία, θα πρέπει να το αποκτήσουμε κι εμείς, έστω και σε εξαιρετικά μικρότερο αριθμό. Το επιχείρημα αυτό θα μπορούσε να έχει κάποιο νόημα για πυρηνικά όπλα, όχι όμως και για συμβατικά. Είναι δυνατόν να θεωρεί κάποιος στα σοβαρά ότι η ΠΑ με είκοσι αεροσκάφη F-35 θα καταφέρει κάτι που δεν θα καταφέρει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό η ΤΑ διαθέτοντας 5-6 φορές περισσότερα αεροσκάφη; Κατά μείζονα λόγο, όταν το βασικό πλεονέκτημα του F-35 είναι αεροσκάφος πολύ χαμηλής ραδιοδιατομής, χαρακτηριστικό που κατ’ εξοχήν ευνοεί το πρώτο πλήγμα; Πόσους στόχους θεωρούν οι Έλληνες επιτελείς ότι θα πλήξουν χωρίς δυσκολία στην πρώτη έξοδο, έχοντας στη διάθεσή τους είκοσι F-35 -δηλαδή πρακτικά δώδεκα ή δεκατέσσερα διαθέσιμα σε περίπτωση επιχειρήσεων; Με δώδεκα-δεκατέσσερα διαθέσιμα F-35, θα έχουν διαθέσιμα έξι ή εφτά ζεύγη, αν αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν τα αεροσκάφη με εξαιρετικά τολμηρό τρόπο, δηλαδή κατά ζεύγη ανά στόχο. Έστω ότι θεωρείται πως έτσι μπορούν στην πρώτη έξοδο να πληγούν -δηλαδή να αδρανοποιηθούν με ελάχιστες (μηδενικές;…) απώλειες, έξι ή επτά βασικοί τουρκικοί στόχοι -προσωρινά, αφού με δύο αεροσκάφη που θα φέρουν ελαφρά όπλα δεν μπορεί να αναμένει κανείς κάτι περισσότερο. Η δεύτερη έξοδος… θα είναι μεγάλο ζήτημα, δηλαδή το πότε θα γίνει και με πόσα ζεύγη. Κατ’ αντιστοιχία, οι Τούρκοι στην πρώτη έξοδο θα έχουν… τριάντα με τριάντα πέντε ζεύγη (αν πάρουν εκατό αεροσκάφη) ή… τριάντα έξι με σαράντα δύο ζεύγη (αν αποκτήσουν εκατόν είκοσι αεροσκάφη). Το επιπλέον πρόβλημα για την ΠΑ είναι ότι, για πολιτικούς λόγους, η ΤΑ είναι συντριπτικά πιο πιθανόν να είναι αυτή που θα επιχειρήσει το πρώτο πλήγμα. Έτσι, η ΠΑ με υποβαθμισμένη τη δυνατότητα αντιμετώπισης του πρώτου πλήγματος, θα επιχειρήσει να το ανταποδώσει στο… έν πέμπτο ή εν έκτο του, και μάλιστα ΑΦΟΥ θα έχει υποστεί το τουρκικό πρώτο πλήγμα. Εκτός πια και αν θεωρούμε ότι οι χειριστές μας είναι τόσο ικανοί.

Το πράγμα γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό αν λάβει κανείς υπ΄ όψιν ότι την επιλογή του αεροσκάφους κρούσης που βασίζεται κατ’ εξοχήν στη χαμηλή ραδιοδιατομή, την κάνει η χώρα που έχει το μάλλον πιο αδύναμο Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου. Η λογική λέει ότι εάν πρόκειται να αντιμετωπίσεις ένα αεροσκάφος χαμηλής ραδιοδιατομής, είτε αποκτάς αντίστοιχο αριθμό ώστε οι δύο αεροπορίες να εξαντληθούν σε εκατέρωθεν πλήγματα που καμία από τις δύο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, χωρίς κάποια να έχει σαφές πλεονέκτημα (αν και τότε αποφασιστικό ρόλο παίζει το ποιος θα δώσει το πρώτο πλήγμα), είτε κάποια πλευρά ενισχύει δραματικά το ΣΑΕ της έτσι ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το χαμηλό ΗΜ ίχνος των αντιπάλων αεροσκαφών και να τα αντιμετωπίζει -περίπου- ως «κανονικά» αεροσκάφη, εκμεταλλευόμενη τις υποδεέστερες κατά τα λοιπά πτητικές τους επιδόσεις. Αυτό δεν είναι εφικτό σε όλες τις διαστάσεις (π.χ. η ενίσχυση του ΣΑΕ δεν βοηθάει την υποβαθμισμένη επίδοση που θα έχουν όπλα με RF καθοδήγηση), είναι όμως το βασικό σημείο μέσω του οποίου αεροσκάφη άλλης φιλοσοφίας σχεδίασης, δηλαδή μεγαλύτερου ίχνους αλλά και πολύ ανώτερων πτητικών επιδόσεων, μπορούν να αντιμετωπίσουν το F-35. Έτσι, η Ελλάς, με πιο ασθενές ΣΑΕ -και άρα πιο ευάλωτη σε αεροσκάφη χαμηλού ίχνους- αντί να κινηθεί για να εξουδετερώσει την απειλή αυτή, κινείται για να την «αντισταθμίσει» με συστήματα της ίδιας τεχνολογίας αλλά δραματικά λιγότερα…

Όμως, για τη δικαιολόγηση της «ανάγκης» αγοράς των αεροσκαφών F-35 στην κοινή γνώμη, επιστρατεύεται ένας αριθμός επιχειρημάτων που, εξώφθαλμα, αποβλέπουν στη δημιουργία εντυπώσεων, χωρίς ουσία. Ας δούμε τα πιο «δημοφιλή» (στον τύπο) εξ αυτών:

«Και αν η Τουρκία επανέλθει στο πρόγραμμα F-35;»

Το επιχείρημα, περισσότερο ανεπτυγμένο, έχει ως εξής: η Τουρκία έχει αποβληθεί από το πρόγραμμα F-35, δηλαδή έχει ακυρωθεί η παραγγελία της και έχει αποκλειστεί από τη δυνατότητα απόκτησης αεροσκαφών. Όμως τίποτα δεν αποκλείει, λόγω πολιτικών εξελίξεων, να επιτραπεί εκ νέου στην Τουρκία να προμηθευτεί το αεροσκάφος. Εν όψει του ενδεχομένου αυτού, θα πρέπει η Ελλάδα να «προλάβει» να αποκτήσει το αεροσκάφος πριν από την Τουρκία. Έτσι, παρ’ όλο που διευκρινίζεται με τον πλέον σαφή τρόπο ότι ακόμη κι αν τώρα δεσμευτεί η Ελλάδα στην απόκτηση αεροσκάφους F-35 δεν πρόκειται να αρχίζει να παραλαμβάνει αεροσκάφη πριν από το 2027, επανέρχεται μία διάχυτη επιμονή να «κλειστεί» τώρα μία παραγγελία, έστω και με ορίζοντα απόκτησης του αεροσκάφους έστω και τότε, οπότε και υπάρχει δυνατότητα πραγματοποίησης της παραγγελίας σε μερίδες παραγωγής εκείνου του έτους.

Το επιχείρημα αυτό προϋποθέτει σιωπηρά ότι εάν η Τουρκία γίνει εκ νέου δεκτή στο πρόγραμμα του F-35, τότε αυτό θα γίνει άμεσα, ενώ η Ελλάδα, προφανώς επειδή δεν συμμετείχε εξ αρχής στο πρόγραμμα, θα έχει «μεγάλη καθυστέρηση» στην προμήθειά της. Συνεπώς, για να «προλάβουμε» ενδεχόμενη μελλοντική τουρκική προμήθεια, καλό είναι να δεσμεύσουμε άμεσα για (είκοσι, φυσικά) F-35.

Το σκεπτικό αυτό παραβλέπει όμως τα εξής βασικά στοιχεία:

(α) δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η Τουρκία πρόκειται να επιτύχει να επιστρέψει στο πρόγραμμα στο προσεχές μέλλον -δηλαδή στα επόμενα τέσσερα-πέντε έτη. Για την ακρίβεια, χωρίς να είναι απίθανο, είναι το λιγότερο πιθανό σενάριο,

(β) εάν γίνει δεκτή στο πρόγραμμα, αυτό θα γίνει μετά από μακρές και επίπονες πολιτικές διαβουλεύσεις που θα έχουν καταστήσει απολύτως σαφές ότι επίκειται επιστροφή στο πρόγραμμα, άρα θα δοθεί άπλετος χρόνος προειδοποίησης στην ελληνική πλευρά για να κινηθεί εγκαίρως και να επιδιώξει και αυτή την είσοδό της στο πρόγραμμα,

(γ) εάν η τουρκική πλευρά γίνει δεκτή στο πρόγραμμα, τότε οι παραγγελίες της θα έχουν τον ίδιο μακρινό ορίζοντα εκτέλεσης που έχουν και ενδεχόμενες ελληνικές μελλοντικές παραγγελίες. Οι μερίδες παραγωγής (τα lots που λέμε στα ελληνικά) είναι εξ ίσου δεσμευμένες για τα τουρκικές όσο και για ελληνικές παραγγελίες. Εάν οι Τούρκοι επανέλθουν στο πρόγραμμα, δεν θα παραλάβουν τα αεροσκάφη όπως αυτά σχεδιαζόταν αρχικά να παραληφθούν (βασικά να παραγγελθούν, μιας και είχαν παραγγελθεί μόλις δέκα οκτώ αεροσκάφη) αλλά θα προγραμματιστούν εξ αρχής οι παραγγελίες της, όπως ακριβώς θα προγραμματιστούν και ενδεχόμενες ελληνικές μελλοντικές παραγγελίες.

Συνεπώς, είναι απορίας άξιον τι ακριβώς (υπο)νοείται με το επιχείρημα «να προλάβουμε ενδεχόμενη επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα»· εάν η Τουρκία πρόκειται να επιστρέψει στο πρόγραμμα θα το ξέρουμε εγκαίρως, και μάλιστα αρκετά εγκαίρως ώστε να μπορούμε να παραγγείλουμε και να παραλάβουμε πρώτοι. Και φυσικά, αυτό ισχύει ΑΝ η Τουρκία επιστρέψει στο πρόγραμμα -που είναι εξ ίσου πιθανόν και να μη συμβεί.

Με άλλα λόγια, το επιχείρημα περί του «να προλάβουμε» καταλήγει στο εξής: να δεσμευτούμε τώρα σε κάτι προκειμένου να προλάβουμε κάτι που είναι τόσο πιθανόν να συμβεί όσο και να μη συμβεί, και που αν συμβεί ούτως ή άλλως προλαβαίνουμε εγκαίρως. Αυτό, εάν φυσικά θεωρεί κανείς ότι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσει κανείς εκατό F-35 είναι αποκτώντας το ένα πέμπτο από τα ίδια.

Δεν μπορεί κανείς να αποφύγει τη σκέψη ότι τα είκοσι αεροσκάφη δεν είναι τρόπος αντιμετώπισης μίας τουρκικής εξοπλιστικής ενέργειας -που είναι πολύ αμφίβολο αν θα εκδηλωθεί και μάλιστα στο μέλλον- αλλά απλώς ένας τρόπος να δεσμευτεί η ΠΑ στο μαχητικό F-35. Και άπαξ και δεσμευτεί, θα γίνεται επίκληση της αρχικής δέσμευσης για να αποκτηθούν και άλλα αεροσκάφη.

Και οι Ισραηλινοί, που όσο να ‘ναι, ξέρουν από αεροπορία; Γιατί αυτοί πήραν F-35 κι εμάς «δεν μας κάνει»;

Το επιχείρημα αυτό, που επανέρχεται περιοδικά, είναι από τα πιο διαφωτιστικά για την υπόθεση του F-35. Η περίπτωση των Ισραηλινών είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική τόσο για το πώς προσεγγίζει το θέμα της επιλογής του αεροσκάφους μία εμπειροπόλεμη αεροπορία όσο και για το βασικό ζήτημα της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας. Ειδικότερα:

Η Ισραηλινή Αεροπορία (ΙΑ) είναι μία ισχυρότατη αεροπορία, με πυρήνα περίπου τριακόσια σύγχρονα μαχητικά F-16 και F-15. Επισημαίνεται ότι το σύνολο των μαχητικών της ΙΑ είναι εκσυγχρονισμένα, ενώ αποτελούν απλώς τον πυρήνα μίας ισχυρότατης αεροπορίας με ικανότητες σε όλο το φάσμα της -και όχι μόνον στα μαχητικά. Επιπλέον, το Ισραήλ έχει περίπου «επιλύσει» το πρόβλημα της εγγύς ασφάλειάς του, αφού δεν υπάρχει όμορη χώρα που να το απειλεί με στρατιωτική αντιπαράθεση. Αν και αυτό δεν σημαίνει ότι το Ισραήλ έχει παραιτηθεί από τη διεξαγωγή επιχειρήσεων πολύ μεγάλης έντασης, είναι σαφές ότι εδώ και χρόνια, το ενδιαφέρον του έχει μετατοπιστεί στη χρήση της αεροπορικής ισχύος για στρατιωτικές ενέργειες στρατηγικού επιπέδου, δηλαδή για πλήγματα μεγάλης ακτίνας σε χώρες όπως, πρωτίστως, η Περσία αλλά σε κάποιον βαθμό και οι μη όμορες αραβικές χώρες. Για το αυτό ενδεχόμενο, το οποίο υπαγορεύεται από την κατεύθυνση της υψηλής πολιτικής του Ισραήλ, η ΙΑ δεν ενδιαφέρεται μόνον για τη διεξαγωγή υψηλής εντάσεως επιχειρήσεις, με τα κλασικά χαρακτηριστικά του αεροπορικού αγώνα που έχουν αυτές οι επιχειρήσεις, αλλά εξ ίσου και για μεμονωμένες -και κατά το δυνατόν ισχυρότερες- προσβολές στόχων στρατηγικής σημασίας σε μεγάλες αποστάσεις, όπως, ενδεικτικά, συμπλέγματα βιομηχανικών και άλλων παραγωγικών εγκαταστάσεων.

Θα περίμενε κανείς ότι, με όλα τα προβλήματά του, το F-35 θα θεωρούνταν από την ΙΑ κατάλληλο γι’ αυτό ακριβώς το είδος των αποστολών: χαμηλό ίχνος ώστε να διευκολύνεται η διείσδυση και η διέλευση από πολλά συστήματα αεράμυνας (και όχι μόνον του στόχου αλλά και άλλων χωρών που μεσολαβούν), καλύτερη επίγνωση τακτικής καταστάσεως λόγω της πληθώρας προηγμένων αισθητήρων, ειδικά αφού τα αεροσκάφη αυτά θα ενεργούν εκτός ισραηλινού ΣΑΕ, και αδιαφορία για τη διαθεσιμότητα και τη διατήρηση ρυθμού εξόδων, αφού το είδος των αποστολών αυτών δεν είναι υψηλής εντάσεως: προετοιμάζεται για μήνες, και εκτελείται εφ’ άπαξ. Συνεπώς, η ΙΑ θέλει, κάποια τουλάχιστον, αεροσκάφη σε ρόλους και για λόγους που δεν έχουν σχέση με τη δική μας περίπτωση, αφού άλλα πολιτικά και επιχειρησιακά προβλήματα αντιμετωπίζει το Ισραήλ. Επιπλέον, λόγω αμερικανικής χρηματοδότησης (και όταν λέμε «χρηματοδότησης» εννοούμε ακριβώς αυτό: χρηματοδότηση και όχι χορήγηση δανείων), οι επιλογές των Ισραηλινών είναι συγκεκριμένες και περιορισμένες σε αμερικανικά συστήματα. Ακόμη και με αυτά τα δεδομένα, όμως, μετά την απόκτηση των δύο πρώτων μοιρών από αεροσκάφη F-35, η ΙΑ δεν φαίνεται να… έχει πέσει ξερή με την απόδοση του αεροσκάφους. Έτσι, στο προσεχές αίτημα για αεροσκάφη, η ΙΑ φαίνεται ότι προσανατολίζεται στην απόκτηση μίας μοίρας F-35 και μίας μοίρας F-15EX, και αυτό μετά από έντονες διαφωνίες στο εσωτερικό της ΙΑ σχετικά με την προμήθεια των επιπλέον F-35. Οι ακριβείς λόγοι δεν είναι γνωστοί, και δύσκολα θα γίνουν γνωστοί στο προσεχές μέλλον, μπορεί κανείς όμως να εικάσει ότι η ΙΑ θέλει να προμηθευτεί F-15EX, αλλά επειδή αυτό θα αποτελούσε κόλαφο για την εμπορική πορεία του F-35, οι Αμερικανοί «πίεσαν» τους Ισραηλινούς να τους χαρίσουν και πέντε F-35.

«Το F-35 είναι το μέλλον. Αργά ή γρήγορα, αυτό θα αποκτήσουμε ως κορμό της ΠΑ. Γιατί το κουράζουμε – και δεν αρχίζουμε και εγκαίρως τις αγορές;…»

Το «τελικό» αυτό επιχείρημα φαίνεται να αγνοεί δύο… μάλλον σημαντικά ζητήματα:

(α) το F-35 είναι τόσο προβληματικό πρόγραμμα, και έχει φέρει το αμερικανικό υπουργείο αμύνης σε τόσο δύσκολη θέση, που πλέον, ανεπίσημα αλλά ανοικτά, δηλώνεται από εξαιρετικά υψηλόβαθμα στελέχη ότι «δεν αποτελεί, πλέον, τον διάδοχο του F-16, και το ζήτημα της αντικατάστασης των F-16 και του διαδόχου του αεροσκάφους τίθεται εξ αρχής». Δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς πόσο τεχνικά προβληματικό είναι το αεροσκάφος, όταν μετά από την πρώτη πτήση πρωτοτύπου προπαραγωγής τον Δεκέμβριο του 2006, εν έτει 2021 το αεροσκάφος δεν έχει ξεπεράσει βασικά προβλήματα ανάπτυξης και καμία πολεμική μοίρα στον κόσμο, εξοπλισμένη με αυτό δεν έχει κηρυχθεί ως πλήρως επιχειρησιακά έτοιμη. Μία ανάγνωση της τελευταίας έκθεσης του Διευθυντή Τεχνικών και Επιχειρησιακών Δοκιμών (DOT&E) του Αμερικανικού Υπουργείου Αμύνης για το έτος 2020, παρ’ ότι με την αποχώρηση του προηγουμένου διευθυντή οι εκθέσεις αυτές είναι πολύ πιο επιφυλακτικά γραμμένες, δεν μπορούν να αποκρύψει το γεγονός ότι κατά το 2020… δεν υπήρξε καμία πρόοδος. Επιπλέον, το περιβόητο σύστημα ALIS, υπεύθυνο για την υποστήριξη του αεροσκάφους σε ανταλλακτικά, βαίνει προς αντικατάσταση, αφού κρίνεται… Πέραν Οικονομικής Επισκευής, ενώ η αποκάλυψη νέων προβλημάτων του κινητήρα, τα οποία αναμένεται να παροξύνουν τα προβλήματα διαθεσιμότητας των αεροσκαφών στην επόμενη πενταετία δεν ενισχύει την αξιοπιστία του τύπου.

Εν όψει αυτής της κατάστασης, τίθεται πλέον ανοικτά από υψηλόβαθμα στελέχη του Αμερικανικού Υπουργείου Αμύνης η προοπτική να μην είναι το F-35 ο διάδοχος του F-16, και να που θα αντικαταστήσει μαζικά το F-16, το οποίο εν τω μεταξύ πιθανότατα θα συνεχίσει να αποκτάται στην έκδοση -V. Τα «υψηλόβαθμα στελέχη» που θέτουν ευθέως και δημοσίως το θέμα φτάνουν στον Αρχηγό της Αμερικανικής Αεροπορίας.

Μήπως και το Rafale με πολιτικά κριτήρια και «ανορθόδοξα» δεν επελέγη;

Παρ’ όλο που ο υπογράφων συμφωνεί τόσο με την επιλογή του συγκεκριμένου τύπου μαχητικού όσο και με τη συμφωνία η οποία επετεύχθη, είναι γεγονός ότι η απόφαση αυτή ελήφθη ανορθόδοξα. Φαίνεται να έχει ληφθεί από το Γραφείο του Πρωθυπουργού, ως πολιτική απόφαση, και μάλλον εν απουσία επίσημης εισηγήσεως της ΠΑ, η οποία φαίνεται παγίως τα τελευταία έτη να προκρίνει την επιλογή του αεροσκάφους F-35.

Όμως στην περίπτωση του Rafale υπάρχει μία ουσιώδης διαφορά: η απόφαση ελήφθη όχι ως πολιτικός «υπολογισμός» αλλά υπό το κράτος άμεσης και οξείας πίεσης -αυτής της πολεμικής σύγκρουσης με την Τουρκία- και ενώ το κράτος προέλευσης του αεροσκάφους ήταν η μόνη σημαντική δύναμη η οποία κατά τη φάση εκείνη παρείχε πλήρη, ανοικτή και ανεπιφύλακτη στήριξη στην Ελλάδα, με την  υπόρρητη αλλά σαφή δέσμευση στρατιωτικής στήριξης σε περίπτωση κλιμάκωσης. Το υπονοούμενο δεν είναι ότι η απόφαση για την προμήθεια Rafale «εξαγόρασε» τη γαλλική στήριξη· η σκέψη ότι μία σύμβαση δύο ή τεσσάρων δις επηρεάζει, και μάλιστα με ουσιώδη τρόπο, τη στάση μίας σημαντικής δύναμης με συμφέροντα στην περιοχή όταν αυτή είναι η Νοτιοανατολική Μεσόγειος και έναντι χωρών όπως είναι η Τουρκία, είναι πολιτικά νηπιώδης -αν και διαδεδομένη στην Ελλάδα. Όμως η διοχέτευση μίας αμυντικής σύμβασης που συνάπτεται εσπευσμένα προκειμένου οι ΕΔ να ενισχυθούν άμεσα, απολύτως αισθητά και με δυσανάλογα μικρό κόστος, στη χώρα που είναι διατεθειμένη να προβεί στη συγκεκριμένη ενέργεια -ενέργεια κατ’ εξοχήν ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΟΧΙ εμπορική, είναι μία πολιτικά εύλογη και θεμιτή ενέργεια. Είναι σαφές ότι η προμήθεια των Rafale υπήρξε από πλευράς Γαλλίας μία πολιτική ενέργεια που έγινε προκειμένου να ενισχυθεί η Ελλάς έναντι της Τουρκίας, όχι ακριβώς εις βάρος της γαλλικής πολεμικής βιομηχανίας αλλά με σημαντικό κόστος για την ίδια τη Γαλλική Αεροπορία -εξ ου και οι έντονες αντιδράσεις της τελευταίας. Η προμήθεια αυτή ΔΕΝ είχε, και δεν φαίνεται να έχει ανταγωνιστή. Και η προμήθεια αυτή συνήφθη κατά τη στιγμή που όλα τα άλλα σημαντικά μέρη, κατά τα συνήθη, ένιπταν τας χείρας των. Με αυτό δεν υπονοείται ότι όφειλαν να κάνουν κάτι διαφορετικό· εννοείται απλώς ότι η προμήθεια των Rafale, υπό τους όρους και τις συνθήκες που αποφασίστηκε, ήταν μία πολιτική ενέργεια της Γαλλίας να στηρίξει την Ελλάδα -για τους δικούς της λόγους και για τα δικά της συμφέροντα, τα οποία ΔΕΝ ήταν η πώληση των Rafale. Οποιαδήποτε σύγκριση με το F-35, τουλάχιστον από πολιτικής πλευράς, είναι το λιγότερο ατυχής.

Και πώς θα εξουδετερωθούν οι τουρκικοί S-400 χωρίς F-35;

Το «επιχείρημα» αυτό, το οποίο επικαλούνται κάποιοι υπέρμαχοι του F-35, αναλύεται περισσότερο ως εξής: η Τουρκία προμηθεύτηκε από τη Ρωσία το αντιαεροπορικό σύστημα S-400, που είναι ιδιαίτερα προηγμένο και μεγάλου βεληνεκούς. Για την κατανίκηση του συστήματος αυτού, είναι απαραίτητη η προμήθεια του αεροσκάφους F-35, καθώς αυτό, λόγω του χαμηλού ίχνους και των αισθητήρων του, είναι το μόνο που μπορεί αποτελεσματικά να καταστείλει/καταστρέψει το συγκεκριμένο αντιαεροπορικό σύστημα. Χωρίς το αεροσκάφος F-35 (υπονοείται ότι) ο τουρκικός εναέριος χώρος είναι «σφραγισμένος» και η ΠΑ δεν μπορεί να διεισδύσει σε αυτόν για να διεξαγάγει τις απαραίτητες επιχειρήσεις βομβαρδισμού.

Το επιχείρημα αυτό έχει ένα μικρό πρόβλημα: το -ικανότατο- ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400 είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο στη διαμόρφωση των υποσυστημάτων του σύστημα, το οποίο είναι άγνωστο σε ποια ακριβώς διαμόρφωση έχει αποκτηθεί από την Τουρκία. Η  πολυπλοκότητα έγκειται στην πληθώρα των αισθητήρων που αλληλοσυμπληρώνονται, σε συνδυασμό με τους διαφορετικών βεληνεκών και διαμορφώσεων πυραύλους που δημιουργούν ένα σύνθετο σύστημα. Όμως ο συνδυασμός των αισθητήρων, με την εξαίρεση των πολύ βασικών (ραντάρ  91N6E και  92N6E), είναι προαιρετικός και κατ’ αρχήν άγνωστος, ενώ ο βασικός προσανατολισμός όλων των αισθητήρων, και ιδίως των προαιρετικών, είναι ο εντοπισμός αεροσκαφών πολύ χαμηλής ραδιοδιατομής. Με άλλα λόγια, ενώ το σύστημα S-400 έχει κατασκευαστεί με βασικό στόχο την αντιμετώπιση αεροσκαφών της κατηγορίας του F-35,  προτείνεται η απόκτηση αεροσκαφών ακριβώς αυτής της κατηγορίας για να «εξουδετερωθεί» το σύστημα S-400. Μάλιστα, το γεγονός ότι προτείνεται η αγορά του αεροσκάφους F-35 σε πολύ μικρό αριθμό, καθιστά ακόμη πιο περίεργο το επιχείρημα αυτό.

Τα πράγματα είναι, προφανώς, αρκετά πολύπλοκά. Η προσθήκη του συστήματος S-400 στο τουρκικό οπλοστάσιο αποτελεί προφανώς ένα σημαντικό πρόβλημα. Η ακριβής διάστασή του δεν μπορεί να εκτιμηθεί, τουλάχιστον βάσει των αδιαβάθμητων πηγών, δεδομένου ότι δεν είναι γνωστή η ακριβής διαμόρφωση του συστήματος που απέκτησε η Τουρκία, δηλαδή ποιους προαιρετικούς αισθητήρες έχει αποκτήσει μαζί με τους βασικούς αισθητήρες, ούτε άλλωστε και η γενική περιοχή στην οποία θα αναπτυχθεί το σύστημα, δηλαδή εάν θα αναπτυχθεί στη δυτική Μικρασία ή στην κεντρική. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ΠΑ έχει δύο γενικές επιλογές για την αντιμετώπισή του:

(α) τη χρήση αεροσκαφών μικρής ραδιοδιατομής, τα οποία θα επιχειρήσουν να προσεγγίσουν «αθέατα» βασικά στοιχεία του συστήματος -είτε αισθητήρες είτε όπλα- και να τα εξουδετερώσουν με μικρής ισχύος και μικρού πλήθους όπλα ακριβείας, ή εναλλακτικά

(β) τη χρήση όπλων μεγάλου (και πολύ μεγάλου…) βεληνεκούς, τα οποία θα επιχειρήσουν να εξουδετερώσουν βασικά στοιχεία του συστήματος από μακριά.

Η πρώτη εναλλακτική προσέγγιση (εξετάζοντάς την σε πολύ αδρές γραμμές) προϋποθέτει μία πολύ καλή αντίληψη για τις δυνατότητες του S-400 έναντι του αεροσκάφους F-35, στοιχείο που είναι ακριβώς ο μεγάλος άγνωστος του S-400 και, πολύ πιθανόν, το μεγάλο του πλεονέκτημα. Επιπλέον, ο περιορισμένος αριθμός των αεροσκαφών που θα επιχειρήσουν, σε συνδυασμό με το πολύ περιορισμένο οπλικό φορτίο καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο οποιοδήποτε αποτελεσματικό πλήγμα κατά του στόχου. Πιο απλά, η προσέγγιση της επιλογής F-35 είναι αυτά να πλησιάσουν «κοντά», ενώ κανείς δεν έχει ιδέα «πόσο κοντά» μπορούν να πλησιάσουν με ασφάλεια -και είναι πολύ πιθανόν να μη μπορούν να πλησιάσουν επαρκώς κοντά, όπου το «επαρκώς» είναι το βεληνεκές των όπλων τους. Κι επιπλέον, και να πλησιάσουν κοντά, είναι τόσο λίγα και αδύναμα τα όπλα τους, που θα απαιτηθούν πολλαπλές έξοδοι από τα αεροσκάφη για να επιτύχουν καταστροφή του εχθρικού συστήματος -και οι «πολλαπλές έξοδοι» δεν είναι το ισχυρό σημείο του F-35. Το αν θα επιτύχουν καταστολή παραμένει άγνωστο.

Η δεύτερη εναλλακτική προσέγγιση (εξετάζοντάς την επίσης σε πολύ αδρές γραμμές) προϋποθέτει καλές πληροφορίες σχετικά με τη γεωγραφική ανάπτυξη του συστήματος, δηλαδή έναν συνδυασμό πληροφοριών προερχόμενων από φωτογραφική αναγνώριση (διαφόρων ειδών), ηλεκτρονική υποστήριξη καθώς και πληροφοριών από ανθρώπινες πηγές. Επιπλέον, απαιτεί και… όπλα μεγάλου βεληνεκούς.

Ενώ προφανώς το σύστημα S-400 προκαλεί σοβαρά προβλήματα στην ΠΑ, είναι μάλλον προφανές ποια λύση είναι η πιο ρεαλιστική.

Συμπέρασμα

Τα στοιχεία που παρατέθηκαν εστιάζουν κατά βάσιν στην σκοπιμότητα για την προμήθεια ή τη δέσμευση της Χώρας για προμήθεια του αεροσκάφους F-35 από αμιγώς τεχνικής απόψεως. Τα στοιχεία αυτά συνδυάζονται με άλλα, γενικότερα[ii], ώστε να διαμορφώνονται τρεις πολύ βασικοί λόγοι για τους οποίους η αγορά του αεροσκάφους F-35 δεν είναι σκόπιμη, τουλάχιστον στην παρούσα φάση:

  1. Η κατάσταση της ΠΑ από πλευράς μαχητικών τώρα και στο προβλεπτό μέλλον είναι σχετικά ικανοποιητική, και πάντως η άμεση βελτίωσή της σχετίζεται με την προφανή επιλογή της συμπλήρωσης της δύναμης των μαχητικών Rafale. Σε άλλους τομείς του εξοπλισμού της ΠΑ υπάρχουν οξύτατες ελλείψεις.
  2. Ο πιο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός της δυνάμεως της ΠΑ οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν τις νέες τάσεις που διαφαίνονται στον προσανατολισμό της ΤΑ. Οι νέες αυτές τάσεις διαφαίνονται τόσο από τους γνωστούς και διακηρυγμένους εξοπλιστικούς της σχεδιασμούς, όσο και, δευτερευόντως, από επιχειρησιακές πρακτικές που ήδη διαφαίνονται, και που φαίνονται να είναι σε συμφωνία με τους εξοπλιστικούς σχεδιασμούς. Είναι πολύ αμφίβολο ότι το F-35 έχει θέση σε ένα τέτοιο συνολικό σκηνικό.
  • Πέραν των προτεραιοτήτων εντός της ΠΑ, υπάρχουν οξύτατες ελλείψεις σε άλλους κλάδους και ειδικά στο ΠΝ, οι οποίοι καθιστούν ακόμη πιο ακατανόητη την εμμονή στο F-35. Ενδεικτικά και μόνον: σε όλο το σήριαλ της «αγοράς τεσσάρων φρεγατών, καθώς και απόκτησης δύο σκαφών «ενδιάμεσης λύσης» που παίζεται τους τελευταίους μήνες στον ημερήσιο και ειδικό τύπο, περνά απαρατήρητο το κρίσιμο γεγονός ότι ο όλος σχεδιασμός αφορά την αντικατάσταση έξι (6) κυρίων μονάδων του Στόλου στο προβλεπτό μέλλον, ενώ ο Στόλος έχει εννέα (9) κύριες μονάδες οι οποίες έχουν απολύτως και ανελαστικά ανάγκη άμεσης αντικατάστασης. Ενώ, λοιπόν, σύμφωνα με τον σχεδιασμό αυτόν, μεταξύ 2026 και 2030-2032, οι τρεις (3) από τις δεκατρείς (13) κύριες μονάδες του Στόλου θα είναι αρχαιολογικής αμιγώς αξίας, κι ενώ η οροφή του Στόλου έχει κατέλθει αναγκαστικά στις δέκα τρεις μονάδες έναντι των δέκα πέντε απαιτούμενων απλώς και μόνον επειδή δεν υπήρχαν άλλα πλοία, ο εθνικός σχεδιασμός προκρίνει την προμήθεια… είκοσι F-35 για την περίοδο εκείνη.

belisarius21.wordpress.com

σχετικά άρθρα