fbpx
Weather Icon

Ἀλῆ πασάς καί Σούλι

Ἀλῆ πασάς καί Σούλι

Ἐντός τῆς πολυπολιτισμικῆς καί “ἀνεκτικῆς” ὀθωμανικῆς ἐπικράτειας κοντά στά Γιάννενα, βρισκόταν ἡ μοναδική δημοκρατική κοινωνία ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, τό ἡρωϊκό Σούλι. Ἦταν ἕνα χριστιανικό κράτος μέσα σέ μία μουσουλμανική αὐτοκρατορία, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι ἦταν ἐλεύθεροι, ὑπερήφανοι καί ἀνυπότακτοι. Κάποιοι τούς λένε Ἀρβανίτες, κάποιοι τούς λένε Ἕλληνες. Τό σίγουρο εἶναι ὅτι ἦταν Χριστιανοί Ὀρθόδοξοι καί δέν ἀνέχονταν νά ζοῦν κάτω ἀπό τή βαρβαρότητα τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ. Εἶχαν ἐγκατασταθεῖ σέ τέσσερα χωριουδάκια, τό Κακοσούλι, τή Σαμονίβα, τό Ἀβαρίκο καί τήν Κιάφα, ὅπου κράτησαν ἄσβεστη τή φλόγα τῆς παλληκαριᾶς καί τῆς λευτεριᾶς. Ὁ Περραιβός ἦταν αὐτός πού τούς μύησε στή Φιλική Ἑταιρεία καί ἔδειξε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τήν ἱστορία τους καί τίς παραδόσεις τους.

«Ὅστις ἀνέγνωσε τήν παλαιάν ἱστορίαν τῆς Σπάρτης, ἀνα­γνώ­ση δέ καί τήν νέαν τῶν Σουλλιωτῶν, θ’ἀπαντήσει, πολλάς ἡ­ρωϊ­κάς πράξεις ἀνδρῶν τέ, καί γυναικῶν ἐφαμίλλους ταῖς τῶν Σπαρ­τια­τῶν.

Τέσσαρα ἦσαν τά κύρια καί ἐκ διαλειμμάτων συστηθέντα ἐλεύθερα χωρία τῶν Σουλλιωτῶν. Τό Σούλλι, ἡ Κιάφα, ὁ Ἀβαρίκος καί ἡ Σαμωνίβα ταῦτα αὐξηθέντα διά τῆς ἐλευθερίας, ὁμονοίας καί τῆς ἀνδρείας τῶν συμπολιτῶν ἐγνωρίσθησαν ἐκ διαλειμμάτων ἰσχυ­­ρά καί κύρια τῶν κατωτέρω τουρκοχωρίων. Εἰς τά τέσσαρα ταῦτα χωρία ὑπάρχουσι διάφοροι φυλαί, φάραι κοινῶς ὀνομαζό­με­ναι. Εἰς τό Σούλλι κατώκουν τετρακόσιαι πεντήκοντα οἰκογέ­νειαι, φυλαί δέ αἱ ἑξῆς:

Τζαβελλᾶται, Βοτζαρᾶται, Δρακᾶται, Δαγκλιᾶται, Κου­τζο­νικᾶται, Καραμπινᾶται, Μπουτζᾶται, Σεᾶται, Καλογερᾶται, Ζαρ­μπᾶ­ται, Βελιᾶται, Θανασᾶται, Κασκαρᾶται, Τορᾶται, Μαντζᾶ­ται, Παππαγιαννᾶται, Βασιᾶται, Τοντᾶται, Σαχινᾶται, Παλαμᾶται, Ματᾶται, Μπουζμπᾶται.

Εἰς τήν Κιάφαν, οἰκογένειαι ἐνενήκοντα, φυλαί δέ τέσσαρες: Ζερβᾶται, Νικᾶται, Φωτᾶται, Πανταζᾶται.

Εἰς τόν Ἀβαρίκον οἰκογένειαι ἑξήκοντα πέντε, φυλαί τρεῖς: Σαλαρᾶται, Μπουφᾶται, Τζιορίται.

Εἰς τήν Σαμωνίβαν, οἰκογένειαι πεντήκοντα φυλαί τρεῖς: Μπε­κᾶται, Δαγκλιανᾶται, Ἠρᾶται.

Οὐδένα νόμον γραπτόν, οὔτε δικαστήριον τακτικό εἶχον οἱ Σουλλιῶται, ἀλλά, διά τήν ἐσωτερικήν εὐταξίαν, καί πειθαρχίαν, ὅταν τίς τῶν πολιτῶν ἤθελε πράξη τί ἁμάρτημα, συνήρχοντο οἱ προ­εστῶτες τῶν φυλῶν, ἐξέταζον τήν ὑπόθεσιν καί ἐξέδιδον τήν ἀπόφασιν προφορικῶς, εἰς τήν ὁποίαν ἄνευ προφασιολογίας ὤφει­λεν ὁ καταδικασθείς νά ὑπακούση, τουναντίον, ὑποχρεοῦτο ἡ φυλή του νά ἐκτελέση τήν ἀπόφασιν διά τῆς βίας.

Οὔτε τέχνην, οὔτ’ ἐμπόριον μετεχειρίζετο τίς ἐξ αὐτῶν, τό μόνον καί κύριον ἐπάγγελμα των εἶναι ἡ κτηνοτροφία. Ὅλη ἡ σπουδή καί ἀφοσίωσις των παιδιόθεν περιστρέφεται ἐν τοῖς ὅπλοις, τά ὁποῖα περιπατοῦντες, καθήμενοι, τρώγωντες καί κοιμώμενοι δέν ἀμελοῦσι. Τό περιεργότερον, ὅτι καί διάφοροι γυναῖκες φέρουσιν ὅπλα καί πολεμοῦσι. Ὅταν οἱ ἄνδρες μάχωνται, αὐταί φέρουσι κατόπιν αὐτῶν ἐπ’ ὤμων τροφάς, πολεμοφόδια καί πᾶν ὅτι ἀναγκαι­οί.»

Περραιβός Χριστόφορος – Ἱστορία τοῦ Σουλίου

Ἡ Δημοκρατία τοῦ Σουλίου εἶχε Γερουσία πού δίκαζε σύμφωνα μέ τό βυζαντινό δίκαιο τοῦ Ἀρμενόπουλου, εἶχε Ἐκκλησία τοῦ Δήμου πού συνεδρίαζε στόν Ἅγιο Δονάτο καί ἕναν πολέμαρχο ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας Μπότσαρης ἤ ἕνας Τζαβέλας μέ τό πολεμικό του συμβούλιο. Ἡ παντοδυναμία τῶν Σουλιω­τῶν εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά ἀσκοῦν ἐξουσία σέ ἑκατό γειτονικά χωριά καί νά εἰσπράττουν ἀπό αὐτά φόρο ὑποτέλειας.

Ἡ ἱστορία τοῦ Σουλίου ξεκινᾶ τόν 15ο αἰῶνα, ὅταν μετά τήν κυρίευση τῶν Ἰωαννίνων καί τῆς Ἄρτας, ὁλόκληρη ἡ Ἤπειρος ὑποδουλώθηκε στούς Τούρκους. Δέν εἶχαν περιέλθει στήν τουρκική κυριαρχία τά παράλια της Ἠπείρου, ἡ Πάργα, τό Ἄκτιο καί ἡ Βόνιτσα, πού τά κατεῖχαν οἱ Ἐνετοί. Ἡ Χειμάρρα καί τό Σούλι ἦταν ἀπό τίς περιοχές τῆς Ἠπείρου πού δέν προσκύνησαν ποτέ τόν κατακτητή. Εἰδικά οἱ Σουλιῶτες καθόλη τή διάρκεια τῆς τουρκοκρατίας βρίσκονταν σέ κατάσταση πολέμου καί ἀντιμετώπιζαν πάντα μέ ἐπιτυχία τίς ἀλλεπάλληλες ἐπιθέσεις τοῦ ὀθωμανικοῦ στρατοῦ.

«Οἱ πρῶτοι κάτοικοι τοῦ Σουλίου ἦσαν ἀλβανικῆς φυλῆς καί ἐλάλουν τήν ἀλβανικήν γλῶσσαν. Μετ’ οὗ πολύ ὅμως συνεμίγησαν μετ’ αὐτῶν καί Ἕλληνες ἐκ τῶν πλησιοχώρων καί διά τῆς ἐπιμιξίας ταύτης κατά τά τελευταῖα ἔτη ἐλάλουν μᾶλλον τήν ἑλληνικήν ἤ τήν ἀλβανικήν γλῶσσαν.

Οἱ Σουλιῶτες ὑπῆρξαν μαχιμώτατοι ἄνδρες, ὡς καί οἱ γυναῖ­κες αὐτῶν εἶχον τά αὐτά μέ τούς ἄνδρας ψυχικά προσόντα. Ἡ μόνη ἐκπαίδευσις καί ἀνατροφή ἀμφοτέρων τῶν φύλων ἦτον ἡ ἀγάπη τῆς πατρίδος καί τῆς ἐλευθερίας καί τό κατά τῶν τυράννων μῖ­σος.

Ἐπειδή ἡ χριστιανική τοῦ Σουλίου φωλέα εἰς τά ἀπρόσιτα ἐκεῖνα ὄρη ἦτον οὐ μόνον ἀπειλητική τίς διαμαρτύρησις κατά τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ, ἀλλά κατέστη καί ἄσυλο τῶν ἐν ταῖς πεδιάσι καταπιεζομένων Χριστιανῶν, διά τοῦτο τό Διβάνιον (κυβέρνησις) ὤφειλε διά παντός μέσου νά τήν καταστρέψη. Ὅθεν τῷ 1732 διέταξε τόν Ἰωαννίτην Χατσί Πασσᾶν νά ἐκστρατεύση μετά ὀκτώ χιλιάδων Ὀθωμανῶν κατά τοῦ Σουλίου καί ἐξοντώση τούς κατοίκους αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ στρατός ἐκστρατεύσας κατά τοῦ Σουλίου, ὡς διετάχθη, πλήν μή τολμήσας νά ἐπιτεθῆ κατ’ αὐτοῦ καίτοι πολυάριθμος ἐπανέκαμψεν εἰς Ἰωάννινα ἄπρακτος.

Τῷ 1754 ὁ Μουσταφά πασσᾶς ἐξεστράτευσε κατά τοῦ Σουλίου μέ ἀπόφασιν τοῦτο μέν νά κατερημώση, τούς δέ κατοίκους ἐξαν­δρα­ποδίση. Οἱ δέ Σουλιῶται, μαθόντες τῶν κατ’ αὐτῶν ἀπέ­λευ­σιν πολυάριθμου ἐχθροῦ, οὐδόλως ἐταράχθησαν πεποιθόντες εἰς τήν ἀνδρείαν των. Ὅθεν δράξαντες τά ὅπλα καί καταβάντες ἀπό τάς ἀκρωρείας, ἀντιπαρετάχθησαν ἀνδρείως εἰς τάς ὑπωρείας τοῦ ὄ­ρους καί μάχης συγκροτηθείσης, ἐνίκησαν νίκην λαμπράν, ἀποδιώ­ξαντες κακήν κακῶς καί μετά μεγάλης ζημίας τόν εἰσελάσαντα εἰς τά σύνορα των ἀγέρωχον Μουσταφᾶν πασσᾶν, ὅστις κατησχυμένος διέχυσεν ὁ βάρβαρος τήν λύσσαν του κατά τῶν ἀθλίων Χριστιανῶν τῶν Ἰωαννίνων, ὄντων ὁμοθρήσκων τῶν Σουλιωτῶν! Μόνον τῶν ἀνάνδρων καί τῶν τυράννων εἶνε ἴδιον νά τιμωρῶσι τούς ἀδυ­νάτους, τούς ἀθώους καί τούς ἀόπλους.

Τό Σούλι κατέστη προπύργιον, ἐν ὤ ἠδύναντο ἐκ τῶν καταδυναστευομένων ἐν ταῖς πεδιάσι Χριστιανῶν νά καταφεύγωσιν οἱ θέλοντες. Παρῆλθον πολλά ἔτη καθ’ ἅ δέν ἐτόλμησαν οἱ διάφοροι σα­τράπαι τῆς Ἠπείρου, ἴνα ἐκστρατεύσωσι κατά τῶν Σουλιωτῶν.»

Τό Σούλι – Σαλαπάντας (1860)

Τό 1772, ὁ ἀγάς τοῦ Μαργαριτίου, Σουλεϊμᾶν Τσάπαρη ἤ Τζαπάρκα, ἐπιτέθηκε στούς Σουλιῶτες μέ στρατό 9.000 ἀνδρῶν. Οἱ Σουλιῶτες εἶχαν ξεσηκωθεῖ μαζί μέ τούς Μωραΐτες, κατά τή διάρκεια τῶν ὀρλωφικῶν καί εἶχαν ἐξοπλιστεῖ ἀπό τόν Ἀλεξίο Ὀρλώφ μέ ἱκανό ἀριθμό ὅπλων. Ὁ Τσάπαρης ὁρκίστηκε ὅτι θά ἐξόντωνε τελείως τό Σούλι καί σέ συνεργασία μέ τό δερβέναγα τῶν Ἀγράφων Μάλιο Κοζίνα Τόσκα ἐπιτέθηκε στά Σουλιωτοχώρια καί κατάφερε νά καταλάβει τό Σούλι, ἐνῶ οἱ Σουλιῶτες ἀπεσύρθησαν στή Σαμονίβα καί τήν Κιάφα. Σέ μία ἀντεπίθεσή τους, οἱ Χριστιανοί μαχητές κατάφεραν νά νικήσουν τόν Τσάπαρη καί νά τόν ἀναγκάσουν νά ὑπογράψει ἀνακωχή.

«Τόν Σουλεμάν Τζαπάρην μέ χιλιάδας 9, μετά τοῦ υἱοῦ του καί ἄλλων τεσσαράκοντα συμμάχων συνέλαβον ζώντας, διότι τό στρατόπεδον τῶν Τούρκων ὑπῆρχε μέσα εἰς τό Σούλι, ὁ δέ στρατός ἡττηθείς μακράν τοῦ Σουλίου, μεταξύ Κιάφας καί Σαμωνίβας καί μή δυνηθείς νά ἐπιστρέψει καί συσσωματωθῆ μετά τοῦ στρατοπέδου, ὅπου ἦσαν οἱ ἀγάδες, διεσκορπίσθη καί ἐτράπη εἰς φυγήν, διηρημένος εἰς μικρά σώματα, τῆδε κακεῖσε.

Οἱ δέ ἀγάδες, μείναντες μετά τινῶν σωματοφυλάκων, ἐκλεί­σθησαν εἰς τόν ἐν τῷ Σουλίῳ ναόν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, διά νά ἀπο­φύγωσι τόν ἐπικείμενον κίνδυνον. Ἀλλά κατά τό μεσονύκτιον ἀνα­βάντες εἰς τήν σκέπην τοῦ ναοῦ ὁ Δῆμος Δράκος μετ’ ἄλλων δύο, ὀπήν δέ ποιήσαντες ἐπί τήν σκέπην, ἔρριψαν δι’ αὐτῆς ἐν τῷ ναῷ, σμῆνος μελισσῶν. Μή δυνάμενοι νά ὑποφέρωσι αὐτῶν τά κεντρίσματα, διαπραγματεύθησαν τήν εἰρήνην καί δόντες λύτρα χιλίων φλωρίων, ζεριῶν λεγομένων, ἀπελύθησαν».

Περραιβός Χριστόφορος – Ἱστορία τοῦ Σουλίου

Τό ἑπόμενο ἔτος, ὁ ἡγεμόνας τοῦ Δελβίνου Κόκκα Πασάς μέ 4.000 μαχητές ἐπιτέθηκε μέ τήν σειρά του κατά τοῦ Σουλίου, ἀλλά ἡττήθηκε, ὅπως ἡττήθηκε καί ὁ Μπεκίρ Πασάς πού ἀκολούθησε μέ 5.000 πολεμιστές. Τήν ἴδια τύχη εἶχε καί ὁ Χασᾶν Ἰμπραήμ ἀγάς καί ὅλοι οἱ ἀγάδες καί οἱ πασάδες πού τόλμησαν νά ἀμφισβητήσουν τήν ἀνεξαρτησία τοῦ Σουλίου. Δυστυχῶς ἡ ἀγραμματοσύνη τῶν Σουλιωτῶν ἦταν αὐτή πού δέν τούς ἐπέτρε­ψε νά γράψουν γιά τήν ἱστορία τοῦ τόπου τους καί μόνο προφορικά διεσώθησαν οἱ μάχες πού ἔδωσαν, στερώντας μας ἔτσι ἀπό τή γνώση τῶν ἱστορικῶν μαχῶν πού ἔκαναν οἱ προγονοί τους.

Ἡ προφορική παράδοση τῶν Σουλιωτῶν εἶναι αὐτή πού διαψεύδει τούς σύγχρονους “διανοούμενους” τῶν πανεπιστημίων τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Τουρκίας, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νά μᾶς πείσουν ὅτι μέχρι τήν γαλλική ἐπανάσταση οἱ Χριστιανοί ζοῦσαν ἁρμονικά καί εἰρηνικά μέ τούς μουσουλμάνους καί ὅτι οἱ Γάλλοι ἀστοί ἐπηρέασαν τούς “εὐτυχισμένους” ραγιάδες νά ξεσηκωθοῦν ἐναντίον τῆς “ἀνεκτικῆς” ἐξουσίας τοῦ “φιλεύσπλαχνου” σουλτάνου!

Ἐκείνη τήν ἐποχή ἀναδείχθηκε μία ἐκπληκτική καί ταυτόχρονα τρομερή μορφή πού σημάδεψε μέ τό πέρασμά της τήν Ἤπειρο, τήν Ἀρβανιτιά, τή Μακεδονία, τή Θεσσαλία ἀλλά καί τή Ρωμιοσύνη ὁλάκερη. Αὐτή ἡ μορφή δέν ἦταν ἄλλα ἀπό τόν Ἀλῆ πασά τόν Τεπελενλή, γνωστό καί ὡς τό λιοντάρι τῆς Ἠπείρου. Ξεκίνησε πάμφτωχος καί κατέληξε νά ἔχει στήν κατοχή του ἀμέ­τρη­τους θησαυρούς. Ξεκίνησε ἄσημος καί κατάφερε νά τόν τρέμουν οἱ ἀγάδες καί οἱ βεζύρηδες. Ξεκίνησε ἄστεγος καί κατέληξε νά ἔχει στήν κατοχή του πλῆθος ἀπό παλάτια καί σεράγια, γεμάτα μέ γυναῖκες καί σκλάβους. Ὁ Ἀλῆς ἀναδείχθηκε σέ στρατιωτική ἰδιοφυΐα ἀφοῦ κατάφερε νά ἐκμηδενίσει ὅλους τους ἐχθρούς του, ἐνῶ ὄντας ἀγράμματος ἐξελίχθηκε σέ ἄριστο διπλωμάτη ξεγελώντας Γάλλους, Ἄγγλους καί Ρώσους πολιτικούς. Κατάφερε νά κλονίσει ἀκόμα καί τά θεμέλια τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατο­ρίας, ἀναγκάζοντας τόν σουλτάνο νά στείλει δεκάδες χιλιάδες στρατιῶτες γιά νά τόν ἀντιμετωπίσουν.

Ὅμως ὁ δρόμος του πρός τή δόξα καί τά πλούτη ἦταν στρω­μένος μέ ἀμέτρητα κουφάρια, ὅπως εἶχε ἐκμυστηρευτεῖ καί ὁ ἴδιος στό Γάλλο πρόξενο Πουκεβίλ. Εἶχε θανατώσει τόσους, ἀρχί­ζοντας ἀπό τούς στενούς του συγγενεῖς καί ὅποιον στήν συνέχεια τολμοῦσε νά μπεῖ ἐμπόδιο στά σχέδιά του, ἐνῶ εἶχε ἐπινοήσει ἀμέτρητους τρόπους βασανιστηρίων γιά τά θύματά του. Ὅταν χαμογελοῦσε, ὅλοι πάγωναν γύρω του, γιατί μέ αὐτό τό χαμόγελο σφράγιζε τή θανατική καταδίκη κάποιου φίλου ἤ ἐχθροῦ. Οἱ τα­πεινοί ὑπηκόοι του ἔτρεμαν ὅταν τόν συναντοῦσαν καί γιά νά τόν κολακεύσουν τόν χαιρετοῦσαν κάπως ἔτσι:

«Ὑψηλώτατε, μεγαλοπρεπέστατε, ντεβλετλή, μερχαμετλή βεζήρ ἐφένδη μου, τήν ὑψηλότητά σου σκλαβικῶς προσκυνῶ, τόν μεγαλοδύναμον Θεόν παρακαλῶ νά σοῦ αὐξάνη τό ὀτζάκι σου μέ ὤλλα τά χαϊρλή μουράτια τῆς καρδιᾶς σου, ἀμήν.»

Ἀπό τά χαρέμια του εἶχαν περάσει χιλιάδες Ρωμιές καί ὅταν βαριόταν κάποια ἀπό αὐτές τήν πάντρευε μέ τό ζόρι μέ κάποιον Γιαννιώτη. Ἄρνηση τοῦ προξενιοῦ ἰσοδυναμοῦσε μέ θάνατο.

 «Αἴφνης τῷ 1788 διορίζεται σατράπης τῶν Ἰωαννίνων ἀνήρ, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα δι’ αἵματος ἀνθρωπίνου εἶνε ἐγκεχαραγμένον εἰς τά αἱμοβαφῆ χρονικά τῶν τυράννων Ὀθωμανῶν. Ὁ ἀνήρ οὗτος εἶνε ὁ διαβόητος διά τά κακουργήματά του Ἀλῆ πασσᾶς Τεπελεν­λῆς. Ὁ ἀνήρ οὗτος ὑπερέβαινε πάντας τούς προκατόχους του κατά τήν θηριωδίαν, τήν δολιότητα καί τήν ἀπάτην. Ἐν ἐνί λόγω ὁ ἀνήρ οὗτος ἦτο προικισμένος μ’ ὅλα τά τῶν δαιμόνων προσόντα. Ἅμα ἐγκατασταθεῖς ἐν Ἰωαννίνοις ὁ Ἀλῆς, πρῶτον πάντων ἐνησχολήθη νά περιστείλη τάς ἐπιδρομάς τῶν Σουλιωτῶν.»

Τό Σούλι – Σαλαπάντας (1860)

Ἀλῆ πασάς εἶχε βάλει σάν στόχο νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτή τήν σφηκοφωλιά πού εἶχε στό πασαλίκι του καί ἡ πρώτη του σοβαρή προσπάθεια ἔγινε τό 1792. Ξεκίνησε μέ ἕνα γράμμα πού ἔστειλε στούς Σουλιῶτες ὁπλαρχηγούς, καλώντας τους νά ἑνώ­σουν τίς δυνάμεις τους γιά νά κτυπήσουν τούς μπέηδες στό Μπεράτι (βυζαντινό Βεράτιον) καί τό Δέλβινο. Πράγματι ὁ πασάς εἶχε συγκεντρώσει 10.000 ἄνδρες μέ πραγματικό στόχο ὅμως ὄχι τούς Ἀλβανούς μπέηδες, ἀλλά τό Σούλι.

«Μολονότι ἡ δύναμις αὔτη ἦτο μεγάλη, αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἀλῆ δέν ἐβασίζοντο, εἰμή εἰς τό μόνον σχέδιόν του νά ἐπιπέση αἰφνιδίως κατά τῶν Σουλιωτῶν. Ἅμα τή ἀναχωρήσει λοιπόν, δέν ἐκοινοποίησε τόν ἀληθινόν αὐτοῦ σκοπόν, ἀλλά διέδωκε τήν φήμην ὅτι ἔμελλε νά προσβάλη τήν πόλιν Ἀργυρόκαστρον, οἱ μπέηδες τοῦ ὁποίου εἶχον ἄλλοτε χρηματίσει ἐχθροί. Ἐνῶ τοῦτο ἦτο τό μελετώμενον σχέδιον, αὐτός προσεπάθει νά ἀποκοιμίση τούς Σουλιώτας καί νά ἀφαιρέση μέρος τῆς ἰδίας αὐτῶν δυνάμεως, ἐγκωμιάζων τήν ἀνδρείαν αὐτῶν, καί προσκαλῶν αὐτούς ἴνα συνεργασθῶσι διά τήν ἐκστρατείαν, κατέφυγε δέ εἰς τό δι’ ἐπιστολῆς στρατήγημα.

“Φίλοι μου καπετάν Μπότσαρη καί καπετάν Τσαβέλλα, ἐγώ ὁ Ἀλῆ Πασάς σᾶς χαιρετῶ καί σᾶς φιλῶ τά μάτια.

Ἐπειδή καί ἐγώ ξεύρω πολλά καλά τήν ἀνδραγαθίαν σας καί τήν παλληκαρίάν σας, μοῦ φαίνεται νά ἔχω μεγάλην χρείαν ἀπό λόγου σας. Λοιπόν μή κάμετε ἀλλέως, ἀλλά εὐθύς ὁποῦ λάβετε τήν γραφήν μου νά ἐλθῆτε νά μέ εὕρετε διά νά πάγω νά πολεμήσω τούς ἐχθρούς μου. Ὁ λουφές (μισθός) σας θέλει εἶναι διπλοῦς ἀπ’ ὅσον δίδω εἰς τούς Ἀρβανίτας, διατί καί ἡ παλληκαριά σας ξεύρω πώς εἶνε μεγαλειτέρα ἀπό τήν ἰδικήν τους.”

“Εἰς τήν ἀφεντιά σου Ἀλῆ Πασᾶ σέ χαιρετοῦμεν.

Ἐλάβαμεν τό γράμμα σου καί ἐκαταλάβαμεν τά γραφόμενά σου. Λοιπόν σου στέλνομεν ἰμντάτι (ἐνισχύσεις), ὅπου μᾶς ζητᾶς ἑβδομήντα παλληκάρια μέ τόν καπετάν Λάμπρον Τζαβέλλαν καί τόσοι εἶνε ἀρκετοί εἰς κάθε νίκην σου καί οἱ ἄλλοι μένουν ἐδῶ εἰς τό Σούλι διά φύλαξίν του καί εἰς κάθε ἐνάντιο. Ταῦτα καί καλῆ ἀντάμωσι νά μᾶς δώση ὁ Θεός.”»

Ἱστορία τοῦ Ἀλῆ πασᾶ – Τρύφων Εὐαγγελίδης (1896)

Οἱ Σουλιῶτες μόλις ἔλαβαν τήν ἐπιστολή, συγκεντρώθηκαν στόν Ἅγιο Δονάτο, ὅπου συνεδρίαζε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Δήμου, καί μέ προεδρεύοντα τό Γιῶργο Μπότσαρη, ἀποφάσισαν νά στεί­λουν μικρή δύναμη ἑβδομῆντα ἀνδρῶν στόν Ἀλῆ, ὥστε καί νά τοῦ ἱκανοποιήσουν τήν ἐπιθυμία ἀλλά ταυτόχρονα νά μήν ἀδυ­να­τίσουν τό Σούλι ἀπό μαχητές. Πράγματι τό μικρό σῶμα τῶν Σουλιωτῶν, μέ ἀρχηγό τόν Λάμπρο Τζαβέλα καί τό νεαρό γιό του Φῶτο, ἑνώθηκε μέ τίς δυνάμεις τοῦ πασᾶ στή Ζήτσα. Ὁ πονηρός πασάς ἀγκάλιασε φιλικά τόν Τζαβέλα καί ἀφοῦ γλέντησαν, ἀποφάσισαν νά γίνουν ἀγῶνες στό πήδημα καί στό λιθάρι, μεταξύ τῶν Τουρκαλβανῶν τοῦ Ἀλῆ καί τῶν Σουλιωτῶν. Οἱ Σου­λιῶτες ἄφησαν τά ὅπλα τους καί ἄρχισαν νά ἀγωνίζονται, μέχρι πού ἀφοπλισμένους πλέον τούς συνέλαβε ὁ Ἀλῆς, μέ ἐξαίρεση ἕναν Σουλιώτη ὁ ὁποῖος πρόλαβε καί βούτηξε στό κρύο ποτάμι καί παρά τίς δεκάδες σφαῖρες πού τοῦ ἔριξαν, κατάφερε νά φτάσει στόν Γιῶργο Μπότσαρη καί νά τόν εἰδοποιήσει γιά τόν κίνδυνο πού πλησίαζε.

Ἀλῆς σίγουρος ὅτι ὁ Σουλιώτης εἶχε πνιγεῖ, ὁρκίστηκε “δέν θά μέ γλυτώσουν τά σκυλιά, θά τούς ψήσω ἠσαλάχ (Θεοῦ θέλοντος) ζωντανούς σάν τόν Τσαούς πρίφτη (Χριστιανός ἀπό τό Χόρμοβο) γυναῖκες καί παιδιά καί τό Σούλι θά τό κάμω σάν τό Χόρμοβο, χόρτο νά μή φυτρώση.”

Οἱ Τουρκαλβανοί μπῆκαν στά ἔρημα Σουλιωτοχώρια ἀλλά δέχτηκαν βροχή ἀπό σφαῖρες. Ὁ αἰφνιδιασμός εἶχε ἀποτύχει. Ἀπελπισμένος ὁ Ἀλῆς ἔβγαλε τόν Λάμπρο Τζαβέλα ἀπό τό μπουντρού­μι καί τάζοντάς του χιλιάδες γρόσια, τόν κάλεσε νά πάει στούς συμπατριῶτες του γιά νά τούς πείσει νά παραδοθοῦν. Ὁ Τζαβέλας ἔδωσε “μπέσα”, ἀλλά φθάνοντας στό Σούλι, ἔκανε ἀκριβῶς τά ἀντίθετα, ὀργανώνοντας περαιτέρω τήν ἄμυνα καί ἐμψυχώνοντας τούς ἀδελφούς του.

«Ἀλῆ πασά, χαίρομαι ὁποῦ ἐγέλασα ἕνα δόλιον. Εἴμ’ ἐδῶ νά διαφεντεύσω τήν Πατρίδα μου ἐναντίον εἰς ἕνα κλέφτην σάν καί σένα. Ὁ υἱός μου θέλει ἀποθάνει, ἐγώ ὅμως ἀπελπίστως θέλω τόν ἐκδικήσω πρίν ἀποθάνω. Κάποιοι Τοῦρκοι καθώς ἐσύ θέλουν εἰπῆ ὅτι εἶμαι ἄσπλαχνος πατέρας μέ τό νά θυσιάσω τόν υἱόν μου διά τόν ἐδικόν μου λυτρωμόν. Ἀποκρίνομαι ὅτι ἐάν ἐσύ πάρεις τό βουνόν (Σούλι) θέλεις σκοτώσει καί τόν υἱόν μου μέ τό ἐπίλοιπόν τῆς φα­μελίας μου καί τούς συμπατριώτας μου.

Τότε δέν θά ἠμπορέσω νά ἐκδικήσω τόν θάνατόν του. Ἀμμή ἄν νικήσωμεν θέλει ἔχω καί ἄλλα παιδία, ἡ γυναίκα μου εἶναι νέα. Ἐάν ὁ υἱός μου νέος καθώς εἶναι δέν μένη εὐχαριστημένος ν’ ἀποθάνη διά τήν πατρίδα του, αὐτός δέν εἶναι ἄξιος νά ζήση καί νά γνωρίζηται ὡς υἱός μου. Προχώρησε λοιπόν, ἄπιστε. Εἶμαι ἀνυπόμονος νά ἐκδικηθῶ καί νά πιῶ τό αἷμα σου.

Ἐγώ ὁ ὠμοσμένος ἐχθρός σου Καπετάν Λάμπρος Τζαβέλλας»

Στίς 20 Ἰουλίου 1792, ἀνήμερα τοῦ Προφήτη Ἠλία, χιλιάδες Τουρκαλβανοί μέ ἀρχηγό τόν Ὀμέρ Βρυώνη ἐπιτέθηκαν μέ ἀλα­λαγ­μούς ἐναντίον τῶν Σουλιωτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν καθ’ ὑπό­δει­ξη τοῦ Γιώργη Μπότσαρη, ἐγκαταλείψει τό Σούλι, τή Σαμωνίβα καί τό Ναβαρίκο καί εἶχαν ὀχυρωθεῖ στήν ἀπρόσιτη Κιάφα. Σέ μία νυκτερινή τους ἕφοδο 300 Σουλιῶτες ἐπιτέθηκαν στή μεγάλη σκη­νή πού εἶχε στήσει ὁ Ἀλῆς γιά νά παρακολουθεῖ τίς ἐπιχειρήσεις καί λίγο ἔλλειψε νά τόν συλλάβουν. Ὁ Ἀλῆς ὅμως δέν βρισκόταν στή σκηνή, εἰδοποιημένος ἀπό ἕναν προδότη γανωτή, πού εἶχε βρεθεῖ τυχαῖα στό Σούλι καί ἔμαθε γιά τό σχέδιο τῶν Σουλιωτῶν. Ἀλλά καί μόνο ἡ παράτολμη αὐτή ἐνέργεια τῶν Σουλιωτῶν νά τόν σκοτώσουν μέσα στή σκηνή του, κατατρόμαξε τόν τύραννο.

Ὅταν σταμάτησαν γιά λίγο οἱ κρότοι τῶν ὅπλων τῶν δύο πλευρῶν, ἡ γυναίκα τοῦ Λάμπρου Τζαβέλα, ἡ Μόσχω ἀνησύχησε καί ἔδωσε ἐντολή στίς ὑπόλοιπες γυναῖκες νά ἐπιτεθοῦν μέ τή σειρά τους στούς στρατιῶτες τοῦ Ἀλάχ. Ἡ ξαφνική ἐμφάνιση τῶν Σουλιωτισσῶν, ξάφνιασε τούς Τουρκαλβανούς καί παρέσυρε καί τούς Σουλιῶτες νά ξεχυθοῦν μέ τά γιαταγάνια στά χέρια. Τό σῶμα τοῦ Γιώργη Μπότσαρη πού ἦταν κρυμμένο πίσω ἀπό τά βράχια, βρέθηκε στά μετόπισθεν τοῦ ἐχθροῦ μέ ἀποτέλεσμα οἱ Τουρκαλβανοί νά βρεθοῦν περικυκλωμένοι. Τρεῖς χιλιάδες ἐχθρι­κά κουφάρια γέμισαν τά βουνά καί τά λαγκάδια. Πολλοί ἔπεφταν ἀπό τά βράχια γιά νά σωθοῦν ἀπό τά σουλιώτικα μαχαίρια. Οἱ Σου­λιῶτες εἶχαν 74 νεκρούς, ἐνῶ τραυματίστηκε καί ὁ Λάμπρος Τζα­βέ­λας. Μετά τή μάχη, οἱ Χριστιανοί μαχητές ἐφτίαξαν πυραμίδα μέ τά κεφάλια τῶν νεκρῶν μουσουλμάνων, ἐνῶ τά κουφάρια τους τά πέταξαν στόν Ἀχέροντα.

«Οἱ Σουλιῶτες δεχόντανε τίς ἀπανωτές ἑφόδους μ’ ἀκατά­παυστη φωτιά, πού ἀραίωνε φοβερά τό στρατό τοῦ Ἀλῆ. Τά πιό διαλεκτά παληκάρια πέσανε κατά ἀπό τά μάτια τοῦ Ὀμέρ Βρυώνη. Ὧρες κι ὧρες βρέχαν οἱ Ἀρβανιτάδες τ’ ἄγρια βράχια μέ τό αἷμα τους, χωρίς νά μπορέσουν νά κερδίσουν οὔτε πιθαμή. Ἦταν μεσημέρι, καιγόταν ἡ σιδερόπετρα, ὁ ἀέρας εἶχε ἀνάψει ἀπό τόν ἥλιο καί τό ντουφεκίδι, ἡ λαύρα κυμάτιζε καυτερή πάνω ἀπό τό λιθάρι καί τό ξερό χορτάρι καί θάμπωνε τά μάτια καί ἔλιωνε τά κορμιά. Τά ντουφέκια ὅμως ἀνάψανε, ἀραίωσε τό ντουφεκίδι, σβήσανε οἱ κρότοι, σκόρπισαν οἱ καπνοί καί μιά παράξενη σιγαλιά ἁπλώθηκε. Τότε γίνηκε κάτι ἀναπάντεχο πούκρινε τή μάχη. Οἱ γυναῖκες πούχανε καταφύγει μέ τά παιδιά τους στά ἀπάτητα ψηλώματα τῆς Κιάφας, μήν ἀκούγοντας οὔτε ντουφέκι, οὔτε φωνή πολεμική, θαρρέψανε πώς οἱ ἄντρες τούς χάσανε τόν ἀγῶνα. Τότε ἡ Μόσχω τοῦ Λάμπρου, ψυχή γεμάτη φλόγα, γυναίκα μέ ἀντρίκιο φρόνημα, ἔμπηξε φωνή: “Τί καθόμαστε, ἀπάνω στά σκυλιά!”»

Σπῡρος Μελᾶς – Τό λιοντάρι τῆς Ἠπείρου

Ἀλῆς παρατώντας τή σκηνή του ἀνέβηκε στό ἄλογό του καί ἐξαφανίσθηκε μέ τή συνοδεία του. Μπαίνοντας στήν πόλη διέταξε νά μείνουν κλειστά τά παράθυρα ἐπί ποινή θανάτου γιά νά μήν δοῦν οἱ Γιαννιῶτες τά ἄθλια ἀπομεινάρια τοῦ ὀθωμανικοῦ στρατοῦ. Γιά δεκαπέντε μέρες ἔμεινε ἀπομονωμένος στό παλάτι του. Οἱ στρατιῶτες του κατάκοποι κυνηγήθηκαν ὡς τά προάστεια τῶν Ἰωαννίνων, ὅπου ὁ ἐπίσκοπός της πόλης πρότεινε στούς Σουλιῶτες εἰρήνη ἐξ ὀνόματος τοῦ Ἀλῆ. Κατά τούς ὅρους τῆς εἰρήνης ὄφειλε ὁ Ἀλῆς νά παραχωρήσει στούς Σουλιῶτες ὅλη τήν περιοχή μέχρι τή Δερβίτσιανη ἕξι μίλια μακριά ἀπό τά Γιάννινα, νά ἐπιστρέψει τούς αἰχμαλώτους, μαζί μέ τόν Φῶτο Τζαβέλα καί νά πληρώσει 1000 γρόσια γιά κάθε Τοῦρκο αἰχμάλωτο.

«Τρία πουλάκια κάθονται στόν Ἄη Λίαν τήν ράχην,

τό ‘να τηράϊ τά Γιάννινα, τ’ ἄλλο τό Κακοσούλι

τό τρίτον τό καλλίτερο, μοιρολογᾶ καί λέγει:

 ****************

“Ἀρβανιτιά μαζώχθηκε, πάει στό Κακοσούλι.

Τρία μπαϊράκια φαίνονται ΄πό κάτω ἀπό τό Σούλι

τό ΄νά ΄ναί τοῦ Μουχτάρ πασᾶ, τ΄ ἄλλο τοῦ Μετζομπόνου

τό τρίτο τό καλλίτερο εἶναι τοῦ Σελιχτάρη.

Μιά παπαδιά τ΄ ἀγνάντεψε ἀπό ψιλή ραχούλα,

“Ποῦ ΄στέ τοῦ Λάμπρου τά παιδιά, πού ΄στέ οἱ Μποτσαραῖοι!”

 ****************

Ἀρβανιτιά μας πλάκωσε, θέλει νά μᾶς σκλαβώσει,

ἄς ἔρτουν οἱ παλιότουρκοι, τίποτε δέν μᾶς κάνουν,

ἄς ἔρτουν πόλεμο νά ἰδοῦν καί Σουλιωτῶν τουφέκια,

νά μάθουν Λάμπρου τό σπαθί, Μπότσαρη τό τουφέκι,

τ΄ ἄρματα τῶν Σουλιώτισσων, τῆς ξακουσμένης Χάιδως.

 ****************

Κι ὁ Κουτσονίκας φώναξε ἀπό τό μετερίζι:

“Παιδιά σταθῆτε στέρεα, σταθῆτε ἀντρειωμένα

γιατί ἔρχεται ὁ Μουχτάρ πασάς μέ δώδεκα χιλιάδες.”

Ὁ πόλεμος ἀρχίνησε κι ἀνάψαν τά τουφέκια

τόν Ζέρβα καί τόν Μπότσαρη ἐφώναξε ὁ Τζαβέλας,

“Παιδιά μ΄ ἤρθ΄ ὥρα τοῦ σπαθιοῦ, κι ἄς πάψη τό τουφέκι.

Κι ὅλ’ ἔπιασαν καί σπάσανε τίς θῆκες τῶν σπαθιῶν τους

τούς Τούρκους βάνουνε μπροστά, τούς βάνουν σάν κριάρια.

 ****************

Ἄλλ΄ ἔφευγαν κι ἄλλ’ ἔλεγαν “Πασά μου ἀνάθεμασε!

μέγα κακό μας ἔφερες τοῦτο τό καλοκαίρι,

ἐχάλασε τόση Τουρκιά, Σπαΐδες κι Ἀρβανίτες,

δέν εἴν΄ ἐδῶ τό Χάρμοβο, δέν εἴν΄ ἡ Λαμποβίτσα

ἐδῶ εἰν’ τό Σούλι τό κακό, ἐδῶ εἴν΄ τό Κακοσούλι,

ποῦ πολεμοῦν μικρά παιδιά, γυναῖκες σάν τούς ἄντρες

ποῦ πολεμάει ἡ Μόσκω Τζαβέλαινα σάν ἄξιο παλικάρι.”

 ****************

Κι ὁ Μπότσαρης ἐφώναξε μέ τό σπαθί στό χέρι:

“Ἔλα πασά τί σκιάχτηκες καί φεύγεις μέ μενζίλια.[1]

Γύρισε ἐδῶ στόν τόπο μας, στήν ἔρημη τήν Κιάφα

ἐδῶ νά στήσεις τό θρονί, νά γένης καί σουλτάνος.»

Δημοτικό τραγούδι

Λάμπρος Τζαβέλας δέν ἄντεξε τόν τραυματισμό του καί πέθανε, ἀφήνοντας ὅμως στήν θέση του ἄξιο διάδοχο τόν γιό του Φῶτο Τζαβέλα. Ἡ ἐκλογή αὐτή δυσαρέστησε τόν γηραιότερο ἀρχηγό τῆς ἀντίπαλης φάρας, Γιῶργο Μπότσαρη, στόν ὁποῖο ὀφειλόταν τό σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ Σουλίου, τό καλοκαίρι τοῦ 1792.

[1] ἔφιπποι ταχυδρόμοι

Άποσπάσματα από το βιβλίο του Φώτιου Σταυρίδη  “1821 – Η απάντηση στην Τηλεόραση”

σχετικά άρθρα