fbpx
Weather Icon

Κράτος-όμηρος των ξένων και των τουρκόφρονων μειονοτικών Θράκης…

Κράτος-όμηρος των ξένων και των τουρκόφρονων μειονοτικών Θράκης…

Κρινιώ Καλογερίδου

Ήμουν σχεδόν ”παιδί”, όταν πρωτομπήκα σε τάξη. Είχα πατήσει τα εικοσιτρία, αλλά δε μου φαινόταν καθόλου και επιπλέον δεν είχα ύφος καθηγήτριας. Έτσι δεν ξεχώριζα απ’ τους μαθητές μου στο σχολείο όπου πρωτοδιορίστηκα (σε επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας), ειδικά την ώρα της εφημερίας στην αυλή του Λυκείου.

Το κακό ήταν ότι είχα την πιο φασαριόζικη τάξη με τα πιο μεγαλόσωμα παιδιά, κορίτσια κι αγόρια, που με έκαναν να νιώθω τρωτή ειδικά όταν ένιωθα τα τριάντα σχεδόν ζευγάρια μάτια τους καρφωμένα επάνω μου με περιέργεια, έτοιμα να ζυγίσουν κάθε μου κίνηση σχεδόν επιθετικά.

Ωστόσο με τον καιρό τα συνήθισα και με συνήθισαν κι αυτά, έτσι που να χαλαρώσει η ένταση μεταξύ μας, γιατί την κάλυψε η οικειότητα. Παρ’ όλα αυτά, η λυκειάρχης που είχα τότε – Ωραιοζήλη την έλεγαν και τα παιδιά για να την πικάρουν για την αυστηρότητά της τη φώναζαν ”Ω ρεζίλι” – δεν έλεγε να ησυχάσει και σε κάθε κενό μου φρόντιζε να εκδηλώνει την ανησυχία της και να με βομβαρδίζει με συμβουλές:

– Είσαι πολύ νέα και φαίνεσαι ακόμα νεότερη. Αυτό είναι που με στεναχωρεί σε σένα. Τα νιάτα είναι ελάττωμα στην περίπτωσή σου, γιαυτό δεν ξέρω αν θα καταφέρεις να τα πείσεις να διαβάσουν. Η Έκθεση είναι το πιο δύσκολο μάθημα στην Τρίτη, το πιο απαιτητικό, κι εσύ τόσο άπειρη για να φέρεις βόλτα τα παλιόπαιδα που σε έτυχαν…

– Δεν είναι κακά παιδιά, τόλμησα να διαφωνήσω. Μόνο λίγο ζωηρά, αλλά φιλότιμα και εργατικά τα περισσότερα. Κάποια απ’ αυτά μάλιστα είναι φτωχά παιδιά, χωριατόπουλα απ’ τις γύρω περιοχές, με οικογένειες που στερούνται για να τα στείλουν στα φροντιστήρια και γι’ αυτό είναι ευγνώμονες στην Νομαρχία που χρηματοδοτεί την ενισχυτική διδασκαλία τους…

– Καλά, τώρα σώθηκαν, είπε με φανερή ειρωνεία. Λες και δεν ξέρουν οι δόλιοι γονείς ότι δεν παίρνουν από γράμματα τα βλαστάρια τους όσες ενισχυτικές και να κάνουν… Γι’ αυτό μη στηρίζεσαι στα φροντιστήρια και ανταποκρίσου στις ανάγκες των παιδιών για να μπουν σε κάποια Σχολή.

Το σε ”ποια” έχει δευτερεύουσα σημασία γι’ αυτούς, που δεν ξέρουν τη διαφορά των ΤΕΙ από τα ΑΕΙ. Γιατί αν δεν μπουν πουθενά, αν αποτύχουν στο μάθημά σου, θα ρίξουν το φταίξιμο σε σένα και θα ”βαφτίσουν” αποτυχημένο το σχολείο μας. Ό,τι χειρότερο, δηλαδή. Άσε που θα με αναγκάσεις να απολογηθώ εγγράφως σε περίπτωση διαμαρτυρίας των παιδιών στην Διεύθυνση. Οπότε θα επαναλάβω άθελά μου την ιστορία με τον περσινό αναπληρωτή που ήταν στη θέση σου…

– Δηλαδή, τι εννοείτε; Τι του κάνατε; ρώτησε σχεδόν τρομαγμένη με μάτια ορθάνοιχτα σαν πιατάκια του καφέ.

– Απλούστατο, τον τύλιξα σε μια κόλλα χαρτί και τον έστειλα… στον ‘Έβρο!!!., είπε με τόνο θριάμβου για τη δύναμη που της έδινε η θέση της και γύρισε στο Γραφείο της με άγριο καγχασμό.

Εκείνο το βράδυ δεν με έπιανε ο ύπνος, καθώς μου έρχονταν στο μυαλό τα σκληρά λόγια της τα οποία έδεναν περιέργως με αφηγήσεις συναδέλφων κοντά στη σύνταξη που είχαν παιδιά στο στρατό και άκουγαν την ίδια ρητορική απ’ τους προϊσταμένους τους:

– Θα σε στείλω στον Έβρο!!!..

Ήταν η απειλή-σύνθημα της εποχής, που έκανε τον ακριτικό νομό της Θράκης να ακούγεται σαν τόπος εξορίας που τον επέβαλλαν στους ανεπιθύμητους οι έχοντες οποιαδήποτε εξουσία, κρατική εννοείται.

Χρόνια μετά, καθώς φέρνω μπροστά μου τις εικόνες εκείνης της νύχτας που με βρήκε να αγωνίζομαι ως το ξημέρωμα για να ξεμπλέξω απ’ τους συλλογισμούς που με κύκλωναν, σκέφτομαι πως η συμπεριφορά αρκετών λειτουργών του δημόσιου βίου της χώρας αντανακλούσε από τότε τρία πράγματα:

1. Τον φόβο της υπηρεσίας στα ελληνοτουρκικά σύνορα

2. Την αδυναμία του εθνικού κράτους να εξοικειώσει τους πολίτες του με τις παραμεθόριες περιοχές και

3. Τη δειλία του να αντιμετωπίσει τον ολοένα και αυξανόμενο τουρκικό εθνικισμό, που είχε αρχίσει να γίνεται αισθητός στην καθημερινή πραγματικότητα της Θράκης.

Στην πραγματικότητα των χριστιανών κατοίκων της, αλλά και των ελληνόφρονων μουσουλμάνων Πομάκων και των Ρομά , τους οποίους ”σπρώχνουμε” ανεπίτρεπτα με τη στάση μας διαχρονικά – ως ελληνική Πολιτεία – στην αγκαλιά της Τουρκίας και τα δίκτυα προπαγάνδας της.

Δίκτυα που – επωφελούμενα απ’ το γεγονός ότι τους αφήσαμε για χρόνια απροστάτευτους και έκθετους πολιτικά, πολιτισμικά, οικονομικά και κοινωνικά – προσπαθούν να τους πείσουν ότι είναι Τούρκοι κι ότι η ”Μητέρα Τουρκία” είναι η μόνη που μπορεί να προστατέψει τα συμφέροντά τους και τους ίδιους…

Αποτέλεσμα της έλλειψης εθνικής στρατηγικής και πολιτικής ηθικής για τους Πομάκους της Θράκης είναι το γεγονός ότι ακόμα και τώρα, αν και οι ίδιοι δεν έχουν σχέση με ο,τιδήποτε τουρκικό, το ελληνικό κράτος τους υποχρεώνει να φοιτούν σε τουρκόφωνα μειονοτικά Δημοτικά κι όχι σε ελληνικά και να μαθαίνουν την τουρκική αντί της ελληνικής (της γλώσσας της πατρίδας τους) και την πομάκικης (της μητρικής).

Επιπλέον το ελληνικό κράτος διαιωνίζει την ”αδιαφορία” του προς αυτούς αγνοώντας επιδεικτικά το χρόνιο αίτημά τους για δημιουργία ελληνικών σχολείων στις πομάκικες πόλεις, ώστε να μην αναγκάζονται να φοιτούν στα δίγλωσσα, τρίγλωσσα ή τετράγλωσσα μειονοτικά, τη στιγμή που είναι αποδεδειγμένο ότι ”δεκαπλασιάστηκαν οι μουσουλμάνοι οι οποίοι απορρίπτουν τη μειονοτική εκπαίδευση και επιλέγουν τα ελληνόφωνα σχολεία για τη μόρφωση των παιδιών τους”.

Με τα δεδομένα αυτά είναι εύλογες οι απορίες των ανυποψίαστων από μας για τη συνέχιση της ”αδιάφορης” στάσης των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντί τους, ενώ είναι ηλίου φαεινότερο πως γίνεται βούτυρο στο ψωμί της Τουρκίας, τη στιγμή που αυτή εντάσσει στις διεκδικήσεις της ως πρώτη προτεραιότητα για τη Δυτική Θράκη την αναγνώριση ”τουρκικής” μειονότητας (η οποία συμπεριλαμβάνει και τους Πομάκους), πριν επεκτείνει τα μεγαλοϊδεατικά όνειρά της με το αίτημα για αυτονομία και ανεξαρτησία της (μέχρι να ενωθεί με την Ανατολική υπό τουρκική κυριαρχία).

Το ”αδιάφορης” το βάζω σε εισαγωγικά, όπως βλέπετε, γιατί δεν έχει να κάνει με ανεμελιά λόγω υποτίμησης απ’ τους εκάστοτε κυβερνώντες προς αυτό το κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού της ακριτικής Περιφέρειας, αλλά για συνειδητή αποδοχή του δορυφορυκού χαρακτήρα του Νεοελληνικού κράτους, που – ενώ απελευθερώθηκε (αν και όχι ολόκληρο) με θυσίες γενιών και γενιών μέχρι την Επανάσταση του 1821 – δεν απέκτησε ποτέ αυτοτέλεια και ανεξαρτησία στην Εξωτερική πολιτική του, παρά ήταν πάντα ποδηγετούμενο από τους Μεγάλους.

Ήταν και εξακολουθεί να είναι – δυστυχώς – ένα εξαρτημένο ”κράτος-υπηρεσιών” σε ρόλο πελάτη-αγοραστή των ξένων εξοπλιστικών και των πρακτικών που διαμόρφωσαν την πολιτική ηθική του, τη δημοκρατία και τα σύνορά του σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Κι αυτό το τελευταίο ξεκίνησε απ’ το 1923 ακόμα (Συνθήκη Λωζάνης: διαμόρφωση ελλαδικού και όχι εθνικού κράτους, με καθορισμένο απ’ τους ξένους πλαίσιο σχέσεων ελληνικής Πολιτείας–μουσουλμανικής μειονότητας Θράκης [και συγκεκριμένες αναφορές στους Πομάκους].

Πλαίσιο που επιβεβαιώνει την εξάρτηση των ελληνικών κυβερνήσεων από εξωχώριους μηχανισμούς (συνήθως ανθελληνικούς) οι οποίοι δεν μας επέτρεψαν ποτέ μέχρι τώρα να κινηθούμε αυτοτελώς στην Εξωτερική πολιτική γύρω απ’ τα ελληνοτουρκικά θέματα με επίκεντρο τη Δυτική Θράκη.

Όλα αυτά που έλειπαν απ’ το ελληνικό κράτος (τα οποία τα είχαν, ωστόσο, τα άλλα ευρωπαϊκά) κατέστησαν την Ελλάδα υπηρέτη δυο αφεντάδων, της Αμερικής και της Ευρώπης ή – για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους – της προεξάρχουσας της Ενωμένης Ευρώπης Γερμανίας και της Αμερικής.

”Φίλων” και ”συμμάχων” αμφότερων, που με τις παρεμβάσεις τους συνέβαλαν περιοδικά στην αποσταθεροποίηση του ελληνικού πολιτεύματος και της ελληνικής κυριαρχίας ή… διευκόλυναν την Τουρκία να αποπειραθεί το τελευταίο (κοινή σύστασή τους στην Ελλάδα για αποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, πράγμα που ανταποκρίνεται στο διαχρονικό αίτημά της και εξυπηρετεί αποκλειστικά τα τουρκικά συμφέροντα σε βάρος των ελληνικών).

Στην περίπτωση ειδικά της Θράκης, ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής απ’ το ’92 ακόμη η αδυναμία εθνικής διαχείρισης στο θέμα ελέγχου της τουρκικής προπαγάνδας εκεί απ’ τους γνωστούς διαύλους της Εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας (το Προξενείο Κομοτηνής, το ενός έτους τότε τουρκόφωνο κόμμα ΚΙΕΦ/DEB, τους εθνικιστές μειονοτικούς [”Γκρίζους Λύκους”] και τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, όπου άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους).

Έκτοτε και μέχρι σήμερα όλα αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα μετατράπηκε σε κράτος-όμηρο των ξένων ”προστατών” και των τουρκόφρονων μειονοτικών της Θράκης. Αποδεικνύουν, επίσης, ότι η όποια μελετημένη πολιτική ανάπτυξης της ακριτικής ελληνικής Περιφέρειας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, έστω κι αν έχει ευγενή κίνητρα (οικονομική ανάπτυξη, δημογραφική αύξηση, σεβασμός στην πολιτισμική ταυτότητα των μειονοτήτων).

Ενδεικτικά αναφέρω ότι το πόρισμα της Διακομματικής Επιτροπής του Εθνικού Κοινοβουλίου του 1992 που είχε συσταθεί ”για να μελετήσει τα προβλήματα και να υποβάλλει προτάσεις για την ανάπτυξη της Θράκης και των νησιών του Αν. Αιγαίου” — ενώ περιλάμβανε αξιόλογες προτάσεις [”οργάνωση της παλλαϊκής άμυνας για την ολοκλήρωση της αμυντικής θωράκισης” και επιστημονική & διοικητική στελέχωση των περιφερειακών Πανεπιστημίων” (Αιγαίου και Θράκης) με στόχο την ώθηση στην έρευνα και την αναβάθμιση της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής των κατά τόπους κοινωνιών — τελικά ΔΕΝ ελήφθη υπόψη ποτέ η εισήγησή της και δεν εφαρμόστηκε.

Έτσι, τα μέλη της Επιτροπής, ενώ κόπιασαν και αμείφθηκαν για το έργο τους, δεν είχαν την ευκαιρία να δουν να υλοποιείται ο σχεδιασμός τους για την ανάπτυξη της Θράκης. Κι αυτό γιατί υπερίσχυσαν τα διαβήματα τουρκόφρονων εθνικιστών της μουσουλμανικής μειονότητας σε πρόσωπα και μηχανισμούς μέσα και έξω από την Ελλάδα σε βάρος της δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας της, με αποτέλεσμα την ματαίωση των προτάσεων με βάση τα καταληκτικά συμπεράσματα της Διακομματικής.

Κάτι παρόμοιο – δεν αμφιβάλλω – θα γίνει και τώρα (στην περίπτωση της Διακομματικής Επιτροπής Ανάπτυξης Θράκης με επικεφαλής την Ντόρα Μπακογιάννη, πολύ περισσότερο όταν το ελληνικό κράτος δείχνει σημάδια αδράνειας και αμηχανίας, λες και βρίσκεται υπό την ομηρία των ”Γκρίζων Λύκων” της μουσουλμανικής μειονότητας.

Επιπλέον, ανασταλτικό παράγοντα για την ευόδωση των στόχων της Διακομματικής του ’20 αποτελεί το εκδηλωθέν απ’ το ’16 γερμανικό ενδιαφέρον (ένταξη της Θράκης στις Νοτιοευρωπαϊκές ΕΟΖ [Ελεύθερες Οικονομικές Ζώνες]), με παρελκόμενο και το τουρκικό που δεν αφορά μόνο οικονομικά σχέδια, αλλά αγγίζει τις εθνικές μας χορδές οι οποίες χτυπούν σε ρυθμό Θράκης. Στον ίδιο ρυθμό με εκείνον της λύρας του πιο ξακουστού Θρακιώτη μουσικού και ποιητή της ελληνικής μυθολογίας Ορφέα…

Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)

σχετικά άρθρα