fbpx
Weather Icon
Ελλάδα , Ισραήλ 20 Δεκεμβρίου 2020

Υπονόμευση της στρατηγικής μας συνεργασίας με το Ισραήλ από την ελληνική κάκιστη διαχείριση

Υπονόμευση της στρατηγικής μας συνεργασίας με το Ισραήλ από την ελληνική κάκιστη διαχείριση

Το καλοκαίρι του 2020 είχαμε αναφερθεί εκτενώς στις προσφορές που είχαν κατατεθεί από δύο υποψηφίους για την ανάληψη του έργου της εκπαίδευσης ιπταμένων στις τάξεις της Πολεμικής Αεροπορίας. Επανερχόμαστε για να δούμε τις εξελίξεις. Χωρίς σχολιασμό περί του αν είναι καλές ή άσχημες. Από τη χθεσινή μέρα το πρόγραμμα λαμβάνει διαστάσεις εν όψει της εξέτασής του από τη Βουλή. Οι διαρροές από κοινοβουλευτικές πηγές δείχνουν ότι τελικά ίσως και να μην αποδειχθεί ένα ακόμα πρόγραμμα των Ενόπλων Δυνάμεων που θα τύχει έγκρισης με συνοπτικές διαδικασίες.

Του Στέργιου Δ. Θεοφανίδη

Η αεροπορική εκπαίδευση είναι οπωσδήποτε ένας τομέας, ένα κομμάτι των υποχρεώσεων και δυνατοτήτων της Πολεμικής Αεροπορίας, που επιβάλλεται να συμβαδίζει με τον εκσυγχρονισμό του στόλου των μαχητικών της. Για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, υποχρεωθήκαμε σε σοβαρούς συμβιβασμούς.

Ναι μεν κατά την περίοδο 2000-2001 εντάχθηκε σε υπηρεσία ικανός αριθμός σύγχρονων εκπαιδευτικών αεροσκαφών αρχικού και βασικού σταδίου Τ-6Α Texan II, μαζί με τα βοηθήματα εκπαίδευσης ιπταμένων στο έδαφος (GBTS – Ground Based Training System), όπως ο πλήρων δυνατοτήτων προσομοιωτής πτήσης, ο προσομοιωτής διαδικασιών ανάγκης και το συγκρότημα υπολογιστών εκμάθησης διαδικασιών και των συστημάτων του Τexan II αλλά…

Στο κομμάτι της προκεχωρημένης και επιχειρησιακής εκπαίδευσης, μείναμε στο απαρχαιωμένο T-2E. Την ακαταλληλότητα του δικινητήριου εκπαιδευτικού για την προετοιμασία και πραγματική αξιολόγηση των υποψήφιων ιπταμένων για τα μαχητικά 3ης και 4ης γενιάς (τα Mirage 2000-5Mk.2 και F-16C/D Block 52+ και Block 52M είναι κάτι ενδιάμεσο…), ήρθαν να επιδεινώσουν ως δεδομένη πραγματικότητα αφενός η οριστική απόσυρση του T-2C από τις τάξεις της Αεροπορίας του USN την περίοδο 2007-2008, μαζί με την παρατεταμένη οικονομική κρίση που ξεκίνησε για τη χώρα μας το 2010.

Προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, η Πολεμική Αεροπορία στράφηκε στη συνεργασία με την Ιταλική Αεροπορία (ΑΜΙ), αξιοποιώντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό στο πλαίσιο ανταλλαγής εκπαιδευόμενων, τα T-6A Texan II. Εδώ και κάποια χρόνια και αυτή η λύση δεν είναι διαθέσιμη λόγω της χαμηλής πλέον διαθεσιμότητας των τελευταίων. Με άλλα λόγια, εδώ και κάποια χρόνια, έχουμε φτάσει “στο μη περαιτέρω”.

Αυτό που θα περίμενε κατά συνέπεια οποιοσδήποτε λογικός και νοήμων άνθρωπος, θα ήταν η ορθολογική αναζήτηση λύσης στο πρόβλημα στο συντομότερο δυνατό χρόνο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο και με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Το έπραξε τελικά έστω και με τόση καθυστέρηση η χώρα;

Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας από αξιόπιστες κοινοβουλευτικές πηγές, προσφέρουν μια απάντηση, κυρίως όμως δίνουν μια γεύση από το περιεχόμενο των συζητήσεων στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής και την ολομέλεια. Έχουν εξ ορισμού ενδιαφέρον, οπότε ας τα δούμε:

– Η καναδική πλευρά έχει καταθέσει πρόταση συνολικού κόστους (για περίοδο 20 ετών) 1,25 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, ενώ η ισραηλινή 1,375 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Και οι δύο προτάσεις προβλέπουν τη διαθεσιμότητα 10 εκπαιδευτικών αεροσκαφών τύπου Μ-346 της Leonardo σε καθημερινή βάση.

– Ο αριθμός των πτητικών ωρών εκπαίδευσης που παρέχουν σε ετήσια βάση οι Καναδοί, είναι 3.500. Οι Ισραηλινοί αντιστοίχως προσφέρουν 3.200 ώρες πτήσης κατ΄ έτος. Ο αριθμός έχει σημασία καθότι σχετίζεται με το πόσους Ιπταμένους ξένων Αεροποριών μπορεί το Κέντρο στην Καλαμάτα να εκπαιδεύσει μετά την κάλυψη των αναγκών της Πολεμικής Αεροπορίας. Άρα σχετίζεται με την προσδοκία μερικής απόσβεσης της επένδυσης της Πολεμικής Αεροπορίας σε ετήσια βάση.

– Η καναδική πρόταση καλύπτει (περιλαμβάνει) το κόστος των αναβαθμίσεων στα αεροσκάφη Μ-346, καθ’ όλη τη διάρκεια του συμβολαίου, κάτι που φαίνεται να μην περιλαμβάνεται στην περίπτωση της ισραηλινής πρότασης. Δηλαδή οι αναβαθμίσεις στα αεροσκάφη θα χρεωθούν επιπλέον.

– Η καναδική πρόταση περιλαμβάνει αναβάθμιση κτιριακών εγκαταστάσεων και υποδομών, προσαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος (syllabus) στο Μ-346 και ενδιάμεση λύση (IFTS Ιταλίας), πράγματα που δεν περιλαμβάνονται στην περίπτωση της ισραηλινής.

– Σε ό,τι αφορά στα καθαρά οικονομικά δεδομένα, τα εικοσαετή πακέτα που προσφέρουν οι δύο υποψήφιοι, εμπεριέχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Πρώτη και σημαντικότερη ίσως, είναι το ότι η καναδική πλευρά προσφέρει σταθερή (κλειδωμένη) συναλλαγματική ισοτιμία. Στην ισραηλινή πρόταση όχι. Τα “σκαμπανεβάσματα” της ισοτιμίας δολαρίου – ευρώ κατά τα επόμενα 20 χρόνια δηλαδή, μπορεί να μας ζημιώσουν, ή να μας ωφελήσουν. Το ρίσκο της επιλογής αυτής όμως είναι όλο δικό μας.

– Η καναδική πλευρά ζητά ετήσια αναπροσαρμογή ύψους 2,75%, ενώ η ισραηλινή 3,5% και επιπρόσθετα μέχρι 10% κάθε τέσσερα χρόνια.

– Τέλος, στην καναδική πρόταση το χρονοδιάγραμμα πληρωμών είναι καθορισμένο και δεν απαιτούνται από την ελληνική πλευρά εγγυητικές επιστολές. Στην ισραηλινή πρόταση δεν υφίσταται χρονοδιάγραμμα και απαιτούνται εγγυητικές επιστολές.

Παραθέσαμε τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, όχι μόνο για να δώσουμε μία καθαρή εικόνα του τι ισχύει και τι όχι. Το προφανές συμπέρασμα είναι ότι οποιαδήποτε πρόταση και να επιλεγεί, τα “κεκτημένα” της καναδικής πρότασης θα πρέπει να διασφαλιστούν. Ή να δικαιολογηθεί πειστικά η μη ενασχόληση, ή η απόφαση υποβάθμισης της σημασίας τους από την πλευρά των υπευθύνων.

Τα ανωτέρω στοιχεία έχουν ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με παρέμβαση του DP για το ζήτημα πρόσφατα. Το ότι δηλαδή για άλλη μία φορά, σε ένα ακόμα πρόγραμμα, η ελληνική πλευρά καταφέρνει να περιπλέξει μία σχετικά απλή διαδικασία και να προκαλέσει χάος… Εις βάρος μας σε κάθε περίπτωση, καθώς στην προκειμένη περίπτωση “συγκρούονται” δυο πραγματικά φιλικές για την Ελλάδα πλευρές!

Ασφαλώς, ένα ερώτημα για το αν η παρέμβαση του πρέσβη των ΗΠΑ σε συνεργασία με τον Καναδό ομόλογό του υφίσταται. Θα πρέπει να διευκρινιστεί εάν η συνυπογραφή της επιστολής υπέρ της επιλογής της καναδικής πρότασης αποτελεί επίσημη πολιτική των ΗΠΑ. Εάν δηλαδή έχει εκφράσει ενδιαφέρον το State Department, ή πρόκειται για πιο προσωπική πρωτοβουλία.

Από την άλλη πλευρά η ελληνική κυβέρνηση δίνει μια ακόμα αφορμή για την έγερση αμφιβολιών με το πως ακριβώς κατανοεί τη “στρατηγική συνεργασία” με το Ισραήλ; Γιατί οι αριθμοί και τα δεδομένα δημιουργούν την αίσθηση ότι για την Ελλάδα, κάθε στρατηγική συνεργασία συνεπάγεται συμβιβασμούς.

Κάποια στιγμή θα πρέπει να κάνουν τον κόπο στο Μέγαρο Μαξίμου να τα διευκρινίσουν με σοβαρότητα όλα αυτά. Διότι αν προκαλούνται αντιδράσεις για “εκπτώσεις” στη συνεργασία με φιλικές πλευρές, τι να περιμένει κανείς στο ενδεχόμενο συζητήσεων με τους Τούρκους. Ανεπάρκεια τεχνοκρατικής συνδρομής; Στρεβλή αντίληψη για τη σημασία και την προώθηση εξοπλιστικών και άλλων συναφών προγραμμάτων;

Στην επιλογή της ισραηλινής πρότασης έχει βαρύνει καταφανώς το αποκαλούμενο ως “γεωπολιτικό κριτήριο”. Ουδεμία αντίρρηση. Σε ένα πρόγραμμα συνεργασίας με βάθος 20ετάς, η πλημμελής διαπραγμάτευσή του σπέρνει τον σπόρο της αντιμετώπισης σοβαρών δυσκολιών στην πορεία, οι οποίες θα βλάψουν τις πολύτιμες για την Ελλάδα διμερείς σχέσεις.

Κι επειδή την Ελλάδα τη γνωρίζουμε καλά, φοβούμαστε ότι σε κάποια εσωτερική πολιτική συγκυρία, θα μπορούσε το θέμα αυτό να αποτελέσει “εργαλείο” στα χέρια ανεύθυνων πολιτικών που έχουν ως αποκλειστική προτεραιότητα την πολιτική τους επιβίωση, που θα γυρίσει τις διμερείς σχέσεις πολλά χρόνια πίσω. Ας μην προσποιείται ότι δεν αντιλαμβάνεται οποιοσδήποτε…

Αυτό που επίσης γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα και έχουμε κατ’ επανάληψη υποστηρίξει και αιτιολογήσει, είναι ότι μία πραγματική στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, θα έπρεπε να στραφεί σε άλλους τομείς και ειδικά σε αυτούς των προηγμένων συστημάτων στοχοποίησης και των όπλων ακριβείας μακρού πλήγματος.

Όπως εξελίσσονται τα πράγματα, αποκαλύπτεται πολλαπλώς -και για άλλη μία φορά μετά την άρνησή μας να εξοπλίσουμε το Rafale με το σημαντικότερο όπλο που διαθέτει για την καταστροφή της τουρκικής αεράμυνας (AASM-HAMMER)- ότι αυτή η σημαντική προοπτική (όπλα και συστήματα) που μας παρέχει η συμμαχική σχέση με το Ισραήλ για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της τουρκικής αριθμητικής υπεροχής σε όλους τους τομείς, ΔΕΝ δείχνει να μας συγκινεί, όσο οι αποφάσεις λαμβάνονται “από πάνω προς τα κάτω”…

defencepoint.gr

σχετικά άρθρα