Weather Icon

Ο Ερντογάν ως προστατευόμενος της Μέρκελ

Ο Ερντογάν ως προστατευόμενος της Μέρκελ

Η Τουρκία ανέκαθεν είχε μια προνομιούχα σχέση με τη Γερμανία· ωστόσο η Άνγκελα Μέρκελ βελτίωσε περαιτέρω τη σχέση αυτή, όταν όρισε ως προστατευόμενό της στο διεθνές πολιτικό στερέωμα τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η ενδυνάμωση των σχέσεων των δύο χωρών, έχει παράλληλη πορεία με τη σημαντική ενίσχυση των γερμανοτουρκικών στρατιωτικών και εμπορικών σχέσεων. Η εποχή Μέρκελ φτάνει σύντομα στο τέλος της και αυτό έχει σημάνει μια αλλαγή ως προς την αντιμετώπιση της Άγκυρας από το Γερμανικό πολιτικό κατεστημένο. Ο Τούρκος Πρόεδρος δεν μπορεί να ποντάρει επ’ αόριστον στη Γερμανική ανοχή.

Παρόλο που οι σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και των περισσοτέρων  Ευρωπαϊκών χωρών δεν είναι ομαλές, η Άγκυρα είχε το προνόμιο να αναπτύξει μια σταθερή και «ζεστή» στρατηγική σχέση με την Γερμανία· μια σχέση που έχει τα θεμέλια της έναν αιώνα πριν, στη συμμαχία των δύο χωρών κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο τότε πρόεδρος της Τουρκίας, Ismet İnönü,  υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με τη Ναζιστική Γερμανία. Η Τουρκία δεν ενεπλάκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρά μερικούς μόνο μήνες πριν τη λήξη του, έπειτα από μεγάλες πιέσεις των Συμμάχων το 1945.

Το 1961, οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία για τη δημιουργία ενός προγράμματος εισαγωγής ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού από την Τουρκία στην Γερμανία. Σήμερα, περίπου 4 εκατομμύρια Τούρκοι ζουν και εργάζονται στη Γερμανία, αριθμός που τους καθιστά τη μεγαλύτερη μεταναστευτική κοινότητα στη χώρα.

Η άνοδος της Άνγκελα Μέρκελ (2005) και του Ερντογάν (2003) στην εξουσία συνέπεσαν χρονολογικά,  με τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών να παίρνουν μια πορεία πρωτόγνωρης ενδυνάμωσης. Ο Ερντογάν προχώρησε στην μετατροπή του Τουρκικού κυβερνητικού συστήματος σε ένα προεδρικό μοντέλο, του οποίου και ηγείται από το 2014.

Οι δύο ηγέτες δημιούργησαν μια πολιτική συνεργασία στο διεθνές πολιτικό στερέωμα, στο επίπεδο που ο Ερντογάν μετατράπηκε σε προστατευόμενο (protégé) της Μέρκελ.

Όταν η Άγκυρα κλιμάκωσε την ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο, η Γερμανία ήταν αυτή που έπαιξε τον ρόλο του μεσάζοντα μεταξύ της Τουρκίας και των κρατών-μελών της ΕΕ (Ελλάδας, Κύπρου). Η διαμεσολάβηση ενός ευρωπαϊκού κράτους σε μια διαμάχη ανάμεσα σε ένα μέλος της Ένωσης κι ένα μη-μέλος, είναι κάτι σπάνιο.

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, το Βερολίνο περιορίστηκε σε «χλιαρές» δηλώσεις που καταδίκαζαν την εμπρηστική συμπεριφορά του Ερντογάν, αλλά στην πραγματικότητα η Μέρκελ δημιούργησε μια διπλωματική ασπίδα, η οποία προστάτευε τον Τούρκο πρόεδρο μέσα στην ΕΕ, με την ελπίδα ότι μεταγενέστερα θα της ανατεθεί η συμπροεδρία της Ομάδας του Μινσκ.

Η Γερμανίδα καγκελάριος δεν σταμάτησε τον Ερντογάν ακόμα και κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στη Συρία. Για την ακρίβεια, υποστήριξε υπογείως την κίνηση αυτή, εκλαμβάνοντας την ως ένα αποτελεσματικό μέτρο περιορισμού των προσφυγικών κυμάτων προς την Ευρώπη. Σύμφωνα με τη λογική της, τα κύματα αυτά δεν θα ερχόταν προς την Ευρώπη εάν ο Ερντογάν έκανε τις απαραίτητες «διαμορφώσεις» στην περιοχή και δημιουργούσε ένα ασφαλές μέρος για τους Σύριους.

Η οικονομική διάσταση της σχέσης Γερμανίας-Τουρκίας, γίνεται αντιληπτή από τον όγκο εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών, ο οποίος ανέρχεται περίπου στα 30 δισεκατομμύρια ευρώ (για το 2019), με το Βερολίνο να αποτελεί έναν από τους βασικούς οικονομικούς συνεργάτες της Άγκυρας. Πάνω από 7.500 γερμανικές εταιρείες λειτουργούν στην Τουρκία, συμπεριλαμβανομένης και της Europipe GmbH, εταιρεία η οποία είναι και προμηθεύτρια στο project Τurkstream Gas Pipelines.

Κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της μεταναστευτικής κρίσης του 2015, όταν ο Ερντογάν έστειλε περίπου ένα εκατομμύριο πρόσφυγες στη Γερμανία, η Γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen πούλησε πάνω από 100.000 αυτοκίνητα στην τουρκική αγορά (ο μεγαλύτερος αριθμός από το 2002, χρονιά κατά την οποία ο Ερντογάν κέρδισε τις εκλογές). Ένας άλλος κολοσσός της Γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η Mercedes, διατηρεί πλήρως λειτουργική μονάδα κατασκευής λεωφορείων στην Κωνσταντινούπολη.

Κάτι επίσης πολύ σημαντικό, είναι το επίπεδο συνεργασίας των δύο χωρών όσον αφορά το εμπόριο οπλικών συστημάτων. Η Άγκυρα είναι η μεγαλύτερη εισαγωγέας γερμανικών όπλων στον κόσμο, με τις περσινές αγορές να ανέρχονται στα 250 εκατομμύρια ευρώ.

Η Γερμανία παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο και στην κατασκευή των τουρκικών drones, τα οποία αποτελούν την αιχμή του δόρατος στις επιχειρήσεις των Τούρκων στη Λιβύη, τη Συρία και το Ναγκόρνο Καραμπάχ. Οι κεφαλές των πυραυλικών συστημάτων τους για παράδειγμα, είναι κατασκευασμένες από τη Γερμανική ΤDW(ενώ οι πύραυλοι καθαυτοί από την τουρκική Roketsan, η οποία σχετίζεται με την οικογένεια Ερντογάν). Η Γερμανική κυβέρνηση παραδέχεται σε επίσημη αναφορά την έκδοση 33 αδειών εξαγωγής εξαρτημάτων προς την Τουρκία· υλικό σχεδιασμένο για χρήση σε στρατιωτικά drone.

Παρόλο που η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του Βερολίνου, η Γερμανία δεν είναι η μόνη χώρα που μπορεί να επηρεάσει τις διμερείς σχέσεις με την Τουρκία. Η τουρκική διασπορά στη Γερμανία αποτελεί την 4η μεγαλύτερη εκλογική περιφέρεια της Τουρκίας (1.5 εκατομμύριο Γερμανότουρκοι έχουν δικαίωμα ψήφου στις τουρκικές εκλογές, ενώ τα 2/3 ψήφισαν τον Ερντογάν το 2018).

Το σημαντικότερο εργαλείο ήπιας ισχύος του Ερντογάν, ίσως είναι η Τουρκική Ισλαμική Ένωση για Θρησκευτικά Ζητήματα (DİTİB), θεσμός ο οποίος είναι υπεύθυνος για την λειτουργία 3.000 τζαμιών, εκ των οποίων τα 1000 βρίσκονται στη Γερμανία. Ο οργανισμός λαμβάνει επιδοτήσεις εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ από τη Γερμανική κυβέρνηση και διαχειρίζεται το μεγαλύτερο τζαμί της Γερμανίας (Κολωνία), στου οποίου τα εγκαίνια το 2018 παρευρέθη και ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος.

Οι Γερμανο-τουρκικές σχέσεις στηρίζονται σε ένα μεγάλο βαθμό στη σχέση Ερντογάν-Μέρκελ· ωστόσο ο Τούρκος πρόεδρος δεν μπορεί να πλέον να βασίζεται στη σχέση αυτή. Η Γερμανίδα καγκελάριος ολοκληρώνει τη θητεία της σε ένα χρόνο από τώρα και ήδη, στους κύκλους της γερμανικής πολιτικής σκηνής, έχει γίνει μια μικρή αλλά αντιληπτή μεταβολή ως προς την αντιμετώπιση των διμερών σχέσεων με την Άγκυρα. Αυτό θα μπορούσε, σε μεταγενέστερο στάδιο, να οδηγήσει και σε αλλαγή της Γερμανικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία, ειδικά αν ο Τούρκος πρόεδρος επιμείνει να εμπλέκει το Βερολίνο σε διεθνείς διενέξεις.

Η στρατηγική που ακολουθούσε μέχρι σήμερα η Μέρκελ, έστειλε στον Ερντογάν το επικίνδυνο μήνυμα ότι μπορεί να πράττει όπως επιθυμεί χωρίς να υπάρχουν συνέπειες και, πάνω απ’ όλα, του έδειξε ότι η Γερμανία και η ΕΕ είναι έτοιμες να υποκύψουν στον πολιτικό του εκβιασμό. Υπενθυμίζεται ότι η Μέρκελ ήταν αυτή που σχεδίασε την συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας το 2016 για το προσφυγικό, προσπαθώντας έτσι να σταματήσει τις προσφυγικές ροές έναντι μεγάλου οικονομικού ανταλλάγματος.

Αυτό που θα πληρώσει μακροπρόθεσμα ο Ερντογάν δεν είναι οι πολιτικές του περιπέτειες, αλλά η υπό κατάρρευση τουρκική οικονομία και η πτώση της λίρας. Το μέγεθος των τουρκικών οικονομικών προβλημάτων είναι τόσο μεγάλο, που ξεπερνά τις δυνατότητες και την διάθεση της απερχόμενης καγκελαρίου για παροχή βοήθειας στην Τουρκία. Η τελευταία απόπειρα της Μέρκελ να σώσει τον Τούρκο προστατευόμενο της, θα είναι η προσπάθεια διατήρησης της τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας,  ώστε η Άγκυρα να έχει πρόσβαση σε οικονομικά οφέλη.

Μετάφραση: Νίκος Χριστοφορίδης

besacenter.org

σχετικά άρθρα