Weather Icon
Ευρωπαϊκή Ένωση , Τουρκία 30 Νοεμβρίου 2020

Η ωραία κοιμωμένη… των Βρυξελών

Η ωραία κοιμωμένη… των Βρυξελών

Γράφει ο Γεώργιος Μουρουζίδης*

Το τουρκικό ισλαμικό κόμμα Ανάπτυξης και Δικαιοσύνης (AKP) του Ερντογάν, το οποίο ανέλαβε την διακυβέρνηση της Τουρκίας το 2002, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως μία εναλλακτική μορφή των αραβικών ισλαμικών πολιτικών κινημάτων του τύπου Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Τo AKP εφάρμοσε συστηματικά και μεθοδικά πολιτικές σχεδιασμένες στην επαναφορά του ισλαμικού χαρακτήρα της Τουρκίας. Το πολιτικό σύστημα της χώρας, μετακινήθηκε ακόμα περισσότερο προς τον αυταρχισμό, ακολουθώντας την κυρίαρχη προσωπικότητα του Ερντογάν, με μία βιτρίνα κοινοβουλευτισμού, αλλά και ενισχύοντας συνταγματικά τον ρόλο της Τουρκικής προεδρίας με την παράλληλη υποβάθμιση άλλων θεσμών (π.χ., δικαστηρίων και δικαιοσύνης). Ταυτόχρονα, η Τουρκία επιχειρεί διαρκώς να ενισχύσει τη θέση της στο διεθνές και περιφερειακό σύστημα – με συνεχείς αναφορές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η δυνατότητα μεγαλύτερης ελευθερίας των κινήσεων στην εξωτερική της πολιτική, μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, σε συνδυασμό με τις τάσεις απομονωτισμού των Η.Π.Α, και την αμυντική ανυπαρξία της Ευρώπης, επέτρεψαν τον φιλόδοξο τούρκο πρόεδρο να επενδύσει στην μετατροπή της χώρας του σε περιφερειακή δύναμη.

Η Τουρκία στοχεύει στην περιφερειακή ηγεμονία, με την αμφισβήτηση και την υπονόμευση της υπάρχουσας πολιτικής τάξης, στο Αιγαίο, στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο. Εμφανίζει έντονη δραστηριότητα στις μουσουλμανικές χώρες, επιδιώκοντας ηγετικό ρόλο. Ανέπτυξε στρατιωτικές βάσεις στη Λιβύη, στο Ιράκ, στη Συρία, στο Κατάρ, στη Σομαλία και τελευταία στο Αζερμπαϊτζάν. Αμφισβητεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Διεκδικεί Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) σε βάρος της ελληνικής και κυπριακής ΑΟΖ, και θαλάσσια σύνορα με την «κεντρική κυβέρνηση» της Λιβύης. Αμφισβητεί τα σχέδια για την μεταφορά φυσικού αερίου από το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή αγορά. Επενέβη στρατιωτικά στη Λιβύη, εποφθαλμιώντας τα πλούσια ενεργειακά της αποθέματα και ελπίζοντας να ελέγξει πλήρως τις ακτές της, προκειμένου να αποκτήσει έναν επιπλέον μοχλό πίεσης απέναντι στην Ε.Ε. Επιδιώκει να εδραιώσει την επιρροή της στον Λίβανο και τη Γάζα, καθώς επίσης και να ενισχύσει τα πολιτικά της ερείσματα στα Βαλκάνια, που κάποτε ήταν υπό οθωμανική κυριαρχία. Απειλεί την Ελλάδα και την Ευρώπη με όπλο τις μεταναστευτικές ροές, ενώ επιχειρεί να εμφανιστεί ως η προστάτιδα δύναμη των μουσουλμάνων στην Ευρώπη, με απώτερο σκοπό να αποκτήσει σταθερούς συμμάχους σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Παρά τις πατροπαράδοτες δηλώσεις της για το αντίθετο, η Τουρκική κυβέρνηση, μέσω της Τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙΤ, από το 2012, έχει ενεργό συνεργασία με εξτρεμιστικές Ισλαμικές οργανώσεις και τα μέλη τους, συμπεριλαμβανομένων και μαχητών του Ισλαμικού Κράτους (π.χ., χρήση τέτοιων ομάδων και μαχητών εναντίον των Συρίων Κούρδων στην Τουρκική στρατιωτική εισβολή της Β. Συρίας τον Οκτώβριο 2019, μεταφορά τέτοιων μαχητών από Συρία προς την Λιβύη για την ενίσχυση της «κεντρικής κυβέρνησης», παρόμοια μεταφορά προς Αζερμπαϊτζάν κατά την διάρκεια των πρόσφατων εχθροπραξιών του Σεπ-Νοε 2020 στον θύλακα Ναγκόρνο-Καραμπάχ). Η ίδια η Τουρκία και τα κυβερνητικά της όργανα επωφελήθηκαν οικονομικά από την εισαγωγή πετρελαίου από πετρελαιοπηγές, οι οποίες προσωρινά είχαν περιέλθει υπό τον έλεγχο του Ισλαμικού Κράτους στην Συρία στο παρελθόν. Ακόμα η συστηματική πολιτική καταδίωξη Τούρκων υπηκόων της Κουρδικής εθνότητας και η συστηματική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους στο εσωτερικό της Τουρκίας, χαρακτηρίζουν την ποιότητα του πολιτικού της συστήματος.

Οι πολιτικές αλλαγές στην Τουρκία αντικατοπτρίζουν τις μακροπρόθεσμες τάσεις στην τουρκική κοινωνία και στην εξωτερική πολιτική, οι οποίες δεν θα εκλείψουν ακόμη και όταν τελειώσει η εποχή του Ερντογάν. Η τουρκική ελίτ κατάφερε να διαχωρίσει την πολιτική στάση της τουρκικής κοινωνίας από αυτή του Ερντογάν, απέναντι στη Δύση, προκειμένου να συντηρήσει την πιθανότητα βελτίωσης των σχέσεων μιας μελλοντικής κυβέρνησης, αποτελούμενη από μετριοπαθή στοιχεία.
Ο πληθυσμός της Τουρκίας ανέρχεται στα 84 εκατομμύρια (δεύτερη χώρα μετά την Αίγυπτο στην περιοχή), το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα το 2019 ήταν 754,4 δισεκατομμύρια δολάρια, γεγονός που την κατατάσσει στους G-20. Επιπλέον, η γεωγραφική της θέση την καθιστά σημαντικό και διαφιλονικούμενο σύμμαχο μεταξύ Δύσης και Ρωσίας.

Η Δύση οφείλει να αναζητήσει εκείνα τα εργαλεία που θα επιβάλουν τον περιορισμό των φιλοδοξιών της τουρκικής ηγεσίας. Το πιο αποτελεσματικό εργαλείο σχετίζεται προφανώς με την οικονομία, η οποία αποτέλεσε την πηγή της δύναμης του Ερντογάν και η οποία τελικά εξελίχθηκε στην Αχίλλειο πτέρνα του. Στόχος των μέτρων είναι να αποτραπεί η απειλή για ζωτικά δυτικά συμφέροντα και για τους εταίρους της Δύσης στην περιοχή. Η διπλωματική δραστηριότητα στο τουρκικό ζήτημα πρέπει να επικεντρωθεί κυρίως στην Ουάσινγκτον, επιδιώκοντας να αξιοποιήσει τις ΗΠΑ (τόσο τη διοίκηση όσο και το Κονγκρέσο) στην προσπάθεια περιορισμού του Ερντογάν, ιδιαίτερα τώρα στην μετά-Τραμπ εποχή.

Είναι επίσης σημαντικό να ευαισθητοποιηθεί η χειμαζόμενη Ευρωπαϊκή Ένωση, απέναντι στην προβληματική συμπεριφορά της Τουρκίας. Δυστυχώς η Ε.Ε δεν αποτελεί στρατηγικό παράγοντα, παρά την ικανότητά της να επιφέρει οικονομικό πλήγμα στην Τουρκία. Οι Βρυξέλλες διχασμένες ανάμεσα σε αντίθετες επιδιώξεις και οικονομικά συμφέροντα συναλλαγών και εμπορίου των μελών της έναντι της Τουρκίας, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο σχεδιασμό αποτελεσματικής πολιτικής για τον έλεγχο της Τουρκικής επιθετικότητας. Η πρόσφατη λεκτική καταδίκη της Άγκυρας, από την Ε.Ε, για το άνοιγμα των Βαρωσίων, δεν φαίνεται να ενόχλησε τον Ερντογάν.

Τα αμφισβητούμενα από τον εν δυνάμει τουρκικό αναθεωρητισμό κράτη με κοινά συμφέροντα εθνικής ασφαλείας, έχουν δυνατότητες να σταματήσουν τις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Αίγυπτος, η Ελλάδα, η Κύπρος, το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οφείλουν να συνεργαστούν για την από κοινού αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας. Αυτό μπορεί αποτελεσματικότερα να επιτευχθεί, σε συντονισμό με τα μέτρα που έχει λάβει η Γαλλία, η οποία διεξάγει έντονη διπλωματική εκστρατεία και αυξάνει την στρατιωτική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και τις αμυντικές σχέσεις της με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Οι ενέργειες της Τουρκίας απειλούν την σταθερότητα της περιοχής. Οι επιπτώσεις της ενίσχυσης του τουρκικού οπλοστασίου και του επιθετικού της δόγματος, πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά. Οι εξελίξεις στον τουρκικό πυρηνικό τομέα και η τεχνολογική αμυντική συνεργασία της Τουρκίας με το Πακιστάν (μιας χώρας που έχει συμβάλει στην εξάπλωση τεχνογνωσίας πυρηνικών όπλων), πρέπει να παρακολουθούνται επίσης προσεκτικά. Η Ε.Ε δεν έχει άλλα περιθώρια, είναι καιρός να αφυπνισθεί. Είναι υποχρεωμένη από το μέλλον του πολιτισμού της, να καταστήσει σαφή τη δέσμευσή της, να υπερασπιστεί τα νομικά δικαιώματα των μελών της – Ελλάδας και Κύπρου. Είναι απαραίτητο να αποφασίσει και να γνωστοποιήσει χωρίς περιστροφές στην Άγκυρα, τις κυρώσεις που θα της επιβάλει άμεσα, εάν αυτή δεν εγκαταλείψει την πολιτική υπονόμευσης της κοινής ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Η Τουρκία εφαρμόζει πολιτική ισχύος, και μόνο μια αποφασιστική και ενωμένη Δυτική αντίδραση, θα την αποτρέψει από προκλήσεις περαιτέρω αναταραχών στις ιδιαίτερα ευαίσθητες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

*Ανώτατος αξιωματικός ε.α.

σχετικά άρθρα