Weather Icon

Γεωπολιτική vs Γεωοικονομίας; – Ανάγκη για Plan B της Δύσης στη Γωνιά μας;

Γεωπολιτική vs Γεωοικονομίας; – Ανάγκη για Plan B της Δύσης στη Γωνιά μας;

Γράφει ο Σταύρος Κουτρής

Για αιώνες η αγγλοσαξωνική προσπάθεια (στην αρχή η Βρετανική Αυτοκρατορία και ακολούθως οι διάδοχές της ΗΠΑ) ήταν να δημιουργήσουν μια ζώνη αποκλεισμού της Ρωσίας/Σοβιετικής Ένωσης από τις θερμές θάλασσες. Ο αποκλεισμός αυτός είχε έννοια πολιτική και οικονομική με τους δύο αυτούς παράγοντες να αλληλοεπηρεάζονται. Το εάν η Πολιτική επεβάλλετο στην Οικονομία ή το αντίθετο είναι ένα μεγάλο ακαδημαϊκό θέμα και συζητείται όλο και πιο έντονα στις δυτικές κοινωνίες. Η τοποθέτηση επί αυτού εκφεύγει του παρόντος. Είναι πάντως φανερό ότι οι πολιτικές των χωρών στη διεθνή σκηνή περιλαμβάνουν μέτρα πολιτικά, οικονομικά, διπλωματικά και στρατιωτικά για να επηρεάσουν το περιβάλλον συμφερόντων τους.

Μετά τον Β’ΠΠ δημιουργήθηκε με τη σύμπηξη 3 συμμαχιών που οι παλαιότεροι θα θυμούνται, των NATO (North Atlantic Treaty Organisation, 1949-μέχρι τώρα), CENTO (Central Treaty Organisation, 1955-1979) και SEATO (Southeast Asia Treaty Organisation, 1954-1977). Στην πορεία οι δύο εξ αυτών έπαυσαν τη λειτουργία τους, αλλά οι στρατηγικές επιδιώξεις παρέμειναν σταθερές και υπηρετούντο με διάφορες πολιτικές. Μέχρι την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ ο Κόσμος παρουσίαζε μια “απλότητα” με την επικράτηση του διπολισμού.

Κομβικός γεωπολιτικός χώρος σε αυτή την αντιπαράθεση αποτελούσε η γεωγραφική ενότητα Ελλάδας και Τουρκίας. Η κάθε χώρα παρουσιάζει συμπληρωματικά αλλήλων γεωπολιτικά πλεονεκτήματα. Στην πράξη δεν μπορείς να υπολογίζεις στον έναν χωρίς τον άλλο. Γι’ αυτούς τους λόγους λοιπόν και ο Αγγλοσαξωνικός παράγων έδινε τόση μεγάλη σημασία στην «ηρεμία» του χώρου με την αποφυγή συγκρούσεων μεταξύ των δυο χωρών, παρότι από την πρώτη στιγμή δημιουργήθηκαν σοβαρές τριβές μεταξύ τους με αφορμή το Κυπριακό.

Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου, όταν τη δεκαετία του ’50 έβαλε την Τουρκία στο Κυπριακό για να αντιμετωπίσει το Ενωτικό κίνημα των Ελλήνων Κυπρίων, εξυπηρετώντας μεν τα δικά της πρόσκαιρα συμφέροντα, δυναμιτίζοντας όμως τη ΝΑ πτέρυγα του νεοσυσταθέντος τότε ΝΑΤΟ. Κατά περίπτωση ο αγγλοσαξωνικός παράγοντας πίεζε πότε τη μία πότε την άλλη πλευρά, για να επιτύχουν αυτή την τεχνητή «ηρεμία».

Η κατάσταση διαφοροποιήθηκε σοβαρά μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 και τη σταδιακή και συνεχή επί 40 χρόνια αναβάθμιση των Τουρκικών διεκδικήσεων εις βάρος των Ελληνικών συμφερόντων. Η Ελλάδα βρέθηκε από τη μια να αντιμετωπίζει μόνη έναν όλο και ισχυροποιούμενο αντίπαλο και από την άλλη να αντιμετωπίζει τα Δυτικά γεωπολιτικά συμφέροντα, που δεν επέτρεπαν την καταδίκη της Τουρκικής συμπεριφοράς.

Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες στη διεθνή σκηνή παρουσιάζονται διάφοροι πόλοι που προσπαθούν να απεμπλακούν από την “κλασική” μέχρι σήμερα δυναμική των μεγάλων δυνάμεων και να ικανοποιήσουν τα στρατηγικά τους συμφέροντα και διεθνείς φιλοδοξίες. Η Τουρκία είναι ένας από αυτούς τους διεθνείς παράγοντες που σταδιακά αναπτύσσει και παρουσιάζει τάσεις αυτονόμησης και περιφερειακής κυριαρχίας. Συγκεκριμένα η συμπεριφορά της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια πήρε τα παρακάτω κύρια χαρακτηριστικά:

Στην πολιτική ελίτ δημιουργείται μεγαλοϊδεατική γεωστρατηγική η οποία ενσταλάζεται στο κοινωνικό σώμα. Το ένδοξο ιστορικό παρελθόν, το μεγαλείο του Τουρκικού Έθνους, η “ευγενής” αποστολή επιστροφής στα παλαιά Οθωμανικά εδάφη, η κατάκτηση με το ξίφος δημιουργεί δικαιώματα και άλλα τέτοια επιχειρήματα προσπαθούν να διαμορφώσουν το εσωτερικό κοινωνικό “μέτωπο” που θα αποδεχθεί την μεγαλοϊδεατική στρατηγική ως εθνική επιταγή.

Προσπαθεί να αναλάβει ρόλο περιφερειακής δύναμης και υιοθετεί συγκρουσιακή προσέγγιση με τις παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις, όταν τα συμφέροντά της το απαιτούν (γεωστρατηγική).

Απομακρύνεται από τη Δύση, υιοθετώντας δικό της πολιτικοκοινωνικό μοντέλο και μάλιστα βαθαίνει τη διαφοροποίηση αυτή, δημιουργώντας αντιδυτικές ρίζες στο κοινωνικό σώμα. Έχουν αναπτυχθεί σημαντικές αντιδυτικές ομάδες, όπως οι Ισλαμιστές, οι Εθνικιστές και οι Ευρασιατιστές, με διαφορετική πολιτική θεώρηση και επιδιώξεις που κατά περίπτωση συμμαχούν μεταξύ τους στη χάραξη της στρατηγικής,

Οι αντιδυτικές πολιτικές ομάδες θέλουν να αγνοούν τις στενότατες οικονομικές σχέσεις της Τουρκίας με τη Δύση και κυρίως με τις χώρες της ΕΕ και αυτές τις οικονομικές διασυνδέσεις δεν τις βλέπουν ως γέφυρα συνεργασίας και προώθησης της ειρηνικής συμβίωσης, αλλά ως μέσον πολιτικής επιρροής προς τη Δύση, για την επίτευξη των Τουρκικών στρατηγικών επιδιώξεων (γεωοικονομία).

Αυξάνει τις επαφές της με εξτρεμιστικά μουσουλμανικά στοιχεία.

Επιδιώκει την κυριαρχία της στον μουσουλμανικό κόσμο.

Αυτή η κατάσταση δημιουργεί σοβαρές αναταράξεις στις δομές εξουσίας των δυτικών κρατών. Όλο και περισσότεροι φορείς στη Δύση αντιλαμβάνονται ότι κατά πάσα πιθανότητα η Τουρκία χάνεται, αν δεν έχει χαθεί ανεπιστρεπτί, από τους ευρύτερους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της Δύσης. Με τις ενέργειές της δείχνει να προσανατολίζεται προς άλλες κατευθύνσεις και να δημιουργεί γεωπολιτική «τρύπα» για τα συμφέροντά τους.

Η Τουρκική συμπεριφορά προκαλεί αντιδράσεις ακόμη και σε ομόθρησκα κράτη της Μέσης Ανατολής. Το μεγάλο ερώτημα που δημιουργείται είναι εάν το πρόβλημα είναι ο Ερντογάν, οπότε η πιθανή αντικατάσταση του θα λύσει το πρόβλημα και η Δύση απλά πρέπει να κάνει υπομονή, ή η δια η στρατηγική στροφή της Τουρκίας, οπότε η λύση είναι στην αλλαγή της στρατηγικής της Δύσης απέναντι στην χώρα.

Οι εμπορικές συναλλαγές με τα κράτη της ΕΕ και της Αμερικής, οι Δυτικές επενδύσεις σε διάφορους τομείς της Τουρκικής οικονομίας και τα δάνεια που η Τουρκία έχει εξασφαλίσει από Δυτικά κράτη και τράπεζες έχουν δημιουργήσει ένα πλέγμα οικονομικής αλληλεξάρτησης που αντί να φέρνει τα κράτη κοντά το ένα, σύμφωνα με τους θιασώτες μιας θεωρίας, φαίνεται ότι από την πλευρά της Τουρκίας χρησιμοποιείται εκβιαστικά προς τα Δυτικά κράτη.

Συγκρούεται λοιπόν η γεωπολιτική με τη γεωοικονομία; Προσωπικά τολμώ να ισχυριστώ πως όχι.
Στην γεωοικονομία ο τουρκικός εκβιασμός μπορεί να αντιστραφεί σε Δυτική οικονομική πίεση την οποία δεν αντέχει η Τουρκία. Οι αντοχές της είναι πολύ μικρότερες απ’ ότι της Δύσης. Εάν ληφθεί η πολιτική απόφαση η Τουρκία θα γονατίσει.

Στην γεωπολιτική πώς μπορεί να καλυφθεί το δημιουργούμενο κενό; Η Γεωγραφία με την κατάλληλη Πολιτική υποδεικνύει μια λύση. Η παλιά ζώνη αποκλεισμού των Βορείων μπορεί να μετεξελιχθεί σε μια ζώνη προστασίας έναντι της μεγαλοϊδεατικής Τουρκίας η οποία μετατοπιζομένη νοτιότερα αφήνει αναγκαστικά έξω την Τουρκία και περιλαμβάνει την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία, το Ισραήλ και όλο και περισσότερες Αραβικές χώρες (Αίγυπτο, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Ιορδανία κ.α.).

Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει το δυτικό γεωπολιτικό Plan B στην περιοχή μας. Με ένα τέτοιο σχέδιο αλλάζουν τα δυναμικά στο Κυπριακό, παύει η οιανδήποτε υποστήριξη της Τουρκίας σε διχοτομικού τύπου επεξεργασίες και γίνεται εφικτή μια λύση που θα εξασφαλίζει τα δικαιώματα όλων των Κυπρίων χωρίς να μετατρέπει μια ανεξάρτητη χώρα, την Κυπριακή Δημοκρατία, σε τουρκικό προτεκτοράτο.

Επίσης καθίστανται δύσκολα εφαρμόσιμα τα τουρκικά αναθεωρητικά μεγαλοϊδεατικά οράματα της “Γαλάζιας Πατρίδας” σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

Από γεωστρατηγικής πλευράς δημιουργείται για άλλη μια φορά ένα εξαιρετικό παράθυρο ιστορικής ευκαιρίας σύμπλευσης των Ελληνικών συμφερόντων με τα Δυτικά, αλλά και με τα αραβικά, ανάλογο με αυτό του Α΄ΠΠ, το οποίο ο Βενιζέλος εκμεταλλεύτηκε τότε για να υλοποιήσει τα εθνικά οράματα.

Η Αγγλική βέβαια «βροντώδης» και ασυνήθιστη αφωνία στα γεγονότα του τελευταίου οκταμήνου στην περιοχή μας εκπλήσσει. Οι πρόσφατες όμως Αμερικανικές κινήσεις δείχνουν να κατανοούν τις αλλαγές στο γεωστρατηγικό πεδίο.

Μπορούμε να υιοθετήσουμε, να υποδείξουμε και να στηρίξουμε ένα τέτοιο σχέδιο;

Το κείμενο του Σταύρου Κουτρή δημοσιεύθηκε στην “Εθνική Ηχώ” τεύχος Οκτ. 2020

*Ο Σταύρος Κουτρής είναι αντιστράτηγος ε.α. και Πρόεδρος της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού

σχετικά άρθρα