REAL TIME |

Weather Icon

Αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν

Αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν

Μάριος Πούλλαδος

Ο αποκεφαλισμός του Γάλλου καθηγητή ιστορίας Samuel Paty από έναν φανατικό ισλαμιστή στο Παρίσι, εξαιτίας της παρουσίασης ενός σκίτσου του Προφήτη Μωάμεθ, προκάλεσε αποτροπιασμό στη Δύση, αλλά και αναταραχή-οργή στον μουσουλμανικό κόσμο. Υπενθυμίζεται ότι πριν από περίπου πέντε χρόνια το γαλλικό σατιρικό περιοδικό Charlie Hebdo δημοσίευσε πρωτοσέλιδο με τον Μωάμεθ, με αποτέλεσμα την επίθεση από τρομοκράτες τζιχαντιστές με 12 νεκρούς. Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι, γιατί οι Μουσουλμάνοι δεν αποδέχονται τη σάτιρα και με απεικόνιση του Προφήτη του Ισλάμ; Τι ακριβώς ισχύει για τις άλλες θρησκευτικές παραδόσεις, την αρχαιοελληνική, τον Χριστιανισμό, τον Ιουδαϊσμό και τον Ινδουισμό;

Η «θεϊκή» τέχνη των Ελλήνων

Η κλασική τέχνη των Ελλήνων χαρακτηρίζεται από έντονα στοιχεία ανθρωπομορφισμού, γεγονός που ήταν απαραίτητο στην έμπνευση και καλλιτεχνική απόδοση των θεοτήτων. Οι 12 ολύμπιοι θεοί, καθώς και όλες οι άλλες εκατοντάδες θεότητες είχαν στη σκέψη των Ελλήνων ανθρώπινη υπόσταση. Όπως το εξήγησε ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος Φρίντριχ Χέγκελ, οι θεοί συλλαµβάνονταν και αναπαριστάνονταν κατ’ εικόνα ανθρώπων. Από την άλλη, υπάρχει και η προσέγγιση του Γάλλου ιστορικού ανθρωπολόγου Ζαν-Πιέρ Βερνάν, που υποστήριζε ότι στην αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων το ανθρώπινο σώµα φάνταζε, όταν ήταν στο άνθος της νεότητάς του, ως είδωλο ή αντανάκλαση του Θείου. Η αναπαράσταση ενός θεού για τους Έλληνες δεν απείχε από την αναπαράσταση ενός εξαιρετικού αθλητή. Αξιομνημόνευτο παράδειγμα, η αθλητοπρεπής αναπαράσταση του χάλκινου αγάλματος του Δία ή Ποσειδώνα, που βρέθηκε στον βυθό κοντά στο ακρωτήριο Αρτεμίσιο της Εύβοιας και κρατούσε κάποτε τον κεραυνό του Δία ή την τρίαινα του Ποσειδώνα.

Πηγή έμπνευσης για την παραγωγή από τους Έλληνες της κορυφαίας μορφής τέχνης ήταν, ασφαλώς, η κοσμογονία, η μυθολογία, οι περιπέτειες και τα πάθη των θεών-ηρώων. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός υπήρξε από τους πρωτοπόρους στην παρουσίαση των ιδεωδών του σε καλλιτεχνικές απεικονίσεις και μορφές.

Πιο συγκεκριµένα, ο Hegel, όπως σημειώνει στο βιβλίο του «Τέχνη και Πολιτισµός στην Αρχαία Ελλάδα» ο Κώστας Παπαϊωάννου, υποστήριξε πως «η τέχνη ήταν η ανώτερη µορφή µέσα από την οποία ο λαός παριστούσε τους θεούς και αποκτούσε συνείδηση της αλήθειας. Γι’ αυτό οι καλλιτέχνες και ποιητές της Ελλάδας είχαν γίνει οι δηµιουργοί των θεών τους, δηλαδή οι καλλιτέχνες προσέφεραν στο έθνος τους µια συγκεκριµένη παράσταση της ζωής και των πράξεων των θεών, και στη θρησκεία ένα συγκεκριµένο περιεχόµενο».

Η σχέση της θρησκείας των Ελλήνων και της τέχνης ήταν ουσιαστικά αμφίδρομη, καθώς η τέχνη αφενός διαμόρφωσε τη θρησκεία και αφετέρου ο κύριος σκοπός της πρώτης είναι να υπηρετεί τη δεύτερη.

*Η φράση στον τίτλο από την Ομήρου Ιλιάδα (Ραψωδία Γ, 158), αναφέρεται στην Ωραία Ελένη και συνοψίζει σε ένα βαθμό την αξεπέραστη τέχνη των Ελλήνων. Ο Όμηρος εδώ, χωρίς να δίνει κανένα εξωτερικό χαρακτηριστικό της Ελένης, μας υποδεικνύει πόσο πραγματικά «με τις αθάνατες θεές φρικτά μοιάζει στην όψη» . Έτσι αφήνει τον καθένα μας να την πλάσει στο μυαλό του όπως η φαντασία του θέλει, με τρόπο που η ομορφιά να τείνει στο άπειρο.

Χριστιανική παράδοση

Στον Χριστιανισμό, η απεικόνιση του Ιησού Χριστού, της Παναγίας και των Αποστόλων-Αγίων λειτουργεί περισσότερο ως βοήθημα για τη θρησκευτική πρακτική και τη συνέχιση, τη διαιώνιση της θρησκευτικής παράδοσης, παρά ως αντανάκλαση όλων των αρετών του Θεού.

Ακολουθώντας σε κάποιο βαθμό τη βιβλική παράδοση η χριστιανική Εκκλησία αποκήρυξε τόσο την κατασκευή «ειδώλων» του Θεού όσο και τη λατρεία τους. Ωστόσο, παρά την ιστορικά κρίσιμη περίοδο της εικονομαχίας – εικονολατρίας στο Βυζάντιο, η αρνητική στάση απέναντι στα είδωλα δεν σήμαινε απόρριψη της οπτικής επικοινωνίας με το Θείο. Επί της ουσίας η Εκκλησία αρνήθηκε να λατρέψει έναν θεό «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» του ανθρώπου – πλασμένο από την ανθρώπινη σκέψη και φαντασία.

Όπως σημειώνεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Τόμος Θ), που εξέδωσε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στα 1853, «μετά τις έντονες διενέξεις που κράτησαν έναν περίπου αιώνα αποφάσισε να αποδεχθεί και να καθιερώσει τη φυσική κι αυθόρμητη κίνηση των πιστών να εικονίζουν τον Θεό και τους αγίους του. Είναι αλήθεια ότι με την πάροδο του χρόνου δεισιδαίμονες προλήψεις συνδέθηκαν με την προσκύνηση των εικόνων. Πιστοί των λαϊκότερων κυρίως στρωμάτων και μοναχοί αφελείς και απαίδευτοι απέδιδαν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στην προστατευτική δύναμη όχι πια του εικονιζόμενου προσώπου, αλλά του ίδιου του αντικειμένου, της φορητής εικόνας, τελώντας παράλογες πράξεις που θύμιζαν ειδωλολατρία. Έτσι, κατά τη βάπτιση έφερναν την εικόνα στη θέση του αναδόχου, έπαιρναν από το χρώμα της ξύσμα, το οποίο αναμείγνυαν στη Θεία Μετάληψη ή το μεταχειρίζονταν για θεραπευτικούς σκοπούς».

Για το ίδιο θέμα, ο Ιωάννης Δαμασκηνός στο έργο του «Προς τους διαβάλλοντας τας ιεράς εικόνας», αναφέρει: «Εάν κατασκευάζαμε την εικόνα του αόρατου Θεού, πράγματι θα αμαρτάναμε· γιατί είναι αδύνατο να εικονιστεί το ασώματο, το ασχημάτιστο, το αόρατο, το απερίγραπτο. Εάν κατασκευάζαμε εικόνες ανθρώπων και τις θεωρούσαμε θεούς και τις λατρεύαμε ως θεούς, πράγματι θα ασεβούσαμε. Αλλά δεν κάνουμε τίποτα από αυτά. Εφόσον, όμως, ο Θεός από απερίγραπτη αγαθότητα σαρκώθηκε και εμφανίστηκε στη γη με σάρκα και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους και πήρε φύση, όγκο, σχήμα και χρώμα ανθρώπινο, όταν εμείς τον εικονίζουμε, δεν σφάλλουμε γιατί λαχταρούμε να βλέπουμε τη μορφή Του. Όπως λέει ο θείος απόστολος, ‘‘προς το παρόν βλέπουμε τον Θεό θαμπά κι αινιγματικά σαν μέσα από καθρέφτη’’. Η εικόνα είναι αυτός ο καθρέφτης και το αίνιγμα που μπορούν να αντικρίσουν τα μάτια του σώματός μας».

Η τιμωρία στο Ισλάμ

Το Ισλάμ, η θρησκεία που επικράτησε και επεκτάθηκε στη Μέση Ανατολή κατά τον 7ον και 8ον αιώνα, στάθηκε εξαιρετικά αυστηρή στο θέμα των εικόνων, σε υπέρτερο βαθμό σε σχέση με τον Χριστιανισμό. Οι εικόνες και αναπαράσταση του ίδιου του Προφήτη Μωάμεθ απαγορεύτηκαν τελείως. «Όποιος ζωγραφίζει εικόνες θα τιμωρηθεί την Ημέρα της Ανάστασης και θα του ζητηθεί να δώσει ζωή σε αυτά που έχει δημιουργήσει», αναφέρει η διήγηση της Αϊσέ σε μιαν από τις Χαντίθ, φράση που επικρέμαται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τη συνείδηση των μωαμεθανών.
Στον Ισλαμισμό, ο Μωάμεθ θεωρείται ο φορέας της Αποκάλυψης του Θεού και αυτό αποκλείει κάθε μορφή αναπαράστασης ή απεικόνισης του προσώπου του. Υπήρξαν ωστόσο σπάνιες εξαιρέσεις, κυρίως στην οθωμανική και περσική παράδοση, όπου εντοπίζεται εικονογράφηση του Προφήτη από καλλιγράφους και διακοσμητές οι οποίοι αποτόλμησαν να αναπαραστήσουν το πρόσωπο του Προφήτη.

Σε γενικό πλαίσιο, ωστόσο, ως αποτέλεσμα της ασυμβίβαστης εχθρότητας του Κορανίου προς κάθε μορφή ειδωλολατρίας, επηρεάστηκε σοβαρά η ισλαμική τέχνη που περιόρισε την ενασχόλησή της με την απεικόνιση των προσώπων. Μέσα από αυτό το πρίσμα μπορεί κάποιος να εξηγήσει τις πράξεις βανδαλισμού και πολιτισμικής γενοκτονίας, στις οποίες προέβησαν τα προηγούμενα χρόνια οι Ουαχαμπίτες ισλαμιστές του ISIS, όταν κατέστρεφαν τα ιστορικά αγάλματα στην Παλμύρα της Συρίας. Aυτή ουσιαστικά η σέχτα του Ισλάμ θεωρούσε τους υπόλοιπους μουσουλμάνους ως ειδωλολάτρες και «άπιστους», οι οποίοι μαζί με την «αμαρτωλή» Δύση έπρεπε να εξοντωθούν.

Το φως του Ιουδαϊσμού

«Δεν θα κατασκευάσεις για σένα είδωλα και κανενός είδους ομοίωμα, που να αντιπροσωπεύει οτιδήποτε βρίσκεται ψηλά στον ουρανό ή εδώ κάτω στη γη ή μέσα στα νερά, κάτω απ’ τη γη. Δεν θα τα προσκυνάς ούτε θα τα λατρεύεις, γιατί εγώ ο Κύριος, ο Θεός σου, είμαι Θεός που απαιτώ αποκλειστικότητα», αυτή είναι η θεμέλια λίθος, πάνω στην οποία βασίζεται ο Ιουδαϊσμός σε σχέση με την αναπαράσταση του Θείου. Ως θρησκευτικά σύμβολα στον Ιουδαϊσμό κυριαρχούν το αστέρι του Δαυίδ , όπως και η Επτάφωτη Λυχνία (Μενόρα). Σημαντικό στοιχείο στη θρησκεία αυτή είναι ουσιαστικά το φως. Όπως αναφέρει ο Μάικλ Κανιέλ στο έργο του «Η τέχνη του Ιουδαϊσμού»: «Μολονότι φως και φωτιά παίζουν σπουδαίο ρόλο στον Ιουδαϊσμό, ποτέ τους δεν έγιναν αντικείμενα λατρείας. Αλλά ο Θεός, ‘‘ο Δημιουργός των ουράνιων φωστήρων’’, ευλογείται καθημερινά γιατί χάρισε στον άνθρωπο τα ουράνια σώματα». Οι Εβραίοι θεωρούσαν τη φωτιά αντιπρόσωπο της θείας βούλησης και υπάρχει η ιδέα του ίδιου του Θεού σαν φωτιά που καίει. Ο Θεός εμφανίστηκε στον βοσκό Μωυσή σαν φλεγόμενη βάτος και στους προφήτες Ιεζεκιήλ και Δανιήλ με μορφή φωτιάς.

Ινδουισμός

Σύμφωνα με τον πρώην Αρχιεπίσκο Αλβανίας Αναστάσιο Γιανουλάτο στο έργο του «Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού», η ινδουιστική τέχνη είναι πλούσια και πολυποίκιλη και συνήθως διαπνέεται από πολύμορφο συμβολισμό. Όπως αναφέρει, η ινδουιστική πνευματική παράδοση στρέφει την προσοχή του λαού προς την αθέατη πλευρά της πραγματικότητας, προς το Υπερβατικό, και υπογραμμίζει την αιώνια και ασύγκριτη αξία του πνεύματος, αποσκοπώντας να προκαλέσει περισυλλογή και να οδηγήσει τον πιστό σε κοινωνία με το Θείο. Στον Ινδουισμό από τις τέχνες ιδιαίτερα άνθησε η αρχιτεκτονική. Σε στενό συνδυασμό με την αρχιτεκτονική, ως συμπλήρωμα και εξάρτημά της, αναπτύχθηκε η γλυπτική. Αμέτρητα αγάλματα, συνήθως ογκώδη, και άλλα γλυπτά κοσμούν τους ινδικούς ναούς και η διάθεση των καλλιτεχνών είναι κυρίως συμβολική.

Για την απόδοση των διαφόρων μορφών της ινδικής θεολογίας και μυθολογίας αξιοποιείται ο πηλός, το ξύλο, το μέταλλο, το κεραμίδι, κυρίως όμως η πέτρα Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ινδουιστικές θεότητες απεικονίζονται πάνω σε διάφορα ζώα: ο Σίβα στον ταύρο, ο Βίσνου στον ιερό αετό Γκαρούντα, η Ντέβι σε λιοντάρι.

Όπως αναφέρεται σε στίχους του Βισνού Σαμχίτα : «Δίχως μορφή, πώς μπορεί κανείς να αναλογιστεί τον Θεό; Ο νους του πού θα σταθεί; Όταν δεν υπάρχει τίποτα απ’ το οποίο να μπορεί να κρατηθεί ο νους, θα απομακρυνθεί από την περισυλλογή και θα πέσει σε μια κατάσταση νάρκης. Συνεπώς, ο σώφρων θα διαλογιστεί πάνω σε κάποια ορισμένη μορφή».

simerini.sigmalive.com

σχετικά άρθρα