Weather Icon
Απόψεις 27 Οκτωβρίου 2020

Το πελατολόγιο της Ελληνικής εκπαίδευσης

Το πελατολόγιο της Ελληνικής εκπαίδευσης

Στην Ελλάδα η παιδαγωγική ποιότητα είναι μια αξία, καιρό πια, συντετριμμένη κι αυτό δεν αποτελεί κάποιο σχήμα λεκτικής υπερβολής.

Στην χώρα μας, έχουν διατελέσει 29 Υπουργοί Παιδείας μέσα σε διάρκεια 46 ετών, αλφαριθμητικό δεδομένο το οποίο αντιστοιχεί σε 1.5 ,περίπου, χρόνο θητείας για κάθε έναν από τους διορισθέντες Υπουργούς. 29 υψηλόβαθμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Παιδείας, αφοσιωμένοι σε σταθερό πρόγραμμα «εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων». 46 χρόνια μετά κι η μοναδική «μεταρρύθμιση» που φαίνεται να συνέβη είναι αυτή της μετατροπής του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος σε ένα από τα καλύτερα, αφηρημένα φασόν μιας συγκεκριμένης παγκόσμιας ατζέντας.

Το «κακό» φαίνεται να ξεκίνησε όταν αδιαμαρτύρητα δεχθήκαμε να αντικαταστήσουμε έννοιες, που υπηρετούσαν τον ορισμό υψηλών αρετών, με ορισμούς και χαρακτηρισμούς διεκπεραιωτικής φύσεως, όπως την έννοια της «δημοκρατίας» με τον σημερινό «κοινοβουλευτισμό». Και, εν προκειμένω, μια παράγωγη στιγμή ήταν κι εκείνη που αποδεχθήκαμε να αντικαταστήσουμε την υψηλή αξία της «παιδαγωγικής» με αυτήν της «εκπαίδευσης». Τότε ήταν που συμφωνήσαμε να μη παράγουμε πλέον νέους εγκεφάλους στην υπηρεσία του κόσμου, αλλά κλωνοποιημένα εξαρτήματα και λοιπά γρανάζια μιας παγκόσμιας μηχανής στην υπηρεσία των λίγων. Τότε ήταν που διέφυγε των προτεραιοτήτων μας ο αληθινός ποιοτικός έλεγχος της παιδείας και κατ’ επέκταση της ποιότητας ζωής.

Ήδη από την ελληνική αρχαιότητα, ο Αριστοτέλης επεσήμανε τη διάκριση σε σχέση με «το ποιόν» για να τονίσει πως είναι ειδοποιός η διαφορά της ουσίας στα πράγματα, ενώ πρόσθεσε πως η ποιότητα είναι μια κατάσταση που διέπεται από τις αρχές τις ρευστότητας. Ταυτόχρονα, προέταξε δύο ειδών ποιότητες: αυτές που γίνονται αντιληπτές μέσω των αισθήσεων και εκείνες που έχουν ανεξάρτητη, σταθερή και καθολική ισχύ.

Από ποια είδους ρευστότητα όμως διέπεται στην Ελλάδα σήμερα η «ποιότητα» και δη η παιδαγωγική; Ποιες είναι οι αρχές για τη διασφάλιση της ουσίας στα πράγματα; Και το κυριότερο: ποιες είναι στ’ αλήθεια, για εμάς αυτές που έχουν ανεξάρτητη, σταθερή και καθολική ισχύ;

Στο σημείο αυτό ας αναφερθούμε και στον Gower, ο οποίος στα 1997 έγραφε πως: «Η ποιότητα είναι μια έννοια που ενώ χρησιμοποιείται κατά κόρον την τελευταία δεκαετία, και πάντως πολύ περισσότερο σε σχέση με παλαιότερα, εντούτοις, το περιεχόμενό της παραμένει ασαφές και συγκεχυμένο». Και ενόσω ο Gower δεν θα μπορούσε να έχει περισσότερο δίκιο σε αυτή του τη διαπίστωση, η ποιοτική ασάφεια στη ζωή αποτέλεσε τελικά τη νέα κανονικότητα των σύγχρονων κοινωνιών. Κι αυτή η κανονικότητα επιβλήθηκε κατ’ αρχήν δια μέσω της παιδείας.

Στην εποχή μας η έννοια της «ποιότητας ζωής» μάλλον δεν είναι και τόσο «ασαφής» τελικά, μιας που συνδέεται εξ ολοκλήρου με θέματα οικονομικής φύσης και δεν νοείται πλέον «ποιότητα» που να μην είναι συνυφασμένη με την ικανοποίηση των αναγκών του εκάστοτε «πελάτη». Η όποια ασάφεια, προκύπτει νομοτελειακά από την εναλλαγή των κυρίαρχων οικονομικών μοντέλων στην αγορά. Στην περίπτωση, επομένως, που λαμβάνεται και η παιδεία ως «προϊόν» οφείλει κι αυτή να έχει την αναμενόμενη απόδοση κι αν δεν την έχει, είναι αναγκασμένη να συμμορφωθεί στις απαιτήσεις του πελάτη.

Κάπως έτσι μοιάζει να εξηγείται και η «συμμόρφωση» των υψηλόβαθμων υπαλλήλων της ελληνικής παιδείας όλα τα προηγούμενα χρόνια μέχρι και σήμερα: με αφοσίωση στην ικανοποίηση του πελάτη. Κατά κανόνα, εκπαιδευτικοί και μαθητές μοιάζουν περισσότερο με υπαλλήλους ενός εμπορικού πρότζεκτ – μάνατζμεντ που απευθύνεται σε συγκεκριμένους πελάτες. Κι όσο είναι αναπόφευκτο να συνδέεται η εκπαίδευση με την αγορά εργασίας, τόσο ανεπίτρεπτο είναι να μη συνδέεται αυτή με τα πραγματικά οικονομικά συμφέροντα και τις γενικές ανάγκες ενός τόπου. Πάνω από μισό εκατομμύριο Έλληνες πολίτες, κυρίως νέα, μορφωμένα παιδιά, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό από την περίοδο της έναρξης της κρίσης. Και δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ο νυν πρωθυπουργός της χώρας μας, σε συνέντευξή του, παρότρυνε και τα υπόλοιπα παιδιά που εξακολουθούν να διαμένουν στην πατρίδα μας, να πράξουν το ίδιο.

Μα, τι συμβαίνει; Ποιος είναι, τέλος πάντων, ο πελάτης της ελληνικής εκπαίδευσης, αν όχι καταρχήν οι Έλληνες πολίτες;

Καθώς φαίνεται, στην περίπτωση μελέτης της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας αυτή μοιάζει πράγματι να λογοδοτεί σε ορισμένο πελατολόγιο κι αυτό δεν είναι άλλο από ένα συγκεκριμένο μιας παγκόσμιας ατζέντας που τη βομβαρδίζει διαρκώς με ψευδό – διλήμματα αποπροσανατολισμού, ενώ απομακρύνει τη σύνδεσή της με το αληθινό συμφέρον του τόπου. Η ελληνική εκπαίδευση αποτελεί έναν χρόνιο ασθενή νοσημάτων με το κυριότερο υποκείμενο νόσημά της να είναι αυτό που προκαλείται εξαιτίας ενός (ουσιαστικά) εγκάθετου πολιτικού συστήματος ξένων συμφερόντων, από το οποίο θα έπρεπε να είχε ήδη απαλλαγεί. Εντούτοις, το να απαλλαγεί κανείς από αυτό που τον κατέστησε άρρωστο, προϋποθέτει τα εξής βασικά: θα πρέπει να θέλει και θα πρέπει να μπορεί να θέλει.

Κι εδώ έρχεται το βασικότερο ερώτημα : Θέλουμε να μπορούμε;

Ιώ Δημαρά

σχετικά άρθρα