Weather Icon
Απόψεις , Γεωπολιτική 26 Οκτωβρίου 2020

Η Στρατηγική μας Τύφλωση

Η Στρατηγική μας Τύφλωση

Γράφει ο Δημήτριος Καρατζίδης

Ξεφυλλίζοντας ένα από τα πρώτα βιβλία στρατηγικής που μελέτησα, την «Εισαγωγή στη Στρατηγική» του στρατηγού Μπωφρ (Beaufre 1987), στάθηκα στους ελιγμούς της «αγκινάρας» και της «καταπόνησης». Αν και αφορούν στην «Έμμεση Στρατηγική» του Μπωφρ, αναλύοντάς τες, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε πως η Τουρκία εδώ και χρόνια, αργά αλλά σταθερά, συνεχίζει να ξεφλουδίζει την «αγκινάρα» των εθνικών κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, εφαρμόζοντας παράλληλα και τη λογική της «καταπόνησης» προκειμένου να κάμψει ευκολότερα τις τυχόν αντιστάσεις μας, με διαρκή τελικό στόχο να επιτύχει τους από ετών διακηρυγμένους εθνικούς στρατηγικούς της στόχους.

            Δυστυχώς στην Ελλάδα πάσχουμε από έναν αθεράπευτο «νομικισμό», ο οποίος δεν μας επιτρέπει εδώ και χρόνια να δημιουργήσουμε την απαιτούμενη «στρατηγική κουλτούρα» (Παναγιώτης Ήφαιστος), η οποία προϋποθέτει τη γνώση των θεμάτων της στρατηγικής και των διεθνών σχέσεων. Προκειμένου να προχωρήσω στην ανάλυσή μου και για να επικοινωνούμε με σαφήνεια, εκτιμώ ότι είναι απαραίτητο να παραθέσω εν συντομία ορισμένους βασικούς ορισμούς, ώστε το παρόν πόνημα απευθύνεται και σε μη ειδικούς σε θέματα στρατηγικής.

            Στρατηγική είναι η σύζευξη μέσων και σκοπών υπό το πρίσμα πραγματικής ή ενδεχόμενης σύγκρουσης. Στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής η στρατηγική συνίσταται στη σύζευξη μέσων και σκοπών ενός κράτους υπό την επίδραση του διεθνούς ανταγωνισμού, τόσο στην ειρήνη όσο και στον πόλεμο. Κομβικό σημείο αναφοράς είναι το τρίπτυχο: «μέσα-σκοποί-αντίπαλος» (Κωνσταντίνος Κολιόπουλος).

            Το ανώτατο επίπεδο της στρατηγικής είναι η Υψηλή Στρατηγική (Grand Strategy), που είναι η χρησιμοποίηση όλων των διαθεσίμων μέσων ενός κράτους για την επίτευξη των πολιτικών αντικειμενικών σκοπών του, ενόψει πραγματικής ή ενδεχόμενης σύγκρουσης. Εδώ αποδίδουν τα τελικά αποτελέσματά τους, όλα τα χαμηλότερα επίπεδα στρατηγικής που είναι το τεχνικό, το τακτικό, το επιχειρησιακό και αυτό της στρατηγικής του θεάτρου επιχειρήσεων. Στην Υψηλή Στρατηγική είναι έντονη η αλληλεπίδραση της στρατιωτικής ισχύος (ή της έλλειψής της) με τις άλλες πλευρές της συνολικής δραστηριότητας ενός κράτους, όπως είναι η διπλωματία, η ικανότητα έγκαιρης συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών, η οικονομία, η ερευνητική και επιστημονική δραστηριότητα, η προπαγάνδα, κλπ.

            Ως Στρατιωτική Στρατηγική ορίζουμε τη χρήση όλων των στρατιωτικών μέσων ενός κράτους για την επίτευξη των πολιτικών αντικειμενικών σκοπών ενόψει πραγματικής ή ενδεχόμενης σύγκρουσης.

            Βασικές προσεγγίσεις στρατηγικής είναι η Άμεση και η Έμμεση προσέγγιση.

            Στην Άμεση Προσέγγιση (direct approach) η κατεύθυνση της προσπάθειας στοχεύει κατευθείαν στο κέντρο βάρους του αντιπάλου. Δηλαδή στο κρισιμότερο σημείο του αντιπάλου, το οποίο εάν καταστραφεί αυτός δεν θα μπορεί να προβάλει πλέον καμιά αντίσταση. Ενώ η Έμμεση Προσέγγιση (indirect approach), αποσκοπεί στην παράκαμψη των ισχυρών σημείων του εχθρού και στην αποφυγή της κατατριβής των φίλιων δυνάμεων (γραμμή ήσσονος αντιστάσεως).

            Ο στρατηγός Μπωφρ μελετώντας το έργο του Liddell Hart για την στρατηγική της Έμμεσης Προσέγγισης, θεώρησε ότι η «κεντρική ιδέα» του είναι η «ανατροπή της σχέσεως των αντιτιθεμένων δυνάμεων με κάποιο ελιγμό πριν από τη δοκιμασία της μάχης και όχι με τον αγώνα». Αυτή η «κεντρική ιδέα» θεωρεί ότι έχει εφαρμογή σε όλες τις συγκρούσεις κατά τις οποίες οι ασθενέστεροι στρατιωτικά αντίπαλοι ήθελαν να πετύχουν κάποιο θετικό αποτέλεσμα με στρατιωτικά μέσα. Τη στρατηγική αυτή την ονόμασε «Έμμεση Στρατηγική», και την οποία ορίζει ως την «τέχνη της εκμεταλλεύσεως κατά τον καλύτερο τρόπο των στενών περιθωρίων της ελευθερίας ενέργειας και της αποκομίσεως αποφασιστικών επιτυχιών, παρά τον περιορισμό των στρατιωτικών μέσων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν». Η Έμμεση Στρατηγική του Μπωφρ έχει «δόλια» χαρακτηριστικά τα οποία επειδή είναι παραλλαγμένα (καμουφλαρισμένα), συνήθως παρανοούνται με αποτέλεσμα να επιφέρουν αποτυχίες και να κοστίζουν πολύ ακριβά στους αφελείς-παθόντες. Σκοπός της είναι η επίτευξη του πολιτικού σκοπού με νίκη όχι στο στρατιωτικό πεδίο, αλλά με «έταιρα μέσα».

            Ο προσδιορισμός των ορίων της «ελευθερίας ενεργείας» είναι το πρωταρχικό στοιχείο της Έμμεσης Στρατηγικής. Αυτή η ελευθερία δράσεως εξαρτάται κατ’ ελάχιστο από τα τεκταινόμενα της ευρύτερης περιοχής στην οποία επιθυμούμε να επιτύχουμε έναν συγκεκριμένο πολιτικό σκοπό. Βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε εξωτερικούς παράγοντες όπως είναι η εκτίμηση των διεθνών αντιδράσεων, των ηθικών δυνατοτήτων του εχθρού, της ευαισθησίας του απέναντι στις επαπειλούμενες ενέργειες, των διαφόρων εξωτερικών πιέσεων, της οικονομικής κατάστασης του εχθρού κλπ

            Αυτή η ελευθερία δράσεως αποκτάται με τον Εξωτερικό και τον Εσωτερικό Ελιγμό.

            Η κεντρική ιδέα του «Εξωτερικού Ελιγμού» είναι η παράλυση του αντιπάλου αποτρέποντάς τον να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία και θα μείωνε στο ελάχιστο την εξασφάλιση του μεγίστου της ελευθερίας δράσεώς μας. Να τον δέσουμε «όπως ακριβώς έκαναν οι Λιλιπούτειοι τον Γκιούλιβερ». Πρόκειται πρακτικά για «ψυχολογικό ελιγμό» και τα μέσα που χρησιμοποιούνται είναι πολιτικά, οικονομικά, διπλωματικά και στρατιωτικά.

            Ο «Εσωτερικός Ελιγμός» εφαρμόζεται σε συνέχεια του εξωτερικού και προσανατολίζεται στο γεωγραφικό χώρο στον οποίο επιθυμούμε να πετύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα και εμφανίζεται με δύο μορφές.

            Η πρώτη είναι ο «ελιγμός της αγκινάρας», ο οποίος επιδιώκει «διαδοχικούς και σχετικά μέτριους Αντικειμενικούς Σκοπούς (ΑΝΣΚ) με διαλείμματα για διαπραγματεύσεις». Δηλαδή επιτυγχάνεται ένας μερικός ΑΝΣΚ, ανάλογα με την εξωτερική ελευθερία δράσεως. Στην συνέχεια αναμένουμε για κάποιο χρονικό διάστημα πριν προχωρήσουμε στον επόμενο ΑΝΣΚ. Δηλαδή προχωρούμε βήμα-βήμα όπως ακριβώς ξεφλουδίζουμε φύλλο-φύλλο την αγκινάρα. Αυτός ο ελιγμός εφαρμόστηκε με επιτυχία από τον Χίτλερ (1935-39). Και αυτό ακριβώς είναι που εφαρμόζει σταθερά και επιτυχώς η Τουρκία σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της πατρίδας μας τουλάχιστον μετά τη δεκαετία του ΄50.

            Η δεύτερη είναι ο «ελιγμός με τη καταπόνηση», ο οποίος «σκοπεύει την επίτευξη του -ενίοτε σπουδαίου- αντικειμενικού σκοπού, λιγότερο με τη στρατιωτική νίκη και περισσότερο με τη παρατεταμένη διαιώνιση μιας διαμάχης, που σχεδιάστηκε και οργανώθηκε για να καταστεί συν τω χρόνω δυσβάστακτη για τον αντίπαλο». Αυτός ο ελιγμός εφαρμόστηκε εν μέρει από τον Χίτλερ (1935-39). Εφαρμόζεται όμως περίτεχνα τις μέρες μας από τη Τουρκία.

            Μεταξύ των δυο αυτών μορφών ελιγμών, μπορούν προφανώς να υπάρξουν ενδιάμεσες, καθώς και συνδυασμός δυο ή περισσοτέρων εξ αυτών.

            Μελετώντας λοιπόν την Έμμεση Στρατηγική του Μπωφρ, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι η αναθεωρητική Τουρκία εφαρμόζει εις βάρος μας με μεγάλη μέχρι στιγμής επιτυχία μια παρόμοια σρατηγική, εκμεταλλευόμενη στο έπακρο, τα όποια στενά όρια ελευθερίας δράσεων διαθέτει. Εδώ και χρόνια, ξεφλουδίζει «φύλλο-φύλλο» τα κυριαρχικά μας δικαιώματα με σκοπό να φτάσει στο στόχο της, δηλαδή την «Ιμιοποίηση της χώρα μας» (Γιώργος Κοντογιώργης), έτσι ώστε να μπορέσει να υλοποιήσει τους δικούς της εθνικούς στρατηγικούς της στόχους που είναι αρχικά η ανάδειξή της σε μια περιφερειακή δύναμη και στο απώτερο μέλλον σε μια μεγάλη δύναμη.

            Στην προσπάθειά της αυτή η Τουρκία επέτυχε ανεπάντεχα να βρει τον καταλληλότερο «σύμμαχο»: Την απάθεια του ελληνικού κράτους και εν καιρώ δυστυχώς και μέρους του Ελληνικού Λαού.

            Επίσημα εκφρασμένη στρατηγική της Ελλάδας είναι η στρατηγική της αποτροπής, δηλαδή η διατήρηση του status quo με την απειλή χρήσης βίας. Διακηρύχθηκε κάποια στιγμή από τη πολιτική μας ηγεσία, και μάλλον έγινε με σκοπό την ενίσχυση της εσωτερικής νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, καθόσον δεν έπαυσε ποτέ σχεδόν να υπονομεύεται εκ των έσω.

            Μερίδα αναλυτών ισχυρίζεται ότι η στρατηγική την οποία εφαρμόζει η Ελλάδα για την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής είναι η στρατηγική του κατευνασμού, δηλαδή να κάνουμε κατά διαστήματα μικρές παραχωρήσεις στις τουρκικές διεκδικήσεις με σκοπό να αντιμετωπιστεί μια δυσμενής στρατηγική κατάσταση η οποία έχει διαμορφωθεί. Ενδεχομένως αυτή να ήταν κάποτε η καταλληλότερη στρατηγική προς κέρδος χρόνου για την αναβάθμιση και ισχυροποίηση των συντελεστών ισχύος της χώρας. Όμως δεν μπορεί να εφαρμόζεται εις το διηνεκές, καθόσον, κατά την άποψή μου οδηγεί είτε σε πολεμική αναμέτρηση ή σε έναν άνευ προηγουμένου εθνικό εξευτελισμό.

            Άρα μπορούμε να πούμε ότι το ελληνικό κράτος εφαρμόζει μια πρωτότυπη στα παγκόσμια χρονικά στρατηγική, τη «Στρατηγική της Απάθειας». Το πολιτικό σύστημα αντί να προχωρήσει άμεσα στην επιτακτική επανίδρυση του κράτους με οποιοδήποτε πολιτικό κόστος, εκχωρεί με σχετική ευκολία εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα σε όποιον τα απαιτήσει, προς κέρδος χρόνου και διαιώνισης της εξουσίας μιας άθλιας και εθνοκτόνου ελίτ. Προσμένει δε στη συνδρομή των «ξένων» δυνάμεων οι οποίες θα φροντίσουν να «ματώσουν» ανιδιοτελώς για την υπεράσπιση των εθνικών μας συμφερόντων, όπως έχουν ήδη κάνει στην προσπάθεια για ανόρθωση της οικονομίας μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Liddell Hart Sir Basil. Η Έμμεσος Στρατηγική. Έκδοση ΔΕΚΠ|ΓΕΣ, Αθήνα 1963.

Beaufre. Εισαγωγή στην Στρατηγική. Έκδοση ΔΕΚΠ|ΓΕΣ, Αθήνα 1987

Κολιόπουλος Κωνσταντίνος. Η Στρατηγική Σκέψη από την Αρχαιότητα έως Σήμερα. Εκδόσεις Ποιότητα. Αθήνα 2008

σχετικά άρθρα