Weather Icon

Η προσφυγή στη Χάγη μπορεί να μην αρκεί για να υπάρξει λύση

Η προσφυγή στη Χάγη μπορεί να μην αρκεί για να υπάρξει λύση

Ο κ. Λι επισημαίνει ότι η γερμανική προεδρία επιδεικνύει ισχυρή βούληση για εκτόνωση των εντάσεων και αναζήτηση πεδίων θετικής συνεργασίας.

Ενότητα μέχρι νεωτέρας: αυτό προέκυψε από την τελευταία Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. σχετικά με την Τουρκία, σύμφωνα με τον Μάικλ Λι. Ο καθηγητής Λι, που διευθύνει το πρόγραμμα ευρωπαϊκής δημόσιας πολιτικής του School for Advanced International Studies (Πανεπιστήμιο Johns Hopkins) στη Μπολόνια και είναι senior fellow του ινστιτούτου Bruegel, μίλησε στην «Κ» για τις προοπτικές μετάβασης από την αποκλιμάκωση στην επίλυση των χρονιζόντων θεμάτων που ταλανίζουν την Ανατολική Μεσόγειο.

«Ηταν ένα μήνυμα ενότητας, που χρειάστηκε πολλές ώρες διαπραγματεύσεων για να επιτευχθεί», σχολιάζει ο καθηγητής Λι σχετικά με τη Σύνοδο. «Η προσέγγιση της Αγκελα Μέρκελ, καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας της, όποιο κι αν είναι το ζήτημα –η Ρωσία, το ευρώ κ.ο.κ.–, είναι η άμβλυνση των συγκρούσεων. Την ίδια προσέγγιση βλέπουμε και τώρα με την Ανατολική Μεσόγειο – την ισχυρή βούληση της γερμανικής προεδρίας για εκτόνωση των εντάσεων και αναζήτηση πεδίων θετικής συνεργασίας».

«Αυτό που έχουμε δει τις τελευταίες εβδομάδες στην Ανατολική Μεσόγειο είναι κινήσεις αποτροπής μιας στρατιωτικής κλιμάκωσης στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και μια λογική άμβλυνσης συγκρούσεων στο πλαίσιο της Ε.Ε.», εξηγεί ο Βρετανός ακαδημαϊκός και πρώην γενικός διευθυντής Διεύρυνσης της Κομισιόν. «Αν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θεωρούν ότι θα είναι χρήσιμη μια πολυμερής διάσκεψη, καλό είναι να γίνει. Αλλά πρέπει να είμαστε ρεαλιστές όσον αφορά το τι μπορεί να πετύχει: μείωση των εντάσεων και εξεύρεση πεδίων συνεργασίας, αλλά όχι επίλυση των πολλών και σύνθετων ζητημάτων που υπάρχουν μεταξύ της Ε.Ε. και της Τουρκίας». Για τον Λι, η διάσκεψη είναι ένας τρόπος να «συμπεριληφθεί η Τουρκία, που ένιωθε αποκλεισμένη εξαιτίας του East Mediterranean Gas Forum», στις διαβουλεύσεις για το μέλλον της περιοχής.

Σχετικά με την πιθανότητα επανέναρξης των διερευνητικών επαφών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, παρατηρεί: «Μιλάμε ουσιαστικά για την αξία της διαδικασίας – κάτι που αποτελεί συστατικό στοιχείο της Ευρωπαϊκής Ενωσης από την ίδρυσή της. Σε σχέση με την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, ειδικά στην Ανατολική Μεσόγειο, για να κάνουμε το βήμα από την άμβλυνση στην επίλυση της σύγκρουσης, θα χρειαστεί να υπάρξουν συμβιβασμοί και από τις δύο πλευρές. Δεν νομίζω ότι είμαστε σε αυτό το σημείο τώρα».

Ο καθηγητής του Johns Hopkins εκφράζει, επιπλέον, τον σκεπτικισμό του για το αν η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης. «Πρέπει να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των δύο μερών για την προσφυγή και το περιεχόμενό της, και η δέσμευσή τους να εφαρμόσουν την όποια ετυμηγορία», λέει. «Η όλη διαδικασία θα πάρει 4-5 χρόνια και γνωρίζουμε από άλλες υποθέσεις ότι ενδέχεται να καταρρεύσει στο στάδιο της εφαρμογής – το γνωστό κλισέ λέει ότι κανείς δεν πάει φυλακή για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου». Σε κάθε περίπτωση, σημειώνει, οι διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών πάνε πολύ βαθύτερα από την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, συνεπώς ακόμα και μια κοινώς αποδεκτή ετυμηγορία από τη Χάγη «θα αφορούσε μόνο την κορυφή του παγόβουνου».

Είναι η Τουρκία μια αναθεωρητική δύναμη; Μπορεί η Ε.Ε. να εξακολουθεί να θεωρεί την Αγκυρα εταίρο ή πρέπει να εστιάσει πλέον στην αναχαίτισή της; «Ο όρος “αναθεωρητική δύναμη” συνήθως αναφέρεται σε χώρες που επιδιώκουν την επαναχάραξη των συνόρων. Δεν έχω δει κάτι που να με πείθει ότι η Τουρκία έχει τέτοιες βλέψεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι ΑΟΖ δεν είναι περιοχές κυριαρχίας, όπως τα χωρικά ύδατα».

Πόσο σημαντικός παράγων είναι η υποχώρηση του αμερικανικού αποτυπώματος στην περιοχή; Πόσο θα αλλάξει η αμερικανική στάση αν εκλεγεί τον Νοέμβριο ο Τζο Μπάιντεν; «Η εξέλιξη αυτή, η φθίνουσα Pax Americana, είναι ένα πραγματικό φαινόμενο και έχει όντως αυξήσει τον κίνδυνο στρατιωτικών συγκρούσεων στην περιοχή. Η αντίληψη της απόσυρσης των ΗΠΑ έχει συμβάλει στη διάθεση μικρών και μεσαίου μεγέθους χωρών να καταφύγουν στη στρατιωτική βία ή στην απειλή της».

Ωστόσο προειδοποιεί ότι η αλλαγή της εικόνας δεν θα είναι θεαματική αν αλλάξει ο ένοικος του Λευκού Οίκου. «Θα υπάρξει μια αλλαγή έμφασης· σε κάποιες περιοχές του κόσμου θα δοθεί μεγαλύτερο βάρος υπό έναν Δημοκρατικό πρόεδρο. Αλλά η γενική τάση απόσυρσης των Ηνωμένων Πολιτειών από την ενεργό εμπλοκή στην Ευρώπη και τις παρυφές της υφίσταται εδώ και πολλά χρόνια. Ο τελευταίος πρόεδρος που, προσωπικά και πολιτικά, είχε στενούς δεσμούς με την Ευρώπη, ήταν ο Μπιλ Κλίντον. Η τάση μπορεί να επιταχύνθηκε επί Τραμπ, αλλά προϋπήρχε της προεδρίας του και θα συνεχιστεί ύστερα από αυτήν».
«Στρατηγική αυτονομία»

Πώς βλέπει την έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας», που βρίσκεται συχνά στα χείλη ηγετών στις Βρυξέλλες και σε σημαντικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες; «Είναι ένα σύνθημα παντός χρήσης. Αναφέρεται στην εμβάθυνση των κοινών αμυντικών και στρατηγικών πρωτοβουλιών της Ε.Ε., ως αντίδραση στην απόσυρση των Αμερικανών. Αλλά έχει και μια πολύ ευρύτερη σημασία, που συνδέεται με τον επαναπατρισμό της παραγωγής, την επιστροφή των θέσεων εργασίας στην Ευρώπη κ.ο.κ. Σχετικά με τη στενή έννοια: οι χώρες της Ε.Ε. που είναι μέλη του ΝΑΤΟ έχουν δυσκολευθεί να πετύχουν τον στόχο για τις αμυντικές δαπάνες, το 2% του ΑΕΠ. Θα επηρεάσει η ιδέα της “στρατηγικής αυτονομίας” τη βούλησή τους –και ειδικά της Γερμανίας– να το κάνουν; Ή θα υπάρξει επαρκής χρηματοδότηση για κοινά ευρωπαϊκά προγράμματα –PESCO, Ευρωπαϊκό Ταμείο Αμυνας– ώστε να αναπληρωθεί η εθνική υποχρηματοδότηση; Δεν βλέπω κάτι τέτοιο».

Αλλά και σχετικά με την ευρύτερη έννοια, «πρέπει να κάνουμε τον διαχωρισμό μεταξύ διαφορετικών πεδίων: εκεί που η πανδημία ανέδειξε αδυναμίες και εξαρτήσεις, όπως στα φάρμακα και στον προσωπικό προστατευτικό εξοπλισμό, γίνεται ήδη μια σοβαρή προσπάθεια, που θα είναι επιτυχής, ώστε να διασφαλιστεί ότι η Ευρώπη θα είναι πιο αυτάρκης. Πέραν αυτού, η “αποπαγκοσμιοποίηση” θα είναι πολύ περιορισμένη. Δεν μπορούμε να κουνήσουμε ένα μαγικό ραβδί και να αποσυναρμολογήσουμε τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες με τις οποίες παράγονται τα προϊόντα που καταναλώνουμε. Και αν το κάναμε αυτό, το κόστος για τους καταναλωτές θα ήταν τεράστιο».

Καθημερινή

σχετικά άρθρα