Weather Icon

Τουρκικά και νεοοθωμανικά παιχνίδια πολιτικής αποπλάνησης

Τουρκικά και νεοοθωμανικά παιχνίδια πολιτικής αποπλάνησης

Γράφει ο Κωνσταντίνος Παΐδας

Αναπληρωτής Καθηγητής του Ε.Κ.Π.Α.

Η ισχύς της Τουρκίας ήδη από την εποχή του Mustafa Kemal οφείλεται εν πολλοίς στο ότι σχεδιάζει την εξωτερική της πολιτική με τρόπο συστηματικό και μακρόπνοο. Ωστόσο, ο Τούρκος πρόεδρος Recep Τayyip Erdoğan εξ αρχής εγκαινίασε μία νέα “μεθοδολογία” στη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής της χώρας του: τη μαξιμαλιστική-αναθεωρητική πρακτική, εμφορούμενη από τυχοδιωκτική διάθεση και από ένα ιδιότυπο πνεύμα “παροιμιακής (κουτο)πονηριάς”.  

            Η πολιτική πρακτική του Τούρκου προέδρου τραυματίζει προφανώς τη διεθνή εικόνα της χώρας του, εκθέτει την Τουρκία ως διεθνή ταραχοποιό και πλήττει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντά της παρά τις περί του αντιθέτου ψευδαισθήσεις του Erdoğan. Επί του παρόντος, ύστερα από ένα κρεσέντο αναθεωρητικών δηλώσεων, με διακηρύξεις “συνόρων της καρδιάς”, με οράματα “γαλάζιων πατρίδων”, με πειρατικές ενέργειες στην Α.Ο.Ζ. της Κυπριακής Δημοκρατίας και με ταχυδακτυλουργικού τύπου οριοθέτηση Α.Ο.Ζ. μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης (!) διά της “εξαφάνισης” ελληνικών νήσων και τμήματος της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, ο Τούρκος πρόεδρος επιχειρεί να επιβεβαιώσει την ελληνική παροιμία που λέει ότι “στην αναμπουμπούλα ο (“γκρίζος”) λύκος χαίρεται“! Αξίωμα στην πολιτική φιλοσοφία του Erdoğan είναι το “όλα πωλούνται, όλα αγοράζονται και όλοι έχουν την τιμή τους“, ακόμα και αν πρόκειται για ηγέτες ολόκληρων χωρών, οι οποίες μπορούν να φανούν χρήσιμες για την προώθηση των ανεδαφικών μεγαλοϊδεατισμών του στη λεκάνη της Μεσογείου ή στα Βαλκάνια…

            Ενώ η υφήλιος συγκλονίζεται επί μήνες από την πανδημία του κορονοϊού με εκατόμβες νεκρών και εκτιμούμενες οικονομικές συνέπειες που παραπέμπουν στην μεγάλη ύφεση του 1930, ο Erdoğan “κρατεί πάντα πάνω στο τραπέζι” ως εργαλείο πίεσης και εκβιασμών προς κάθε κατεύθυνση το προσφυγικό πρόβλημα, το οποίο στην παρούσα συγκυρία της πανδημίας του κορονοϊού μπορεί να αποβεί μοιραίο για τα Βαλκάνια και ολόκληρη την Ευρώπη.

            Το σχετικά πρόσφατο σχέδιο του Τούρκου προέδρου να μεταφέρει στα εδάφη της Βορείου Ηπείρου και πλησίον των συνόρων της Ελλάδος 30.000 μετανάστες και πρόσφυγες είχε έναν και μόνον στόχο: να “ανοίξει” ένα διπλό συνοριακό μέτωπο, ώστε αφενός η Ελλάδα να μην μπορέσει να διατηρήσει απροσπέλαστα τα σύνορά της (και τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης), και αφετέρου να αφανιστεί η Ελληνική Μειονότητα της Βορείου Ηπείρου κυρίως με την αλλοίωση του εθνολογικού στοιχείου της περιοχής, αλλά και με την ενδεχόμενη (;) διασπορά του κορονοϊού.

            Στο ζωτικό αυτό ζήτημα προφανώς η Ελληνική Κυβέρνηση αντέδρασε εγκαίρως και αποτελεσματικά, χωρίς περιττούς “θορύβους” και “διαρροές”. Προφανώς με τις απαραίτητες διπλωματικές και πολιτικές ενέργειες του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών τόσο η Αλβανία όσο και η Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να διαχωρίσουν/προστατεύσουν την ευρωπαϊκή τους πορεία από τα “ανατολίτικα γινάτια” του Erdoğan. Στο πλαίσιο αυτό υιοθέτησαν τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναντίον της Τουρκίας για τις παράνομες γεωτρήσεις στην Α.Ο.Ζ. της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο πρόεδρος της Αλβανίας Ilir Meta και ο πρώην πρόεδρος Bujar Nishani μάλιστα κατηγόρησαν ευθέως τον πρωθυπουργό της χώρας τους Edi Rama ότι ναρκοθετεί τις σχέσεις της Αλβανίας με την Ελλάδα προβαίνοντας σε μυστική συμφωνία με την Τουρκία για τη μεταφορά και εγκατάσταση 30.000 (Σουνιτών μουσουλμάνων) μεταναστών και προσφύγων στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου (Αργυρόκαστρο, Κορυτσά, Άγιοι Σαράντα) σε μία ευαίσθητη μάλιστα περίοδο για την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας τους.

            Την εκτίμηση αυτή για τις προθέσεις του Αλβανού πρωθυπουργού επιβεβαίωσε και η σφοδρότατη επίθεση από δυνάμεις της αλβανικής αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας κατά της θρησκευτικής ελευθερίας των μελών της Ελληνικής Μειονότητας της Βορείου Ηπείρου, η οποία εκτελέστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τη σκόπιμη διαρροή των τουρκικών και αλβανικών σχεδίων περί εγκατάστασης των προσφύγων και μεταναστών στην επίμαχη περιοχή.

            Δυστυχώς, η “ασταθής” πολιτική συμπεριφορά της Αλβανίας φαίνεται ότι συνεχίζεται. Αυτό εν μέρει οφείλεται στο ότι οι Αλβανοί ηγέτες είναι μάλλον πολύ άπειροι στα “μεγάλα παιχνίδια” της διεθνούς πολιτικής και, ως εκ τούτου, “παρασύρονται” εύκολα σε (εν δυνάμει μοιραία) λάθη, ορεγόμενοι το (προσωπικό) δόλωμα μα παραβλέποντας το αιχμηρό τουρκικό αγκίστρι… Εν μέρει βεβαίως οφείλεται και στο ότι ο Τούρκος πρόεδρος προφανώς και δεν προτίθεται τώρα να εξαιρέσει ελαφρά τη καρδία την Αλβανία από τους σχεδιασμούς του, οι οποίοι φυσικά αποσκοπούν αποκλειστικά στην εκπλήρωση των νεο-οθωμανικών ουτοπικών του οραμάτων.

            Πριν από μερικές ημέρες κατέστη σαφές για άλλη μία φορά ότι οι σχέσεις (επίσημες και παρασκηνιακές) της Τουρκίας με την Αλβανία πρέπει να μελετώνται συστηματικά και πολύ σοβαρά τόσο από την Ελλάδα, όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Και αυτό, διότι η Τουρκία επιχειρεί σταθερά να μετατρέψει την Αλβανία σε τουρκικό προτεκτοράτο και, επομένως, σε άλλο ένα σοβαρό πρόβλημα για την Ελλάδα και για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, η οποία εκ φύσεως είναι “πολιτικώς σεισμογενής”…

            Η έγκριση του πρωτοκόλλου εφαρμογής της διακρατικής συμφωνίας στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Αλβανίας από τον Αλβανό πρόεδρο Ilir Meta ουσιαστικά “ανοίγει τον δρόμο” για  τον πλήρη έλεγχο των αλβανικών ενόπλων δυνάμεων από την Τουρκία με τον δούρειο ίππο της οικονομίας. Το παράδοξο βεβαίως είναι ότι ο Erdoğan επιχειρεί αυτήν την ιδιότυπη “διεύρυνση του κύκλου” εξαγωγών της πολεμικής βιομηχανίας και της παροχής υπηρεσιών στρατιωτικού χαρακτήρα της χώρας του σε μία χρονική συγκυρία, κατά την οποία η τουρκική λίρα κατακρημνίζεται διαρκώς, τα συναλλαγματικά αποθέματα της Τουρκίας στερεύουν, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις είναι διεσπαρμένες σε διάφορα μέτωπα (Συρία, Λιβύη, Αιγαίο και αλλού) και η προσοχή του δεν θα έπρεπε να αποσπάται στην Αλβανία. Είναι πλέον γνωστό όμως ότι ο Τούρκος πρόεδρος έχει τη δική του λογική…

            Αγνοεί, άραγε, ο Erdoğan ότι εν πολλοίς η αλβανική οικονομία στηρίζεται στην εισροή συναλλάγματος από την Ελλάδα; Αγνοεί, άραγε, ο Erdoğan ότι η Αλβανία στηρίζει ουσιαστικά το μέλλον της οικονομίας της και τη μελλοντική πολιτική της σταθερότητα στη σχέση της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την ομαλή πορεία της οποίας απαραίτητη προϋπόθεση συνιστά η έμπρακτη απόδειξη των αγαθών της προθέσεων έναντι της Ελλάδος; Φυσικά και δεν τα αγνοεί! Απλώς τα υποβαθμίζει… Τα υποβαθμίζει, διότι η Αλβανία τον ενδιαφέρει αποκλειστικά και μόνον ως άλλος ένας εν δυνάμει “τουρκοκίνητος μοχλός πίεσης” προς την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα υποβαθμίζει, διότι “βλέπει” την Αλβανία ως άλλη μία Λιβύη, η οποία, ακόμα και αν η ίδια υποστεί πολιτικο-οικονομική καταστροφή εξυπηρετώντας τις σκοπιμότητες της Τουρκίας, μπορεί να λειτουργήσει ως χρήσιμος αναβαθμός για την προώθηση των ουτοπικών επεκτατικών του σχεδίων εις βάρος της Ελλάδος. Εξ ου και επιχειρεί να προκαλέσει κάθε δυνατή περιπλοκή στις σχέσεις Ελλάδος και Αλβανίας (και) ως προς το ζήτημα της οριοθέτησης Α.Ο.Ζ. μεταξύ των δύο χωρών…

            Η πολιτική ηγεσία της Αλβανίας επιβάλλεται να αντιληφθεί εγκαίρως ότι η Αλβανία θα αποκομίσει ουσιαστικά και πολλαπλά πολιτικά και οικονομικά οφέλη μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα εξασφαλίσει την υποστήριξη της Ελλάδος στην πορεία της προς την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι μόνον.

            Στο πνεύμα αυτό, εάν και εφόσον ο Αλβανός πρωθυπουργός Edi Rama εκτιμά ότι η χώρα του δύναται να φιλοξενήσει στα εδάφη της μετανάστες και πρόσφυγες, θα πρέπει να συνεννοηθεί με την Ελληνική Κυβέρνηση και, συντεταγμένα και με την αυτονόητη οικονομική υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να υποδεχθεί στο κεντρικό ή βόρειο τμήμα της Αλβανίας 30.000 μετανάστες και πρόσφυγες από τους ήδη ευρισκόμενους στην Ελλάδα, ώστε η χώρα του να εκδηλώσει εμπράκτως την αλληλεγγύη της προς την ευρωπαϊκή οικογένεια. Εάν πάλι δεν δύναται να βοηθήσει εποικοδομητικά στην αντιμετώπιση του μεταναστευτικού προβλήματος κατά τον τρόπο αυτόν, επιβάλλεται να σταματήσει να τροφοδοτεί σενάρια που υπονομεύουν την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας και την παρουσιάζουν ως τουρκική μαριονέτα στα μάτια των Ευρωπαίων ηγετών.

            Ταυτοχρόνως, η πολιτική ηγεσία της Αλβανίας επιβάλλεται να συνειδητοποιήσει ότι η Ελλάδα εγγυάται την ασφάλεια και την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, ότι εξακολουθεί (παρά τα δικά της προβλήματα) να στηρίζει εμμέσως την αλβανική οικονομία, ότι ουδέποτε επιχείρησε να επιβάλει τετελεσμένα στην Αλβανία λειτουργώντας από θέση (οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής) ισχύος και, κυρίως, ότι έως τώρα συναινεί στην ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας.

            Εάν η Αλβανία λειτουργήσει κατά τον τρόπο αυτόν, θα αποδείξει πραγματικά ότι αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως εν δυνάμει μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Θα αποδείξει επίσης ότι εμφορείται από αισθήματα καλής γειτονίας για την Ελλάδα, στην οποία άλλωστε τόσα οφείλει για την υποδειγματική αντιμετώπιση εκ μέρους της Ελληνικής Πολιτείας των Αλβανών οικονομικών μεταναστών που απολαμβάνουν εντός της ελληνικής επικράτειας τα ίδια ακριβώς προνόμια με τους Έλληνες πολίτες (δωρεάν παιδεία, δημόσια υγεία κ.λπ.). Θα αποδείξει ακόμα ότι αναγνωρίζει την “πνοή ζωής” που δίδεται από την Ελλάδα προς την αλβανική οικονομία εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες με την εισροή συναλλάγματος από τους Αλβανούς οικονομικούς μετανάστες. Θα αποδείξει, τέλος, ότι σκέπτεται συνετά, αφού έτσι δεν θα διαταράξει τη σχέση της με την Ελλάδα, η οποία ουδεμία πρόθεση έχει εκδηλώσει έως τώρα να ανακόψει την ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας.

            Αναμφίβολα, και ο πλέον αφελής αντιλαμβάνεται ότι η Αλβανία μόνον ζημιωμένη θα βγει, εάν πορευθεί στις επικίνδυνες ατραπούς, στις οποίες επιχειρεί να την παρασύρει η Άγκυρα για τα δικά της συμφέροντα. Οι τουρκικές ατραποί, όπως ήδη διαφαίνεται από τη διεθνή απομόνωση της Τουρκίας, από την αντιευρωπαϊκή της πορεία και από την τραγική κατάσταση της οικονομίας της, αναπόφευκτα θα οδηγήσουν στην καταστροφή όποιον παρασυρθεί και τις ακολουθήσει…

σχετικά άρθρα