Weather Icon

Οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας-Αιγύπτου θα «αποκαταστήσει» την τάξη

Οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας-Αιγύπτου θα «αποκαταστήσει» την τάξη

  Φρίξος Δαλίτης   

Παντελώς αβάσιμο είναι το επιχείρημα της Τουρκίας ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλόκρηπίδα/ ΑΟΖ και απορρίπτεται από τη διεθνή κοινότητα, καθώς αντίκειται σε καλά εδραιωμένο κανόνα του δικαίου της θάλασσας, τόσο στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το δίκαιο της θάλασσας, σύμφωνα με τον αναπληρωτή καθηγητή Διεθνούς Δικαίου και Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Πανεπιστημίου Κύπρου, Αριστοτέλη Κωνσταντινίδη.

Σημειώνει ακόμα ότι η Τουρκία είχε παλαιότερα ισχυριστεί ότι δεν δεσμεύεται ούτε από τον συγκεκριμένο κανόνα του εθιμικού δικαίου, επιδιώκοντας να εμφανιστεί ως «επίμονος αντιρρησίας» (persistent objector) ωστόσο σημειώνει ότι είναι αμφίβολο εάν υφίσταται τέτοια δυνατότητα ενός κράτους «επίμονου αντιρρησία» να αυτοεξαιρείται από την καθολική ισχύ του διεθνούς εθιμικού δικαίου. Αναφέρεται στο θέμα του καθορισμού από πλευράς Ελλάδας ΑΟΖ με τα γειτονικά κράτη και τις δυσκολίες οι οποίες υπάρχουν, αλλά και το τι ισχύει σε σχέση με το Διεθνές Δικαστήριο. Εξηγεί πώς επηρεάζει η υπογραφή του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου και σχολιάζει τις παράνομες τουρκικές ενέργειες στην κυπριακή ΑΟΖ.

– Η Τουρκία απειλεί για σεισμογραφικές έρευνες σε μια περιοχή που η Ελλάδα θεωρεί ελληνική υφαλοκρηπίδα. Τι ισχύει με βάση το δίκαιο της θάλασσας; Μπορεί η Ελλάδα να βρει αυτό που θεωρεί δίκαιό της;

– Σύμφωνα με το δίκαιο της θάλασσας, καθώς η εν λόγω περιοχή δεν έχει οριοθετηθεί, τα ενδιαφερόμενα κράτη έχουν την υποχρέωση να απέχουν από μονομερείς ενέργειες που διακινδυνεύουν ή εμποδίζουν την επίτευξη μελλοντικής οριοθέτησης. Οι σεισμικές έρευνες που εξήγγειλε η Τουρκία εν προκειμένω είναι τέτοιες μονομερείς ενέργειες. Και τα δύο κράτη θεωρούν ότι η εν λόγω περιοχή αποτελεί υφαλοκρηπίδα τους. Εάν δεν υποχωρήσει ένα εκ των δύο και αν δεν επέλθει μεταξύ τους συμφωνία, η λύση μπορεί να δοθεί μόνο από κάποιο διεθνές δικαστικό ή διαιτητικό όργανο, που ωστόσο δεν μπορεί να εξετάσει την υπόθεση παρά μόνο εάν συναινέσουν και τα δύο κράτη. Ειδάλλως, η διαφορά και οι εντάσεις θα συνεχίζονται.

– Θα μπορούσε να υπάρξει προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο και γιατί αποφεύγει η Ελλάδα να το πράξει; Υπάρχουν νομικοί κίνδυνοι ή ασάφειες;

– Το Διεθνές Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να δικάσει υποθέσεις που εμπλέκουν ένα κράτος εάν το εν λόγω κράτος δεν έχει δώσει τη συναίνεσή του. Η Τουρκία είναι ένα από τα περίπου 120 κράτη που δεν έχουν αποδεχτεί τη γενική δυνατότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου να δικάζει υποθέσεις τους. Ως εκ τούτου, ενδεχόμενη μονομερής προσφυγή της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο χωρίς τη συναίνεση της Τουρκίας δεν θα εξεταστεί επί της ουσίας από το Δικαστήριο, όπως έγινε και όταν η Ελλάδα προσέφυγε εναντίον της Τουρκίας το 1977 για επαπειλούμενες έρευνες της Τουρκίας στην υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο. Συνεπώς, προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο μπορεί να γίνει μόνο με συνυποσχετικό, δηλαδή με κοινή συμφωνία Ελλάδας και Τουρκίας, η οποία θα προσδιορίζει τη συγκεκριμένη διαφορά την οποία τα δύο κράτη επιθυμούν να επιλύσει το Δικαστήριο. Ο προσδιορισμός της διαφοράς (ή των διαφορών) που θα τεθούν προς επίλυση ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου αποτελεί ανέκαθεν αντικείμενο σοβαρής διαφωνίας ανάμεσα στα δύο κράτη.

– Η Τουρκία επιδιώκει να σύρει την Ελλάδα σε διάλογο με ανοικτή ατζέντα, η Ελλάδα το απορρίπτει. Μπορεί να υπάρξει άλλη διευθέτηση ή το θέμα θα παραμένει μία ανοικτή πληγή μεταξύ των δύο χωρών;

– Πράγματι, εδώ και δεκαετίες Ελλάδα και Τουρκία διαφωνούν ακόμη και ως προς το ποια ζητήματα αποτελούν διαφορές μεταξύ τους που θα πρέπει να τεθούν προς επίλυση. Οι διαφορές ανάμεσα σε δύο κράτη επιλύονται είτε με πολιτικά/διπλωματικά μέσα (διαπραγματεύσεις, μεσολάβηση, συνδιαλλαγή κ.λπ.) είτε με νομικά/δικαστικά μέσα (προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο ή σε διαιτησία). Εάν δεν επιλυθούν με κάποιο/α από αυτά τα μέσα, διαιωνίζονται και αποτελούν μόνιμη πηγή εντάσεων, κάτι που συμβαίνει σε πολλά μέρη του κόσμου για πολλά ζητήματα. Βασική αρχή του διεθνούς δικαίου σχετικά με την επίλυση των διαφορών είναι ότι τα εμπλεκόμενα κράτη πρέπει να αποδεχτούν από κοινού το μέσο με το οποίο θα επιδιωχθεί η επίλυση των διαφορών τους. Αυτή η (μάλλον προβληματική) αρχή διευκολύνει τα απρόθυμα κράτη να ακολουθούν παρελκυστική πολιτική.

– Έχει προηγηθεί και η συμφωνία της Τουρκίας με τη Λιβύη και την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου. Πώς επηρεάζει τις προσπάθειες οριοθέτησης ΑΟΖ από την Ελλάδα αυτό το μνημόνιο, παρόλο ότι είναι παράνομο;

– Από νομικής άποψης δεν επηρεάζονται. Δύο κράτη (Τουρκία και Λιβύη) δεν μπορούν με μεταξύ τους συμφωνία να στερήσουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Τα δικαιώματα της Ελλάδας στη θαλάσσια περιοχή που καλύπτει το τουρκολιβυκό μνημόνιο εξακολουθούν να υφίστανται παρά το μνημόνιο. Ενδεχόμενη οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας (ή ΑΟΖ) με την Αίγυπτο θα «αποκαταστήσει» την τάξη. Ωστόσο, το τουρκολιβυκό μνημόνιο έχει περιπλέξει την κατάσταση, αφενός επειδή η Τουρκία έχει επεκτείνει έμπρακτα τις διεκδικήσεις της σε περιοχές που καταφανώς δεν έχει δικαίωμα και έχει μάλιστα βρει σύμμαχο, προσδίδοντας έτσι μία νομική επίφαση που διαφορετικά δεν θα υπήρχε, και αφετέρου επειδή έχει προειδοποιήσει ότι θα προχωρήσει σε έρευνες και γεωτρήσεις στην εν λόγω περιοχή, επιδεινώνοντας περαιτέρω την κατάσταση και τις σχέσεις της με την Ελλάδα.

– Η Τουρκία προβάλλει συχνά το επιχείρημα ότι έχει το μεγαλύτερο μέτωπο ακτών στην Ανατολική Μεσόγειο και ότι τα νησιά δεν έχουν ΑΟΖ. Μπορεί να περάσει αυτή τη θέση της πιστεύετε;

– Το επιχείρημα ότι τα νησιά δεν έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ είναι παντελώς αβάσιμο και απορρίπτεται από τη διεθνή κοινότητα, καθώς αντίκειται σε καλά εδραιωμένο κανόνα του δικαίου της θάλασσας, τόσο στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το δίκαιο της θάλασσας (που, ωστόσο, δεν δεσμεύει την Τουρκία) όσο και στο εθιμικό δίκαιο που δεσμεύει όλα τα κράτη, άρα και την Τουρκία. Η Τουρκία είχε παλαιότερα ισχυριστεί ότι δεν δεσμεύεται ούτε από τον συγκεκριμένο κανόνα του εθιμικού δικαίου, επιδιώκοντας να εμφανιστεί ως «επίμονος αντιρρησίας» (persistent objector) που, κατά μία άποψη που υποστηρίζεται από μέρος της θεωρίας του διεθνούς δικαίου, θα μπορούσε να προσδώσει νομιμότητα στο επιχείρημα. Ωστόσο, αφενός είναι αμφίβολο εάν υφίσταται τέτοια δυνατότητα ενός κράτους «επίμονου αντιρρησία» να αυτοεξαιρείται από την καθολική ισχύ του διεθνούς εθιμικού δικαίου, ενώ αφετέρου η σχετική δυνατότητα (εάν εν τέλει κριθεί ότι υπάρχει) θα απαιτούσε απόλυτα συνεπή πρακτική που η Τουρκία δεν έχει επιδείξει, καθώς και άλλες προϋποθέσεις που η Τουρκία επίσης δεν πληροί. Ως προς το επιχείρημα για το μήκος των ακτών, πράγματι έχει κάποια βάση, υπό την έννοια ότι το μήκος των ακτών ενός κράτους λαμβάνεται υπόψη από τα διεθνή δικαστήρια κατά το τελικό στάδιο της διαδικασίας της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ. Συγκεκριμένα, τα διεθνή δικαστήρια εφαρμόζουν το λεγόμενο τεστ δυσαναλογίας (disproportionality test), επιδιώκοντας να μετριάσουν τυχόν άδικα αποτελέσματα που θα είχε η απόλυτη εφαρμογή της μέσης γραμμής για ένα κράτος που έχει σημαντικά μεγαλύτερο μήκος ακτών σε σχέση με τη θαλάσσια περιοχή που του αναλογεί κατ’ εφαρμογή της μέσης γραμμής.

– Πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας-Αιγύπτου και Ελλάδας-Κύπρου;

– Για να υπάρξει οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας (ή/και ΑΟΖ εάν η Ελλάδα τη θεσπίσει) ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αίγυπτο ή/και την Κύπρο θα πρέπει τα εν λόγω κράτη να συμφωνήσουν ότι: α) θα δοθεί πλήρης επήρεια, δηλαδή η μέγιστη δυνατή υφαλοκρηπίδα, στο Καστελόριζο (μαζί με τις Στρογγύλη και Ρω), αποκλείοντας με αυτό τον τρόπο τα όποια δικαιώματα της Τουρκίας στην περιοχή, και ότι  β) θα ακολουθηθεί η μέθοδος της μέσης γραμμής ανάμεσα στο Καστελόριζο και τις ακτές της Αιγύπτου ή/και της Κύπρου. 

Υπενθυμίζεται ότι τον Μάρτιο του 2020, με επιστολή στον ΟΗΕ, η Τουρκία κατέθεσε γεωγραφικές συντεταγμένες που συμπεριλαμβάνουν τη συγκεκριμένη περιοχή (δηλαδή, τη νοητή μέση γραμμή ανάμεσα στο Καστελόριζο και τις ακτές της Αιγύπτου και της Κύπρου) ως δική της υφαλοκρηπίδα, κάτι που οδήγησε σε επίσημη αντίδραση της Ελλάδας. Είναι γνωστό ότι η Αίγυπτος έως τώρα διστάζει να συμφωνήσει τόσο για νομικούς όσο και για πολιτικούς λόγους. Η νομική κατάσταση σχετικά με την υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ του Καστελόριζου είναι πιο πολύπλοκη από ό,τι θεωρεί η κοινή γνώμη σε Ελλάδα και Κύπρο.

Η δικαστική οδός δεν είναι διαθέσιμη

– Σε σχέση με τις παραβιάσεις της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ, πώς μπορεί η Κυπριακή Δημοκρατία να διεκδικήσει νομικά το δίκαιό της; 

– Η δικαστική οδός δεν είναι διαθέσιμη. Ενδεχόμενη μονομερής προσφυγή της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν θα εξεταστεί από το Δικαστήριο, καθώς το Δικαστήριο δεν εκδικάζει υποθέσεις που αφορούν ένα κράτος χωρίς τη συναίνεσή του, και η Τουρκία δεν έχει συναινέσει ούτε θα το κάνει, καθώς δεν αναγνωρίζει την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο παραμένει άλυτο το Κυπριακό και, ως γνωστόν, τη θεωρεί «εκλιπούσα».

– Πώς σχολιάζετε την προβολή από πλευράς Τουρκίας συχνά του επιχειρήματος ότι υπερασπίζεται τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων ως εγγυήτρια δύναμη; 

– Θεωρώ ότι η Τουρκία χρησιμοποιεί το επιχείρημα της εγγυήτριας δύναμης κατά τρόπο αντιφατικό και οπορτουνιστικό. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις εγγυήθηκαν την ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και την κατάσταση πραγμάτων που είχε δημιουργηθεί με τα βασικά άρθρα του Συντάγματος. Καθώς λοιπόν η Τουρκία πλέον θεωρεί την Κυπριακή Δημοκρατία ως «εκλιπούσα», το καθεστώς της εγγυήτριας δύναμης μένει έωλο και χρησιμοποιείται προσχηματικά ως μανδύας των τουρκικών διεκδικήσεων. Επίσης, καθώς οι Τουρκοκύπριοι διεκδικούν χωριστή κρατική υπόσταση, είναι αντιφατικό να επιδιώκουν οποιαδήποτε δικαιώματα πέραν αυτής, παρουσιαζόμενοι ταυτόχρονα και ως κοινότητα στη βάση του συντάγματος ενός κράτους που θεωρούν «εκλιπόν».

Η γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου υπαγορεύει τη  συνεργασία

– Το ερώτημα παραμένει: Γιατί η Ελλάδα τόσα χρόνια δεν προχώρησε σε οριοθέτηση ΑΟΖ; Τι ήταν αυτό που την εμπόδιζε; Φοβόταν την αντίδραση της Τουρκίας ή υπάρχουν και άλλοι λόγοι;

– Πράγματι, η Ελλάδα, όπως και άλλα κράτη της Μεσογείου, δεν έχει κηρύξει ΑΟΖ. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι η Ελλάδα, όπως και όλα τα κράτη με ακτές, έχει αποκλειστικό δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης του θαλάσσιου βυθού και υπεδάφους, και άρα του υποθαλάσσιου πλούτου που πρωτίστως ενδιαφέρει, δυνάμει της υφαλοκρηπίδας. Η θέσπιση ΑΟΖ δίδει σε ένα κράτος τα δικαιώματα που δίδει και η υφαλοκρηπίδα για το θαλάσσιο βυθό και υπέδαφος, και επιπρόσθετα αποκλειστικό δικαίωμα αλιείας, καθώς και άλλως πως εκμετάλλευσης των υπερκείμενων υδάτων στην επιφάνεια της θάλασσας. Οπόταν, εάν το ζητούμενο είναι η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στη Μεσόγειο, η κήρυξη ΑΟΖ δεν είναι προϋπόθεση (παρά την αντίθετη αντίληψη που επικρατεί στην κοινή γνώμη), καθώς τα σχετικά δικαιώματα για τον υποθαλάσσιο πλούτο υπάρχουν δυνάμει της υφαλοκρηπίδας που ισχύει αυτοδίκαια και εξ υπαρχής, χωρίς να χρειάζεται χωριστή πράξη κήρυξης, όπως χρειάζεται για την ΑΟΖ. 

Η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ εκ των πραγμάτων γίνεται με τα γειτονικά κράτη. Με τους θαλάσσιους γείτονες της Ελλάδας ισχύουν σε γενικές γραμμές τα εξής: Με την Ιταλία, ως γνωστόν, η Ελλάδα πρόσφατα επεξέτεινε τη συμφωνία οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας του 1977 και για την επιφάνεια της θάλασσας, ώστε να καλύπτει την αλιεία, και μάλιστα με βάση τη μέθοδο της μέσης γραμμής. Με τη Λιβύη, υπήρχαν συζητήσεις πριν τον εμφύλιο πόλεμο που έχει διχάσει τη χώρα, αλλά δεν κατέληξαν σε οριοθέτηση λόγω διαφωνιών για το σημείο από το οποίο θα ξεκινούσε η μέτρηση, καθώς η Ελλάδα ήθελε να γίνει από διάφορα μικρά νησιά νοτίως της Κρήτης (π.χ., Γαύδος), ενώ η Λιβύη ήθελε από τις ακτές της Κρήτης. Με την Αίγυπτο οι διαπραγματεύσεις είναι σε εξέλιξη είτε για πλήρη οριοθέτηση (δηλαδή από τα δυτικά παράλια της Κρήτης μέχρι και το Καστελόριζο) είτε για μερική (χωρίς το Καστελόριζο). Αν Ελλάδα και Αίγυπτος συμφωνήσουν σε πλήρη οριοθέτηση (με βάση και το Καστελόριζο), ανοίγει ο δρόμος και για οριοθέτηση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κύπρο. Ως προς το Αιγαίο (και την Τουρκία), η οριοθέτηση συνδέεται και με το ζήτημα της επέκτασης των χωρικών υδάτων της Ελλάδας από 6 σε 12 (ή λιγότερα) ναυτικά μίλια, που παραμένει σε εκκρεμότητα λόγω της γνωστής απειλής της Τουρκίας ότι τυχόν επέκταση, που θα διπλασιάσει την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο, περιορίζοντας αντίστοιχα την ανοιχτή θάλασσα, μετατρέποντας μεγάλο τμήμα του Αιγαίου σε ελληνική θάλασσα, θα αποτελέσει αιτία πολέμου (casus belli). 

– Είναι προφανές ότι η Τουρκία επιδιώκει να μπει στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής από τον οποίο έχει μείνει απ’ έξω. Πιστεύετε ότι θα μπορέσει να τα καταφέρει μέσα από την όλη στάση της και τις ενέργειες της;

– Η γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου υπαγορεύει τη συνεργασία, ιδίως σε σχέση με τις θαλάσσιες ζώνες που θα πρέπει εκ των πραγμάτων να οριοθετηθούν μεταξύ των γειτονικών κρατών. Μόνο έτσι θα υπάρξει απρόσκοπτη έρευνα και εκμετάλλευση των υποθαλάσσιων πόρων προς όφελος της ειρηνικής συνύπαρξης και της ευημερίας των λαών της περιοχής. Στην περιοχή έχει αναπτυχθεί ένα πλέγμα συνεργασιών με πρωταγωνίστριες την Κύπρο και την Ελλάδα. Η Τουρκία έχει μείνει εκτός αφενός επειδή δεν αναγνωρίζει την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο είναι άλυτο το Κυπριακό και αφετέρου επειδή δεν έχει φιλικές σχέσεις με τις κυβερνήσεις της Αιγύπτου και του Ισραήλ. Επιδιώκει να αποκτήσει το μερίδιο (του λέοντος) που η ίδια αυθαίρετα έχει αποφασίσει ότι δικαιούται με τρόπο εκβιαστικό, βασιζόμενη στη στρατιωτική ισχύ της, επιδιώκοντας τετελεσμένα, και παραγνωρίζοντας τα δικαιώματα όποιων κρατών στέκονται εμπόδιο σε αυτούς τους σχεδιασμούς ή ερμηνεύοντας κατά το δοκούν (και συχνά αντιφατικά) τους σχετικούς κανόνες του δικαίου της θάλασσας. Είναι προφανές ότι μία τέτοια πρακτική δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής. Δυστυχώς, ωστόσο, η διακυβέρνηση Ερντογάν έχει δείξει ότι ελάχιστα ενδιαφέρεται για τις κοινές αρχές και αξίες που προσδιορίζουν ένα έντιμο πλαίσιο συνεργασίας. Το θετικό (αλλά μάλλον απομακρυσμένο) σενάριο είναι η Τουρκία να αλλάξει στάση, αποδεχόμενη τους κανόνες και τις διαδικασίες του διεθνούς δικαίου απέναντι σε όλα τα κράτη της περιοχής (πιο πιθανό είναι να το κάνει εν μέρει και επιλεκτικά έναντι ορισμένων). Παράλληλα, πάντως, φαίνεται ότι προσπαθεί να προσεταιριστεί και άλλες κυβερνήσεις στην περιοχή πέραν της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Λιβύης.

– Ποια πιστεύετε ότι θα είναι η λύση σε αυτή την αντιπαράθεση στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου;

– Μόνο μία συμφωνημένη λύση (όποια και αν είναι αυτή) θα μπορούσε να είναι βιώσιμη.

Φιλελεύθερος

σχετικά άρθρα