Weather Icon
Απόψεις , Τουρκία 29 Ιουλίου 2020

Τουρκία: μαζική φυγή από την «χώρα που διώκει την σκέψη»

Τουρκία: μαζική φυγή από την «χώρα που διώκει την σκέψη»

Aπό την σκιερή, πλακόστρωτη βεράντα του Τανέρ, η θάλασσα και, απέναντι, το κάστρο του νησιού ξεπροβάλλουν μέσα από τα κλαδιά των ψηλών ευκαλύπτων, φυτεμένων κατά μήκος του κόλπου. Από το στερεοφωνικό ακούγεται η φωνή του τενόρου Φιλίπ Ζαρούσκι.

Γράφει ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας

Στο τραπέζι, οι μεζέδες –σπιτική ταραμοσαλάτα, τοπικά τυριά, ελιές– είναι σερβιρισμένοι σε πορσελάνινα πιάτα με μοτίβα τουρκικής παραδοσιακής κεραμικής. Τα πιάτα του Τανέρ προέρχονται από τις συλλογές των καταστημάτων Μudo και Paşabahçe, όπως και σημαντικό μέρος του δικού μου νοικοκυριού. Θυμάμαι πώς το κουβάλησα, σχεδόν ακέραιο, από την Πόλη στην Αθήνα, το 2015, όταν αποφάσισα πως δεν άντεχα άλλο την «Νέα Τουρκία».

«Ψήγματα της Τουρκίας εξόριστα στην Ελλάδα» σχολιάζει η Φρίντα, ξένη διπλωμάτις στην Αθήνα, για τα πιατικά. Δεν είναι όμως οι μόνοι εξόριστοι στην βεράντα. Αυτοεξόριστοι είναι και οι περισσότεροι της παρέας, Τούρκοι που έχουν σκορπισθεί, τα τελευταία χρόνια, ανά την Ευρώπη. Ο Τανέρ, πανεπιστημιακός, ζει τον μισό χρόνο στην Αθήνα και τον άλλο μισό στο νησί. Παντρεμένη με Έλληνα, η Ιπέκ, επίσης πανεπιστημιακός, ζει στην Αθήνα και παραθερίζει εδώ. Η Ντιλέκ, δημοσιογράφος που έζησε το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής της στο Παρίσι, ζει πια μονίμως στο νησί. Όλοι έχουν αγοράσει σπίτια στο νησί. Το ίδιο σκέφτεται να κάνει και ο Λεβέντ, που ζει στην Γερμανία αλλά σκέφτεται να εγκατασταθεί εδώ. Εγώ και ο συνταξιδιώτης μου Τζαν επισκεπτόμαστε πρώτη φορά το νησί. Αναπάντεχα, βρισκόμαστε μεταξύ Τούρκων φίλων και γνωστών. Ο Τανέρ, στο σπίτι του οποίου φιλοξενούμαστε, αποτελεί τον συνδετικό κρίκο και το σπίτι του το σημείο συναντήσεών μας.

Από το σημείο που είμαστε δεν φαίνονται οι τουρκικές ακτές, λίγα ναυτικά μίλια ανατολικά. «Γι αυτό αγόρασα σπίτι εδώ» λέει ο Τανέρ. «Τους γυρίζω επιδεικτικά την πλάτη». Οι υπόλοιποι συνδαιτημόνες σιωπούν – το θέμα της πατρίδας που «προτιμούν να ξεχάσουν» είναι επώδυνο. Ο Τανέρ καταζητείται στην Τουρκία. Οι υπόλοιποι, κι ας μην εκκρεμεί εις βάρος τους δίωξη, φοβούνται να επισκεφθούν την χώρα όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Η –γεμάτη αναπάντητα ερωτηματικά– απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 έδωσε στον Έρντογαν την ευκαιρία να εδραιώσει την μονοκρατορία του, εξαπολύοντας ανηλεή διωγμό κατά παντός αντιφρονούντα.

Ιούλιος: μήνας αναμνήσεων και ενδοσκόπησης για τους Τούρκους διαφωνούντες

Για πολλούς Τούρκους και για όλους σχεδόν τους ξένους που ζήσαμε επί μακρόν στην Τουρκία, ο Ιούλιος είναι, τα τελευταία χρόνια, ο μήνας της ενδοσκόπησης. Αυτή, πάλι, έχει μια γεύση φρικτή, σαν να μασάς στάχτη. Γύρω από το τραπέζι, σε ένα ελληνικό νησί, κοντά αλλά σε απόσταση (οπτικής, τουλάχιστον) ασφαλείας από την Τουρκία, καθόμαστε για πολλοστή φορά να θυμηθούμε πού μας βρήκε εκείνο το βράδυ του Ιουλίου 2016. Ο Τανέρ και η Ντιλέκ δειπνούσαν με μια παρέα σε γνωστό εστιατόριο του νησιού. Ήταν η πρώτη της επίσκεψη στο νησί, όπου έμελλε να εγκατασταθεί. «Η είδηση μας χάλασε τις διακοπές, αυτά που ακολούθησαν μας στέρησαν κάθε ελπίδα για την Τουρκία» λέει με πικρία. Τον Λεβέντ, που δειπνούσε σε σπίτι φίλων, «προσγείωσαν» τα τηλεφωνήματα Γερμανών δημοσιογράφων.

Όσο για μένα, είχα εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη στις 13 Ιουλίου, τρεις μέρες πριν την επεισοδιακή νύχτα, για την Μασσαλία, με τον Τζαν πάλι συνταξιδιώτη. Στην Γαλλία ίσχυε, από το 2015 και τις επιθέσεις των ισλαμιστών, κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Η 14η Ιουλίου, Ημέρα της Βαστίλλης, ξημέρωσε ειδυλλιακή, με λιακάδα και τον μιστράλ, τον άνεμο της Προβηγκίας, να δροσίζει την σημαιοστολισμένη πόλη. Ίχνος εορτασμού δεν υπήρχε το απόγευμα στο παλαιό λιμάνι της Μασσαλίας. Λίγο αφότου επιστρέψαμε στο σπίτι, διαδόθηκε η τρομακτική είδηση της πολύνεκρης σφαγής στην Νίκαια. Συγγενείς και φίλοι άρχισαν να μας αναζητούν. Μας πάγωσε το αίμα.

Αντίστοιχα τρομακτική έμελλε να είναι και η επομένη. Μετά το βραδινό, τράβηξαν την προσοχή μου οι συνεχείς ειδοποιήσεις στο Facebook. Όταν είδα την φωτογραφία με το τανκ στην Γέφυρα του Βοσπόρου, η πρώτη μου σκέψη ήταν πως επρόκειτο για τρομοκρατική ενέργεια. Στις 28 Ιουνίου το «Ισλαμικό Κράτος» είχε επιτεθεί στο αεροδρόμιο Ατατούρκ, σκοτώνοντας σαρανταπέντε άτομα. Ήταν η τρίτη κατά σειρά επίθεση της συγκεκριμένης οργάνωσης στην Τουρκία και η πέμπτη εκείνη την χρονιά – δεκάδες Τούρκοι και ξένοι είχαν πέσει νεκροί. Την προηγουμένη είχε συμβεί η σφαγή της Νίκαιας. Ούτε εγώ ούτε καν ο Τζαν –που ανέκαθεν δήλωνε πως η Τουρκία είναι «πέραν πάσης σωτηρίας»– δεν φαντάσθηκε πως θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός πραξικοπήματος. Τουλάχιστον όχι έργου της παλιάς κεμαλικής φρουράς, που είχε πια χάσει τον έλεγχο του στρατεύματος. «Πραξικόπημα, πόσο ρετρό» είχαμε γελάσει.

Πήρε κάποια λεπτά και πολλές κοινοποιήσεις και μηνύματα απελπισίας φίλων και γνωστών για να πεισθούμε πως όχι, δεν ήταν συναγερμός για επικείμενο τρομοκρατικό χτύπημα. Και τότε πιάσαμε κι εμείς τα τηλέφωνα, όπως είχαν κάνει και ο Τανέρ, η Ντιλέκ, ο Λεβέντ και εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι. Θυμάμαι τον ήχο των μαχητικών που διαπερνούσε τις συνομιλίες μας με τους φίλους και συγγενείς στην Πόλη – «μας βομβαρδίζουν» έλεγαν έχοντας κρυφτεί κάτω από τραπέζια, πέφτοντας στο πάτωμα πίσω από έπιπλα. Ούτε εμείς ούτε εκείνοι μπορούσαμε να ξέρουμε πως δεν ήταν βόμβες αλλά μαχητικά που έσπαζαν το φράγμα του ήχου. Όταν είσαι μακριά από ένα μέρος όπου συμβαίνει κάτι κακό και δεν έχεις πλήρη εικόνα, τα πάντα φαντάζουν πιο τρομακτικά.

Για την οργάνωση της απόπειρας πραξικοπήματος κατηγορήθηκε ο αυτοεξόριστος στις ΗΠΑ ιεροκήρυκας Φετουλλάχ Γκιουλέν (η «ευλογία» ή συναίνεσή του στο εγχείρημα γίνεται ευρέως δεκτή). Έτσι, την αποτυχίας της ακολούθησε μια άνευ προηγουμένου επιχείρηση κοινωνικής μηχανικής, που αναμόρφωσε ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό. Πάνω από διακόσιες χιλιάδες «ανεπιθύμητοι», το 10% του συνόλου των δημοσίων υπαλλήλων, έχουν απολυθεί έκτοτε σε διαδοχικά κύματα, κατηγορούμενοι ως μέλη ή συμπαθούντες της οργάνωσης του Γκιουλέν. Οι συνταγματικές αλλαγές που επί χρόνια προωθούσε ο Έρντογαν, προς την καθιέρωση «εκτελεστικής προεδρίας» με υπερεξουσίες, εγκρίθηκαν το 2017 με δημοψήφισμα. Εκτός από το κράτος, ο Έρντογαν «αναμόρφωσε» και το πολιτικό σύστημα για να το φέρει στα μέτρα του.

Ο Τανέρ, όπως πολλοί γνωστοί και φίλοι μου, ανήκει στην ομάδα των προοδευτικών διανοουμένων που, για μεγάλο διάστημα, στήριξαν τον Έρντογαν. Πίστεψαν στην ρητορική του περί «ανοίγματος» της κοινωνίας, κατάργησης της στρατιωτικής κηδεμονίας επί του δημοσίου βίου και ένταξης στην Ευρώπη. Το μίσος τους για τους κεμαλιστές της παλαιάς φρουράς, τον τυφλό εθνικισμό τους και το στράτευμα ήταν τόσο μεγάλο, ώστε προτίμησαν τον «διάβολο που δεν ήξεραν». Προσπάθησαν να πείσουν τους εαυτούς τους πως δεν ήταν διάβολος αλλά «παρεξηγημένος». Έτσι, από το 2002 και για πάνω από δεκαετία, ως την πρωτοφανή καταστολή που κατέπνιξε τις διαδηλώσεις του Γκεζί το 2013, υπήρξαν συνοδοιπόροι εκείνου που σήμερα μισούν.

Χρυσό άγαλμα του Έρντογαν στα πλαίσια της Μπιενάλε του Βισμπάντεν του 2018. Τελικά απομακρύνθηκε όταν κάποιος έγραψε πάνω «Τούρκος Χίτλερ».

Η Ντιλέκ, όπως εγώ και ο Τζαν, είχαμε –ανέκαθεν– την ίδια απέχθεια προς τους κεμαλιστές. Ποτέ όμως δεν πιστέψαμε τις επαγγελίες του νυν μονοκράτορα. Ποτέ δεν πιστέψαμε πως ένας ηγέτης και ένα κόμμα όπως το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), με ρίζες στην ισλαμική ακροδεξιά και τον μισαλλόδοξο εθνικισμό της, θα έφερναν σε βάθος χρόνου την αλλαγή προς το καλύτερο. Έτσι, για μεγάλο διάστημα ήμασταν οι «κακοί», οι αντιδραστικοί, οι σνομπ. Θυμάμαι πολύ καλά τον «έρωτα» στην Ελλάδα για τον Έρντογαν – φαινόμενο αντίστοιχο με τον θαυμασμό για τον Πούτιν. Πολλοί ανεβοκατέβαζαν τον Έρντογαν ως «μεγάλο ηγέτη» και «την καλύτερη λύση» τόσο για την Τουρκία όσο και για τα ελληνοτουρκικά…

Η διολίσθηση στον αυταρχισμό και η μεγάλη φυγή

«Η απόπειρα πραξικοπήματος αποτελεί ορόσημο για την εντατικοποίηση των διώξεων» σημειώνει η Ντιλέκ. «Με εξοργίζει, ωστόσο, που πολλοί στον ξένο τύπο αρχίζουν την αφήγηση της Καθόδου της Τουρκίας στον Άδη από το 2016, λες και τα προηγούμενα χρόνια η χώρα ζούσε την χρυσή εποχή της. Τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα χρόνια πριν την απόπειρα πραξικοπήματος». Όταν το ΑΚΡ ήλθε στην εξουσία το 2002, το ισλαμικό κίνημα δεν είχε δικούς του διανοουμένους με απήχηση στην τουρκική κοινωνία. Έτσι, προσέγγισε φιλελεύθερους και αριστερούς διανοουμένους, γνωστούς για τις διαφωνίες τους με το κεμαλικό κατεστημένο και την παπαγαλία του.

Η Ντιλέκ ήταν, ως φοιτήτρια, ακτιβίστρια της μαρξιστικής αριστεράς, ενώ αρθρογραφεί σε αριστερές εφημερίδες. «Με πλησίασαν, αλλά αρνήθηκα να συνεργασθώ μαζί τους, παρότι οι προτάσεις τους τότε σε κάποια κοινωνικά ζητήματα ήταν ενδιαφέρουσες. Ήταν ένα κόμμα θρησκευτικών καταβολών κι εγώ άθεη. Το 2002 είπα, τι να κάνουμε, το ΑΚΡ συγκινεί την πλειοψηφία των Τούρκων και τους εξέλεξαν. Αυτή είναι η δημοκρατία. Ο Έρντογαν όταν ανέλαβε πρωθυπουργός είχε πει πως θα είναι “πρωθυπουργός όλων των Τούρκων”. Άρχισε να πνέει στην Τουρκία ένας άνεμος ελευθερίας που δεν είχαμε ξαναδεί. Μας γέμισε ελπίδες για την χώρα. Έσβησε όμως γρήγορα…»

Για την Ντιλέκ, τα πρώτα σύννεφα άρχισαν να προβάλλουν το 2005, όταν ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για την πιθανή ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. «Το 80% των Τούρκων ήταν υπέρ της ένταξης, υπήρχε ένα ντελίριο. Το ΑΚΡ, όμως, προωθούσε δύο παράλληλα αφηγήματα για την ΕΕ. Στην ευρύτερη κοινωνία, προωθούσε ένα φιλοευρωπαϊκό αφήγημα, κατά το οποίο η ένταξη θα συνέβαλε καίρια στον εκδημοκρατισμό και την ευημερία της χώρας. Στο εσωτερικό του ακροατήριο, η ένταξη και οι διαπραγματεύσεις συζητούντο ως τακτική για να αποκτήσει το ΑΚΡ μεγαλύτερη εξουσία. Για μένα, το κλίμα άρχισε να αλλάζει ριζικά μετά την δολοφονία του Αρμενίου δημοσιογράφου και εκδότη Χραντ ΝτινκMass protest at editor’s funeral | The Guardian, το 2007. Εκείνη την χρονιά έγινε σαφές πως η κυβέρνηση είχε υποβιβάσει σημαντικά την ευρωπαϊκή ένταξη ως προτεραιότητα, εστιάζοντας στην προσπάθειά της να θέσει τους πολιτικούς θεσμούς υπό τον έλεγχό της». Την ίδια εποχή ο Τανέρ «χώρισε δρόμους» με το ΑΚΡ, απογοητευμένος με την έλλειψη προόδου στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Στην κηδεία του δημοσιογράφου και εκδότη Χραντ Ντινκ, κόσμος κρατά πλακάτ που γράφουν «Είμαστε όλοι ο Χραν, είμαστε όλοι Αρμένιοι», 2007. [OZAN KOSE / AFP]

Πολλοί προοδευτικοί διανοούμενοι, ωστόσο, άργησαν να μιλήσουν. «Το ΑΚΡ τους μάζεψε πολλούς που δεν είχαν, ως τότε, πανεπιστημιακή καριέρα, και τους διόρισε στα πανεπιστήμια και σε κυβερνητικές επιτροπές. Απέκτησαν έτσι σημαντική προβολή και ήλθαν –για πρώτη φορά– κοντά στην εξουσία, κάτι που τους κολάκευσε. Ήταν πολύ κοντά στον Έρντογαν και την κυβέρνηση για να διαμαρτυρηθούν» λέει η Ντιλέκ με κάποια πικρία. «Ήξεραν, πιστεύω, πως αν μιλούσαν θα έχαναν τις θέσεις, την προβολή και τα προνόμιά τους. Το έκαναν μονάχα όταν, το 2013, δεκάδες νέοι έπεσαν νεκροί στις διαδηλώσεις του Γκεζί. Όλοι τότε κατάλαβαν πως τίποτε από όσα ελπίζαμε δεν θα γινόταν πραγματικότητα και όλα θα γύριζαν πίσω…»

Οι οδομαχίες στο Γκεζί, Μάιος 2013. [BULENT KILIC / AFP]

Θυμάμαι τα γεγονότα του Γκεζί ως την πιο έντονη εμπειρία της ζωής μου στην Τουρκία. Ήμουν στο πάρκο Γκεζί και τις διαδηλώσεις γύρω από αυτό σχεδόν κάθε μέρα. «Θα είχε δίκιο να πει κανείς για μας, “It was their finest hour”» λέει ο Τζαν, που είχε επιστρέψει στην Πόλη από την Αγγλία για να συμμετάσχει, παραπέμποντας στην φράση του Τσώρτσιλ. Η έκρηξη οργής της νεολαίας συνεπήρε τους πάντες, ανεξαρτήτως κόμματος, με εξαίρεση τους οπαδούς του ΑΚΡ. Ήταν η στιγμή που πιστέψαμε, όλοι σχεδόν στον φιλικό μου κύκλο, πως η νεολαία της Τουρκίας θα μπορούσε να ξαναγράψει τους όρους του πολιτικού παιγνιδιού και να σταματήσει την κάθοδο της χώρας στον αυταρχισμό, την διαφθορά και τον νεο-συντηρητισμό των ισλαμιστών. Ήταν και η στιγμή που ο Έρντογαν και τα στελέχη του ΑΚΡ φοβήθηκαν πως θα χάσουν –ύστερα από ένδεκα χρόνια– την εξουσία.

Η άδοξη κατάληξη του ξεσηκωμού οδήγησε πολλούς φίλους και γνωστούς στην απόφαση να εγκαταλείψουν την χώραTurkey brain drain: Crackdown pushes intellectuals out | BBC. Άρχισε η φυγή νέων και διανοουμένων στο εξωτερικό και οι προσπάθειες, όσων μπορούσαν, να αποκτήσουν δεύτερο διαβατήριο ή άδεια παραμονής σε ευρωπαϊκή χώρα. Μετά το «πραξικόπημα» του 2016, στον απόηχο των εκκαθαρίσεων, των φυλακίσεων και των διώξεων, το ρυάκι της φυγής από την Τουρκία έγινε ποτάμι. Εγώ άντεξα ως τα μέσα του 2015 – κάθε μέρα με ενοχλούσαν όλο και περισσότερα πράγματα στην Τουρκία, ενώ έπαψα να αισθάνομαι την Κωνσταντινούπολη σπίτι μου.

Η απόφαση να φύγω ήταν δική μου και έγινε χωρίς να πιέσει κανείς. Όσο για τον Τανέρ, έδωσε τέλος στην ζωή του στην Πόλη κυριολεκτικά «την τελευταία στιγμή», γλιτώνοντας τα χειρότερα. «Το 2017 πήγα για κάποιους μήνες στην Πόλη να πουλήσω το διαμέρισμά μου. Έφυγα μόλις ολοκληρώθηκε η πώληση και εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, όπου αγόρασα σπίτι. Ένα μήνα αργότερα, με πήρε τηλέφωνο ο αγοραστής, “ήλθαν κάποιοι της ασφάλειας εδώ και σε έψαχναν” μου είπε. Έμαθα πως εκκρεμούν εναντίον μου δύο εντάλματα σύλληψης…»

Οι κατηγορίες που εκτοξεύονται προκειμένου να κλείσουν τα στόματα όποιου ασκεί δημόσια κριτική είναι αναίσχυντα ψευδείς. Κατηγορούνται πάντοτε για «τρομοκρατική προπαγάνδα», ότι προπαγανδίζουν δηλαδή τις θέσεις της ένοπλης κουρδικής οργάνωσης ΡΚΚ ή της οργάνωσης HizmetWhat is the Hizmet movement? | Gulen Movement του Φετουλλάχ Γκιουλέν. «Η τελευταία σταγόνα ήταν η δίωξη πολλών από τους υπογράψαντες την ανοικτή επιστολή Πανεπιστημιακοί για την Ειρήνη» σημειώνει η Ντιλέκ. Πάνω από χίλιοι πανεπιστημιακοί την υπέγραψαν, στις αρχές του 2016, καλώντας την κυβέρνηση να δώσει τέλος στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και την βία κατά των αμάχων στις νοτιοανατολικές (κουρδικής πλειονότητας) επαρχίες της χώρας».

Με την κατηγορία της «τρομοκρατικής προπαγάνδας» σαπίζουν σήμερα στις φυλακές πάμπολλοι διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, συγγραφείς και απλοί πολίτες, οι οποίοι κατηγορούνται για συμμετοχή στα γεγονότα του Γκεζί ή στην απόπειρα πραξικοπήματος. Γνωστότερη περίπτωση εκείνη του Οσμάν ΚαβάλαOsman Kavala, βαθύπλουτου επιχειρηματία, φιλανθρώπου και μαικήνα φιλελεύθερων και φιλοευρωπαϊκών αντιλήψεων. Ο Καβάλα, που κατάγεται από οικογένεια καπνοπαραγωγών της ομώνυμης πόλης, κατηγορήθηκε ως «ο άνθρωπος του Σόρος στην Τουρκία». Τον κατηγόρησαν ότι διοργάνωσε –από κοινού με τον δημοσιογράφο Τζαν ΝτουντάρΤζαν Ντουντάρ: Ο δημοσιογράφος που ο Έρντογαν αποκαλεί τρομοκράτη και τον ηθοποιό Μεχμέτ Αλί ΑλαμπόραMemet Ali Alabora– τον ξεσηκωμό στο Γκεζί. Βρίσκεται στην φυλακήFrom Prominent Turkish Philanthropist to Political Prisoner | The New York Times από τον Νοέμβριο του 2017. Παρότι απηλλάγη των κατηγοριών για την «διοργάνωση των διαδηλώσεων του Γκεζί» τον περασμένο Φεβρουάριο, συνελήφθη εκ νέουTurkey: Global campaign marks Osman Kavala’s 1,000th day behind bars | Αmnestuy International κατηγορούμενος για συμμετοχή στο πραξικόπημα του 2016 και κατασκοπεία.

Ο Οσμάν Καβάλα στα 100 χρόνια της Αρμενικής Γενοκτονίας, στην πλατεία Ταξίμ το 2015. [Wikimedia Commons]

«Η περίπτωση του Οσμάν είναι πολύ χαρακτηριστική, προσωποποιεί οτιδήποτε ενοχλεί το καθεστώς» λέει η Ντιλέκ. «Δεν είναι αρκετά Τούρκος – η καταγωγή του από την ελληνική Μακεδονία είναι προφανής» εξηγεί ο Τανέρ. «Είναι πλούσιος αλλά όχι νεόπλουτος, είναι άθεος, ενώ υπήρξε “προστάτης” της αριστεράς…» «Μετά το πραξικόπημα του 1980 διοχέτευε ποσά στους αριστερούς πουν είχαν χάσει τις δουλειές τους. Τον έλεγαν “κόκκινο δισεκατομμυριούχο”» θυμάται η Ντιλέκ. «Τα τελευταία χρόνια έκανε ό,τι μπορούσε να δυσαρεστήσει το ΑΚΡ. Ασχολείτο συνέχεια με τις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες. Μόνο που δεν είναι γκέι – είναι το μόνο στοιχείο που του λείπει για να συγκεντρώσει όλα τα μισητά για το ΑΚΡ χαρακτηριστικά…» Ο Τζαν πιστεύει πως οι αρχές θέλουν να εξοντώσουν τον Καβάλα, ώστε να βάλουν χέρι στην αμύθητη περιουσία του. «Το καθεστώς δρα όπως οι Σουλτάνοι, που οδηγούσαν στον δήμιο τους πλουσιότερους και ισχυρότερους πασάδες προκειμένου να τους κατάσχουν την περιουσία» λέει. «Ο τίτλος “Σουλτάνος” για τον Έρντογαν δικαιολογείται σε πολλαπλά μέτωπα…»

Οι κατηγορίες κατά των διανοουμένων και δημοσιογράφων μπορεί να είναι γελοίες, η δαμόκλειος σπάθη που κρέμεται πάνω τους, όμως, είναι απολύτως πραγματική. «Η Τουρκία σήμερα δεν ανέχεται την κριτική, δεν έχει χώρο για σκέψη» λέει η Ντιλέκ. «Η διαφωνία χαρακτηρίζεται τρομοκρατία. Την πραγματική τρομοκρατία, φυσικά, την ασκεί το κράτος». Όπως σε φορά όταν βρισκόμαστε, πιάνουμε το προσκλητήριο των απόντων – όσων εγκατέλειψαν την Τουρκία ή βρίσκονται στην φυλακή. Ο πανεπιστημιακός Τζενγκίζ Ακτάρ και ο δημοσιογράφος Ραγκίπ Ντουράν ζουν στην Ελλάδα, ο ηθοποιός Μεχμέτ Αλί Αλαμπόρα και η συγγραφέας Ελίφ Σαφάκ στην Βρετανία, ο δημοσιογράφος Τζαν Ντουντάρ και η συγγραφέας Ασλί ΈρντογανΑσλί Ερντογάν στην Γερμανία, ο δημοσιογράφος Τζενγκίζ Τσαντάρ στην Σουηδία, η συγγραφέας Ετζέ ΤεμέλκουρανΤι είπε η μαχητική Τουρκάλα συγγραφέας Ετζέ Τεμελκουράν στον Ιανό | Lifo στην Κροατία… Αναρωτιόμαστε πού βρίσκονται διανοούμενοι όπως ο Χασάν Τζεμάλ, που του είχαν κατάσχει το διαβατήριο και απαγορεύσει την έξοδο από την χώρα, ο Μουράτ Μπελγκέ, ο Μπασκίν Οράν. Πολλοί δεν πρόλαβαν, δεν θέλησαν ή δεν μπορούν – για σωρεία λόγων – να φύγουν. Αρκετοί ζουν, κατά τα λόγια της Ντιλέκ, έναν «κοινωνικό θάνατο»Amid Turkey’s brain drain, why some choose to stay | The Christian Science Monitor, χωρίς να μπορούν να μιλήσουν, φοβούμενοι για τις οικογένειές τους.

Ο Τζαν και η Ιπέκ επισκέπτονται, αναγκαστικά, την Τουρκία δυο-τρεις φορές τον χρόνο, καθώς οι γονείς, συγγενείς και πολλοί φίλοι τους παραμένουν εκεί. Προσπαθούν να μην διατυπώνουν αντικαθεστωτικές απόψεις δημόσια. Εκείνη, ιδίως, κρατά πολύ χαμηλό προφίλ. «Ξέρεις πόσοι συνάδελφοί μου πηγαίνουν το βράδυ για ύπνο με τον φόβο πως θα χτυπήσει η ασφάλεια την πόρτα τους;» Οι πανεπιστημιακοί αυτολογοκρίνονται στις παραδόσεις – η πρακτική φιλοκυβερνητικών φοιτητών ή διδασκόντων να καταγγέλουν στην ασφάλεια κάθε κριτικό σχόλιο έχει γενικευθεί από το 2016 και εφεξής. «Η χώρα έχει γεμίσει yesmen και καταδότες» διαμαρτύρεται ο Τανέρ. «Χαίρομαι που τα παιδιά μου είναι –και αισθάνονται– Γάλλοι. Έτσι, ό,τι συμβαίνει στην Τουρκία τα στενοχωρεί λιγότερο…»

Η Τουρκία αδειάζει από το πολυτιμότερο κοινωνικό κεφάλαιό της. «Οι καλύτεροι φεύγουν» λέει ο Τανέρ. Και δεν είναι μόνο οι διανοούμενοι ή οι μεσήλικες. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, ιδίως νέοι, εγκατέλειψαν την χώρα από το 2013Spurning Erdogan’s Vision, Turks Leave in Droves, Draining Money and Talent | The New York Times ως σήμερα. Αναλογίζομαι πόσους, φίλους και γνωστούς φίλων, με εξαιρετική μόρφωση και προοδευτική κοσμοθεωρία, συνάντησα σε κάθε μου μακρινό ταξίδι μετά το 2013. Κάποιοι, ελάχιστοι, βρήκαν απασχόληση στον τομέα τους – η Ιρέμ και ο Αϊλάν, πανεπιστημιακοί, διδάσκουν στην Νέα Ορλεάνη και το Σάου Πάουλου αντίστοιχα. Οι περισσότεροι άλλαξαν, εκτός από χώρα, και επάγγελμα και τρόπο ζωής.

To μνημείο στην Άγκυρα για τα θύματα της απόπειρας του πραξικοπήματος, στη φετινή επέτειο, 15 Ιουλίου 2020. [ADEM ALTAN / AFP]

Η Μπουρτζού, στέλεχος επιχειρήσεων άλλοτε στην Πόλη, δουλεύει σε καφέ στο Μπουένος Άιρες και η Αϊσεγκιούλ, δημοσιογράφος, εργάζεται ως σεφ στο Λονδίνο. Ο Ερτάν, από τραπεζικός στην Σμύρνη έγινε κεραμίστας στην Λισαβόνα και η Σινέμ, ιδιωτική υπάλληλος σε πολυεθνική στην Πόλη, ασχολείται με τον τουρισμό και το blogging στο Μοντεβιδέο. Το κοινό σημείο όλων, αυτό που επαναλαμβάνουν συνεχώς, λες και φοβούνται μην το ξεχάσουν: «στην Τουρκία δεν θα επιστρέψω ποτέ». Η χώρα τους δεν υφίσταται ως επιλογή εγκατάστασης. Είναι διατεθειμένοι, τώρα που πήραν την γεύση της πρώτης μετοικεσίας, να μετακομίσουν παραπέρα. «Ποτέ όμως πίσω» όπως λέει, με κάποια ανακούφιση, η Σινέμ.

Η Ελλάδα ως καταφύγιο και οι ανησυχίες των εδώ Τούρκων

Κανείς τους δεν αισιοδοξεί για το μέλλον. Η Ντιλέκ, που στα φοιτητικά της χρόνια έζησε από κοντά τον τρόμο και τις διώξεις της χούντας Εβρέν (1980-1983), είναι κατηγορηματική: η κατάσταση, λέει, είναι πολύ πιο επικίνδυνη σήμερα. «Οι χούντες ξέρουν πως κυβερνούν με την δύναμη των όπλων και χωρίς λαϊκή νομιμοποίηση. Το καθεστώς Έρντογαν σήμερα, αντίθετα, επικαλείται συνεχώς την τελευταία για να επιφέρει σαρωτικές αλλαγές στο κράτος και την κοινωνία, που αντίστοιχες δεν είδε η Τουρκία από την εποχή των κεμαλικών μεταρρυθμίσεων. Το ΑΚΡ φέρθηκε πολύ έξυπνα, ξαναδημιούργησε το κράτος. Οι αλλαγές που συντελέσθηκαν θα παραμείνουν, δύσκολα ξεγίνονται». «Πόσο βαθιά μέσα στον βούρκο βυθίστηκε η Τουρκία», επαναλαμβάνει συχνά ο Τζαν, «πόσο γρήγορα έγιναν όλα, γρηγορότερα κι από τους χειρότερους φόβους μας».

Η τάξη που σήμερα κυβερνά την Τουρκία ξεπήδησε από τα ιμάμ-χατίπ, τα περίφημα ιεροδιδασκαλεία που ο Κενάν Εβρέν εξομοίωσε με λύκεια, προκειμένου να χτυπηθεί η ιδεολογική επιρροή της αριστεράς πάνω στην τότε νεολαία, εξηγεί η Ντιλέκ. «Σιγά σιγά προώθησαν τους αποφοίτους των ιμάμ-xατίπ στα πανεπιστήμια, παράγοντας μια δική τους τάξη ιδεολόγων» λέει. «Με μια σειρά μεταρρυθμίσεων στην παιδεία έθεσε τις βάσεις για την δημιουργία της “θρήσκας γενιάς” που υποσχόταν στους ψηφοφόρους του, μιας γενιάς αγραμμάτων, ημιμαθών και φανατικών» προσθέτει ο Τανέρ. Τονίζει πως στην Τουρκία πρέπει πλέον να μιλάμε για καθεστώς. «Γίνονται μεν εκλογές, αλλά βάση της δημοκρατίας είναι η διάκριση των εξουσιών και το κράτος δικαίου. Ούτε λόγος για αυτά στην Τουρκία. Οι θεσμοί υπάρχουν, αλλά δεν λειτουργούν – δεν είναι παρά μαριονέτες της προεδρίας».

Χαρακτηριστική της κατάργησης της διάκρισης των εξουσιών θεωρεί ο Τανέρ την πρόσφατη δικαστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που άνοιξε τον δρόμο στο διάταγμα του Έρντογαν για την επαναφορά της Αγίας Σοφίας στην ισλαμική λατρεία. «Η απόφαση βγήκε κατά παραγγελία του Έρντογαν» λέει. Όλοι τους την δέχθηκαν ως δυνατό χαστούκι που –με εξαίρεση τον Τανέρ– δεν το περίμεναν. «Εγκατέλειψα την Τουρκία το 1998, λόγω συστηματικής παρενόχλησής μου – ασχολούμην τότε με την Αρμενική Γενοκτονία και οι εθνικιστές με είχαν στο στόχαστρο» λέει η Ντιλέκ. Αν τώρα ζούσα στην Τουρκία, θα έφευγα μετά την απόφαση για την Αγία Σοφία. Αν η κίνηση αυτή είναι για τον Έρντογαν ένας εύκολος τρόπος να κερδίσει δημοτικότητα, για εμάς είναι μεγάλη προσβολή».

 

Η ιδιότητα της Αγίας Σοφίας ως μουσείο αποτελεί σύμβολο της Τουρκικής Δημοκρατίας και η αλλαγή χρήσης κόκκινη γραμμή, τονίζει η δημοσιογράφος. «Ο Έρντογαν δεν σέβεται ούτε τα σύμβολα ούτε την λογική» λέει. Ο Τανέρ λέει πως ανατρίχιασε με το σόου της πρώτης προσευχής στον ναό. «Μέσα και γύρω από τον ναό στοιβάστηκαν τα ίδια λούμπεν στοιχεία που στοιβάζονται να γιορτάσουν την επέτειο της “Κατάκτησης της Πόλης”. Ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων έκανε κήρυγμα κραδαίνοντας ένα ξίφος – το “ξίφος του Ισλάμ” που παραπέμπει στην Κατάκτηση. Οι εικόνες αυτές μας αηδιάζουν, η χώρα αυτή δεν είναι για μας». Ο Τζαν λέει πως, όσο στην Αγία Σοφία τελούνται ισλαμικές προσευχές, αρνείται να επισκεφθεί το μνημείο.

Στο νησί έχουν βρει καταφύγιο και δηλώνουν ευτυχείς. Ανησυχούν, όμως, μήπως γίνουν οι ίδιοι στόχοι της οργής στην ελληνική κοινωνία για τον εξισλαμισμό της Αγίας Σοφίας και για τους θεατρινισμούς του Έρντογαν στο Αιγαίο. «Θα ήταν κρίμα, καθώς είμαστε οι λάθος Τούρκοιγια μια τέτοια οργή. Φύγαμε από την Τουρκία ακριβώς γιατί διαφωνούμε με τις μεθοδεύσεις του Έρντογαν, τον οποίο θεωρούμε τύραννο, και ζητήσαμε εδώ καταφύγιο. Διαλέξαμε το νησί για σπίτι μας. Ευτυχώς, όλοι εδώ μας γνωρίζουν – γνωρίζουν τις ιδέες μας και τι αντιπροσωπεύουμε» λέει η Ντιλέκ. Τον Τανέρ θορύβησε η επίσκεψη, στο νησί, ενός μητροπολίτη, ο οποίος κάλεσε τον πληθυσμό να μην πωλεί ακίνητα σε Τούρκους. «Η ελληνική κοινωνία δεν είναι βίαιη, όπως η τουρκική. Η ρητορική αυτού του είδους όμως μας τρομάζει… Φοβάμαι μην γίνουμε ανεπιθύμητοι και εδώ, για πράγματα για τα οποία δεν φταίμε, όπως είμαστε ανεπιθύμητοι στην Τουρκία για τις ιδέες μας».

Ο Τανέρ φοβάται πολύ περισσότερο το «μακρύ χέρι» του Έρντογαν και των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας, που μπορεί εύκολα να φθάσει μέχρι το νησί. «Ευτυχώς δεν υπάρχει ακτοπλοϊκή σύνδεση με την Τουρκία» λέει. Δημοσιεύματα έκαναν γνωστό αυτό που όλοι τους ήξεραν – πως η ΜΙΤ παρακολουθεί Τούρκους αντιφρονούντες στην ΕλλάδαTurkish intelligence operations in Greece exposed in secret documents | Nordic Monitor.

the_highlighted_section.jpg

Έγγραφο των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας που μιλούν για κατασκόπους στα camps των προσφύγων που παρακολουθούν τις κινήσεις Τούρκων αντικαθεστωτικών στην Ελλάδα. [Nordic Monitor]

«Αισθανόμαστε προστατευμένοι στον μικρόκοσμο του νησιού. Ελπίζω να μην μας βρει τίποτα» λέει η Ντιλέκ. Ο Τζαν θεωρεί παράλογη την επιλογή τους να εγκατασταθούν σε ένα μέρος τόσο κοντά στην Τουρκία, παρότι βρίσκει κι εκείνος το νησί ειδυλλιακό. «Δεν είναι το μόνο παράλογο» γελά η Ντιλέκ. «Όποτε βρισκόμαστε λέμε πως έχουμε ξεγράψει την Τουρκία, πως έχουμε απελπιστεί, αλλά όλο για αυτήν μιλάμε, όλο εκεί γυρνά η σκέψη μας. Το ίδιο συμβαίνει με όλους όσους αυτοεξορίσθηκαν. Ο πόνος είναι που μας ενώνει, κι ας μην το παραδεχόμαστε. Και ο φόβος της μοναξιάς, καθώς είναι αδύνατον να ανασυνθέσεις ολόκληρο τον κοινωνικό σου κύκλο».

Αναρωτιέμαι αν έχουν γίνει όπως οι Ιρανοί εκείνοι που εγκατέλειψαν την χώρα κακήν κακώς μετά το 1979, και βάζω και τον εαυτό μου στην ομάδα. Θυμάμαι πώς, σε τόσα ταξίδια, τόσα απογεύματα πέρασαν με συζητήσεις για την Τουρκία. Θα γίνει άραγε η Τουρκία κάτι αντίστοιχο του Ιράν; Ο Τανέρ πιστεύει πως ναι. «Η καημένη εκείνη η χώρα σαρανταένα χρόνια τώρα προσπαθεί να γίνει κάτι αλλά δεν μπορεί: η ανελευθερία και η λογοκρισία διώχνει τους πιο αξιόλογους. Κάτι τέτοιο θα συμβεί και με την Τουρκία».

Σκέφτομαι πως το πάθημα των κοσμικών Τούρκων πρέπει να μας γίνει μάθημα. Παντού, οι ακροδεξιοί και οι θρησκομανείς έχουν υιοθετήσει την γλώσσα της δημοκρατίας και των δικαιωματιστών, όσο επιδιώκουν την εξουσία. Είναι σαν τον λύκο με την προβιά του αμνού και αποκαλύπτουν τις πραγματικές διαθέσεις τους μονάχα όταν κατοχυρώσουν την εξουσία τους. Την ίδια αφελή ανεκτικότητα και καλή πίστη που επεφύλαξαν στο ΑΚΡ οι φιλελεύθεροι Τούρκοι διανοούμενοι επιδεικνύουν πολλοί δικαιωματιστές στην Δύση προς αντίστοιχα κινήματα, κυρίως αλλά όχι μόνο ισλαμικά, και τα αφηγήματα που προωθούν. Ο σχετικισμός και η πολιτική ορθότητα, η ανάλυση καταστάσεων σε ένα λογικό κενό χωρίς συνυπολογισμό της καθημερινότητας, ενδέχεται να αποβούν καταστροφικά. Ο δρόμος προς την αυτοκτονία είναι στρωμένος με καλές προθέσεις.

 

ΠΗΓΗ: Insidestory.gr

σχετικά άρθρα