Weather Icon

Τα πετρέλαια του Πρίνου, η “αφύπνιση” της Τουρκίας, το Χόρα και η πρόταση για προσφυγή στη Χάγη

Τα πετρέλαια του Πρίνου, η “αφύπνιση” της Τουρκίας, το Χόρα και η πρόταση για προσφυγή στη Χάγη

31 Μαΐου 1975. Κωνσταντίνος Καραμανλής και Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ συναντιούνται στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΡΙΖΑΣ*

Το 1974 υπήρξε έτος καμπής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς εκτός από το Κυπριακό, αποκρυσταλλώθηκαν οι διαφωνίες μεταξύ Αθήνας και Αγκυρας σχετικά με θέματα που αφορούσαν το Αιγαίο: Ενα ζήτημα ήταν το εύρος των χωρικών υδάτων, επί του οποίου η Αθήνα δήλωνε ότι διατηρεί το δικαίωμα επέκτασης από τα 6 στα 12 μίλια, ενώ η Αγκυρα αντέτεινε ότι αυτό θα σήμαινε μετατροπή του Αιγαίου σε ελληνική λίμνη.

Συναφές ζήτημα ήταν το εύρος του εναερίου χώρου 10 μιλίων που διατηρούσε η Ελλάδα από το 1931. Επ’ αυτού η Αγκυρα διαμαρτυρήθηκε, με την έκδοση «NOTAM» τον Αύγουστο του 1974 αλλά και «εμπράκτως» με την παραβίαση της ζώνης πέραν των 6 μιλίων, ζητώντας την εναρμόνισή του με το εύρος των 6 μιλίων των χωρικών υδάτων. Επίσης, παρέμενε εκκρεμές το θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας.

Η Ελλάδα, βασιζόμενη στο διαμορφούμενο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, υποστήριζε ότι και τα νησιά διαθέτουν δικαίωμα υφαλοκρηπίδας, σε αντίθεση με την Τουρκία που επικαλείτο «ειδικές συνθήκες» στο Αιγαίο, στην ουσία την ύπαρξη διάσπαρτων νησιών και νησίδων.

Στο πλαίσιο αυτό η Αγκυρα επεδίωκε μια ρύθμιση πέραν του ισχύοντος δικαίου ώστε να διαχωρίσει την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου σε δύο ίσα μέρη, θεωρώντας τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου προέκταση της Ανατολίας. Η Αγκυρα χαρακτήριζε ακόμα τη στάθμευση ελληνικών μονάδων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και της Δωδεκανήσου παραβίαση των Συνθηκών της Λωζάννης του 1923 και των Παρισίων του 1947 που προέβλεπαν την αποστρατιωτικοποίησή τους.

Η συλλογιστική της Αγκυρας αντέστρεφε εντούτοις τη λογική σειρά των γεγονότων: Η Ελλάδα ασκούσε το δικαίωμα νόμιμης άμυνας που προέβλεπε ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών μετά την εμπειρία της κρίσης του Κυπριακού αλλά και τη συγκρότηση μιας τέταρτης τουρκικής στρατιάς στη Μικρά Ασία η οποία διέθετε και αποβατικές ικανότητες. Το ζήτημα, υποστήριζε η Αθήνα, μπορούσε να τεθεί όταν θα υποχωρούσε η ένταση.


Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ το 1975. Στη δεκαετία του 1970, οι σύνοδοι κορυφής υιοθετήθηκαν ως πάγια πρακτική της Συμμαχίας. Φωτ. ASSOCIATED PRESS

Η ελληνική στρατηγική μετά την εισβολή

Η δυναμική της εξέλιξης ήταν όμως αντίστροφη, καθώς η Αθήνα, μετά την κρίση του Κυπριακού και την τουρκική εισβολή και κατοχή του 36% του εδάφους της Μεγαλονήσου, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η πρωταρχική απειλή για την ασφάλειά της προερχόταν πλέον από την Ανατολή και προχωρούσε σε ένα πρόγραμμα εξοπλισμών που απέβλεπε στη συγκρότηση μιας αξιόπιστης αποτροπής στη Θράκη και, κυρίως, στο Αιγαίο. Υπήρχαν όμως παράλληλα σοβαροί στρατηγικοί, πολιτικοί και οικονομικοί λόγοι που επέβαλλαν την αναζήτηση μιας φόρμουλας για την επίλυση των διαφωνιών με την Αγκυρα. Οικονομικοί, διότι το πρόγραμμα των εξοπλισμών ήταν δαπανηρό, ιδίως από τη στιγμή κατά την οποία η έμφαση του προγράμματος αφορούσε την απόκτηση αεροναυτικών μέσων για την κάλυψη των ελληνικών αμυντικών αναγκών στο Αιγαίο. Η συνεχής ένταση συνεπώς θα σήμαινε κλιμάκωση των εξοπλισμών και διαρκή οικονομική αιμορραγία. Πολιτικοί λόγοι ευρύτερης εμβέλειας επέβαλλαν επίσης την αποκλιμάκωση. Η Αθήνα επεδίωκε την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και η σχετική διαδικασία θα υπονομευόταν αν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονταν σε διαρκή ένταση χωρίς να επιχειρείται η επίλυση των διαφωνιών ή έστω η εμπέδωση της ύφεσης στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών που παρέμεναν άλλωστε αναγκαίοι παράγοντες για τη λειτουργία της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Υπόμνημα Αβέρωφ

Ως προς το τελευταίο, πράγματι, ο υπουργός Εθνικής Αμύνης Ευάγγελος Αβέρωφ, στο υπόμνημά του προς τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή του τέλους Νοεμβρίου 1974, με το οποίο προσδιόριζε ως πρωταρχική απειλή ασφαλείας για την Ελλάδα την τουρκική αναθεωρητική πολιτική, συμπλήρωνε ότι ο από Βορρά κίνδυνος δεν είχε εκλείψει και επέβαλλε τη διατήρηση «κάποιων δεσμών» με το ΝΑΤΟ. Αυτό σήμαινε, μεταξύ άλλων, και προσπάθεια για στοιχειώδη εξομάλυνση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Υπήρχαν, τέλος, και στρατηγικοί λόγοι, καθώς η διαρκής ένταση θα μπορούσε να οδηγήσει σε θερμό επεισόδιο με άδηλη κατάληξη και ενδεχόμενες εδαφικές, οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις. Δεν είναι συνεπώς τυχαίο ότι η κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία σχηματίστηκε μετά την ευρύτατη επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας στις κάλπες στις 17 Νοεμβρίου 1974, ενώ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρωταρχική απειλή ασφαλείας προερχόταν από την Τουρκία, πρόβαλλε ταυτόχρονα και με επιμονή την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την επίλυση του θέματος της υφαλοκρηπίδας.


Πρώτο μέλημα της ελληνικής κυβέρνησης μετά την εισβολή στην Κύπρο και τις συνεχείς τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο ήταν η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με νέα αεροπλάνα και οπλικά συστήματα.

Ακαρπες συζητήσεις με την Αγκυρα επί τρίμηνο

Η πρόταση υπεβλήθη στην Αγκυρα τον Ιανουάριο του 1975 και αποτέλεσε θέμα συζητήσεων μεταξύ των δύο κυβερνήσεων για ένα περίπου τρίμηνο. Η υπηρεσιακή κυβέρνηση του Σαντί Ιρμάκ δέχθηκε να συζητήσει την ιδέα, τονίζοντας όμως ότι τα προβλήματα μεταξύ των δύο χωρών αποτελούσαν κατά βάση αντικείμενο πολιτικών διαβουλεύσεων. Η αντίθεση στην προσφυγή στη Χάγη ήταν έντονη ιδίως μεταξύ του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και του στρατιωτικού κατεστημένου. Το πολιτικό περιβάλλον στην Τουρκία θα χειροτέρευε και γενικότερα αλλά και σε σχέση με την ελληνική πρόταση τον Μάρτιο του 1975 όταν την υπηρεσιακή κυβέρνηση Ιρμάκ θα διαδεχόταν κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον αρχηγό του Συντηρητικού Κόμματος της Δικαιοσύνης Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Στο νέο κυβερνητικό σχήμα συμμετείχαν το ισλαμικό κόμμα Εθνικής Σωτηρίας του Νετσμετίν Ερμπακάν και το ακραίο δεξιό κόμμα Εθνικιστικής Δράσης του Αρπασλάν Τουρκές. Η κυβερνητική αλλαγή συνοδευόταν από επανειλημμένες παραβιάσεις του ελληνικο εναέριου χώρου καθώς και από δηλώσεις Τούρκων επισήμων που αμφισβητούσαν τις βάσεις του εδαφικού καθεστώτος που είχε καθιερώσει η Συνθήκη της Λωζάννης στο Αιγαίο.
Λαμβανομένων υπόψη των θέσεων των δύο ελασσόνων εταίρων του κυβερνητικού συνασπισμού, οι ελπίδες ευόδωσης της προσπάθειας για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ήταν μόνο θεωρητικές. Αλλωστε, η τουρκική πλευρά υπενθύμιζε διαρκώς την ιδέα της συνεκμετάλλευσης του θαλάσσιου και υποθαλάσσιου πλούτου του Αιγαίου σε αντιδιαστολή προς την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.

Ο διάλογος συνεχίζεται

Παρά ταύτα, ο υπουργός Εξωτερικών Ιχσάν Σαμπρί Τσαγκλαγιανγκίλ, έμπειρος πολιτικός και γνώστης των ελληνοτουρκικών προβλημάτων, συνέχιζε το διάλογο αν και επεσήμαινε ότι ήταν προτιμότερες οι συνομιλίες πολιτικής φύσης. Πράγματι, το ένα δεν απέκλειε το άλλο, καθώς για τη σύναψη συνυποσχετικού προϋποτίθεται μια συζήτηση κατ’ ανάγκη πολιτικής φύσης η οποία και θα προσδιορίσει το επίδικο αντικείμενο και θα θέσει με ακρίβεια το ερώτημα ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Το ερώτημα αυτό, προκειμένου να γίνει δεκτό προς συζήτηση από το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να τίθεται από κοινού από τους δύο αντιδίκους. Δεν γίνονται δηλαδή δεκτές μεμονωμένες προσφυγές.


Με την ανακάλυψη κοιτασμάτων πετρελαίου στη Θάσο (στη φωτ. ο Πρίνος) άρχισαν οι τουρκικές απειλές στο Β. Αιγαίο.

Θεμελιώδεις διαφορές προσέγγισης των δύο πλευρών

Στο πεδίο αυτό η Αθήνα ήταν σαφώς καλύτερα προετοιμασμένη από την Αγκυρα, όπως φάνηκε στη συνάντηση Μπίτσιου – Τσαγκλαγιανγκίλ στα μέσα Μαΐου του 1975. Η τουρκική αντιπροσωπεία ενοχλήθηκε από το γεγονός ότι η ελληνική πλευρά συνοδευόταν από υψηλού επιπέδου νομικούς, ειδικούς στο διεθνές δίκαιο και ιδίως στο δίκαιο της θάλασσας. Συνεπώς, όταν ο Καραμανλής συνάντησε τον Ντεμιρέλ στις 31 Μαΐου 1975, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, η τουρκική αποδοχή επί της αρχής της διαδικασίας αυτής ήταν περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική. Στη διάρκεια του επόμενου τριμήνου η ελληνική πλευρά επρόκειτο να απευθυνθεί επανειλημμένα στην Αγκυρα, η οποία τελικά υπαναχώρησε στις αρχές Σεπτεμβρίου.

Η Αθήνα είχε επιδείξει τακτική ευλυγισία αποδεχόμενη μια παραλλαγή στη διαδικασία: Αν οι δύο πλευρές έφθαναν, έπειτα από διμερείς συνομιλίες, σε συμφωνία για την επίλυση της ουσίας της διαφοράς, τότε αυτή θα μπορούσε να υποβληθεί και να επικυρωθεί από το Διεθνές Δικαστήριο. Η υπόθεση αυτή αποτέλεσε τη βάση των αντιλήψεων των δύο χωρών και την πολιτική τους για τη δικαστική μέθοδο επίλυσης για περίπου μία εικοσιπενταετία, έως δηλαδή τη συμφωνία του Ελσίνκι τον Δεκέμβριο του 1999, όταν η προσφυγή στη Χάγη έγινε αποδεκτή ως πιθανή μέθοδος επίλυσης των διαφορών εφόσον αποτύγχαναν προηγουμένως οι διμερείς συνεννοήσεις. Η Ελλάδα εμφανιζόταν πεπεισμένη ότι το διαμορφούμενο δίκαιο της θάλασσας ευνοούσε τις θέσεις της, στην πραγματικότητα μπορούμε να υποθέσουμε ότι είχε διαμορφώσει τις θέσεις αυτές με βάση όσα προβλέπονταν σε αυτό το δίκαιο της θάλασσας, το οποίο θα αποκρυσταλλωνόταν με τη σύμβαση του 1982. Αντιθέτως, η Αγκυρα θεωρούσε ότι η διαμόρφωση αυτού του νέου σώματος κανόνων έτεινε να παγιώσει μια εις βάρος της κατάσταση, την οποία η τουρκική πολιτική υποτίθεται πως είχε αφήσει να διαμορφωθεί κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.

Επρόκειτο για δύο διαφορετικές αντιλήψεις διεθνούς πολιτικής. Η πρώτη βασιζόταν σε ένα σύστημα κανόνων που διαμορφωνόταν σταδιακά στον μεταπολεμικό κόσμο και η άλλη σε μια αντίληψη γεωπολιτικού ανταγωνισμού βασισμένου στην ισχύ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 ήταν προφανές ότι οι δύο αυτές αντιλήψεις συνυπήρχαν σε μια ασταθή ισορροπία που μεταβαλλόταν πολύ αργά και ανεπαίσθητα υπέρ της πρώτης. Η προτίμηση της Ελλάδας προς το Δικαστήριο δεν ήταν αδικαιολόγητη. Η ελληνική εκδοχή προσφυγής στη Χάγη περιοριζόταν στην επίλυση ενός μόνο θέματος το οποίο, αν και αφορούσε κυριαρχικά δικαιώματα, εξακολουθούσε να αφήνει εκτός της δικαστικής κρίσης τον εναέριο χώρο και τα χωρικά ύδατα, θέματα που αφορούσαν ευθέως την κυριαρχία. Τα πλεονεκτήματα αυτά συνιστούσαν όμως θεμελιώδη μειονεκτήματα για την Αγκυρα, η οποία απέβλεπε σε αναθεώρηση του καθεστώτος του Αιγαίου ως προς τα ανωτέρω θέματα, καθώς δεν είχε ακόμα θέσει εδαφικά ζητήματα. Εν κατακλείδι, η διαφωνία για τη διαδικασία αντανακλούσε τις διαφορές επί της ουσίας και το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της διαφοράς δεν προκρίθηκε ως μέθοδος άρσης των ελληνοτουρκικών διαφωνιών.

* Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

Καθημερινή

σχετικά άρθρα