Weather Icon

Ελληνοτουρκικός διάλογος δρομολογούμενος από τρίτους

Ελληνοτουρκικός διάλογος δρομολογούμενος από τρίτους

Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης

Στην πρόσφατη συνάντηση του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών, Χάικο Μάας, με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, τέθηκε το θέμα γερμανικής διαμεσολάβησης για επανέναρξη ενός ελληνοτουρκικού διαλόγου, υπακούοντας σε μια παραδοσιακή αντίληψη της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής να παρεμβαίνει μεταξύ Τουρκίας – Ελλάδος στην εδώ και δεκαετίες υφιστάμενη μεταξύ των δύο χωρών συγκρουσιακή διάσταση, επιδιώκοντας την αναβάθμιση της γερμανικής παρουσίας στην περιοχή, κυρίως όμως την ενδυνάμωση της παλαιόθεν υφισταμένης ενεργού σχέσης της με την Άγκυρα, που άπτεται μεγάλων γερμανικών οικονομικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων.

Υπενθυμίζεται πως η λεγόμενη διένεξη Ελλάδας – Τουρκίας στην πραγματική της διάσταση δεν υφίσταται ως μια ισομερής συγκρουσιακή δομή, όπως θέλει να την ορίζει η γερμανική ηγεσία και όχι μόνο, αλλά προσδιορίζεται επ’ ακριβώς ως μια διαρκής και ατελεύτητη διεκδικητική και αναθεωρητική τουρκική στρατηγική, που στοχεύει στην αναθεώρηση του καθεστώτος που διέπει τις σχέσεις των δύο χωρών από το 1923 και εντεύθεν.

Η γερμανική εξωτερική πολιτική αντιμετωπίζει την τουρκική επιθετικότητα και αναθεωρητική πολιτική όχι ως κατά τα ανωτέρω τοιούτη, αλλά ως ένα πλέγμα υφιστάμενων διαφορών μεταξύ των δύο χωρών, στο πλαίσιο των οποίων το Βερολίνο παρεμβαίνει ως «ειρηνοποιός» ρυθμιστική δύναμη.

Η στρατηγική του Βερολίνου, που διαμορφώνει εδώ και δεκαετίες μια πολιτική εγγύτητας συμφερόντων και προσανατολισμών προς την Άγκυρα, πράγμα που συμβαίνει από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, διέπεται και σήμερα από την αντίληψη της γερμανικής ελίτ, η οποία διαθέτει ευλόγως ιστορικά δομημένη θεσμική μνήμη, πως η Τουρκία συνιστά μια χώρα η οποία ουδέποτε βρέθηκε απέναντι στην Γερμανία στους δύο μεγάλους πολέμους, ενώ ταυτόχρονα εκλαμβάνεται και ως μεγάλος, αρκούντως επικερδής επενδυτικός χώρος για τα γερμανικά συμφέροντα. Ως εκ τούτου, η προσέγγιση του Βερολίνου ως μιας ισομερούς διάστασης της ελληνοτουρκικής διένεξης, που διόλου ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, απεικονίζει μια ενεργό υφιστάμενη κατάσταση μιας μεστής συμφερόντων και στρατηγικού προσανατολισμού γερμανικής παρέμβασης στις σχέσεις Αθηνών – Άγκυρας.

Η γερμανική ηγεσία σήμερα ανησυχεί για το ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού επεισοδίου, του οποίου οι συνέπειες μπορεί να είναι εξαιρετικά δυσμενείς όχι μόνο για τις δύο χώρες, αλλά και για την Ευρώπη, ιδίως μάλιστα για την Γερμανία και τα συμφέροντά της. Μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα έπληττε σοβαρά τον επενδυτικό οίστρο που υφίσταται από την Γερμανία στον τουρκικό χώρο κυρίως, δευτερευόντως δε και στην Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα θα ζημίωνε τόσο την δομή, όσο και την ενότητα του ΝΑΤΟ.

Επιπροσθέτως, πρέπει κανείς να υπογραμμίσει πως, υπό τις σημερινές συνθήκες, που παραπέμπουν σε ένα οιονεί ευμετάβλητο διεθνές περιβάλλον, ένα ελληνοτουρκικό επεισόδιο καθίσταται απρόβλεπτο ως προς την μετεξέλιξή του, τις συνέπειες και τις ευρύτερες περιφερειακές και διεθνείς επιπτώσεις του, πράγμα που συνιστά μια έτι περαιτέρω εμφιλοχωρούσα ανησυχία του ευρωπαϊκού και του ευρύτερου διεθνούς παράγοντα, των ΗΠΑ συμπεριλαμβανομένων.

Η Ελλάδα για το Βερολίνο συνιστά μία χώρα θαυμαστή για την συνεισφορά της στον δυτικό πολιτισμό, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργείται και ένα κλίμα, λόγω ακριβώς του πολιτιστικού πεδίου, ισχυρής συμπάθειας προς τον ελληνισμό. Είναι, όμως, δεδομένη η εκ συμφερόντων και γεωστρατηγικής σημασίας αντίληψη για την σπουδαιότητα της Τουρκίας, ενώ η Ελλάδα όχι μόνο θεωρείται μία δεδομένη και προβλέψιμη υπόθεση, αλλά είναι και πολύ μικρότερης γεωστρατηγικής σημασίας για την Γερμανία. Η Ελλάδα διατρέχει στην γερμανική ελίτ την εικόνα της εμπέδωσης μιας πλατφόρμας πολιτισμού, αλλά πολιτικά δεν συνιστά χώρα της οποίας η προσέγγιση συμφερόντων είναι τόσο σημαντική, όσο η της Τουρκίας.

Πέραν τούτου, η Άγκυρα μεθοδικά εμπεδώνει εδώ και δεκαετίες διεθνώς την παράσταση μιας, σύμφωνα με την τουρκική στρατηγική, υφιστάμενης σύγκρουσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για τον καθορισμό των λεγόμενων γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο, που επικαλείται η Τουρκία, δηλαδή για το πού ανήκουν ελληνικές νήσοι και βραχονησίδες. Επιδιώκει, κατά ταύτα, την οικοδόμηση μια εικόνας διαφιλονικούμενων περιοχών, όπου ένας τρίτος αναγνώστης ενημερώνεται από διεθνή ή εθνικά δίκτυα πως υπάρχει μία διαφορά για την ταυτότητα και την κυριότητα νήσων και βραχονησίδων, όπου δεν υποχρεούται κανείς να αναζητήσει την αλήθεια, αλλά παραμένει μετέωρο το ερώτημα ή η αμφισβήτηση πού ανήκουν πραγματικά.

Δεδομένου αυτού του περιγράμματος, ο όποιος διμερής διάλογος Αθηνών – Άγκυρας, ιδιαιτέρως μάλιστα με γερμανική διαμεσολάβηση, εν τέλει θα παραπέμπει σε διαφιλονικούμενα ζητήματα. Υπό τις παρούσες συνθήκες, ένας τέτοιος διάλογος με την Τουρκία θα αποβεί σαφώς εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων, καθώς η Τουρκία, έχοντας πλέον εντείνει τις διεκδικήσεις της, ξεκινάει ορίζοντας ως πλαίσιο του διαλόγου μια εφ’ όλης της ύλης διαπραγμάτευση, που ουσιαστικά αφορά μόνον τουρκικές διεκδικήσεις, χωρίς, βεβαίως, η Ελλάδα να προβάλλει αξιώσεις που άπτονται ζητημάτων της τουρκικής επικράτειας.

*Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σημερινή

σχετικά άρθρα