Weather Icon
ΠΦΑ 27 Ιουνίου 2020

Βαθιές ανάσες ελευθερίας

Βαθιές ανάσες ελευθερίας

Το τέλος του δήθεν μεγαλύτερου σκανδάλου όλων των εποχών, του σκανδάλου Novartis, ήταν άδοξο

Πέφτει κόσμος και ντουνιάς από τα σύννεφα μετά τη δημοσίευση της γλαφυρής, αν και ασαφούς, συζήτησης μεταξύ των κκ Παππά και Μιωνή. Σιγά τα ωά. Αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες των οικογενειών. Όταν έχεις την κυβέρνηση, μπορεί να σου ανοίξει η όρεξη να δοκιμάσεις και την εξουσία. Με όλα της τα αξεσουάρ. Τι κι αν είσαι δεξιός ή αριστερός; Η ηθική δεν κληρονομείται. Ή την έχεις ή δεν την έχεις, αλλά και, όταν την έχεις, μπορεί και να τη χάσεις. Ειδικά όταν βγαίνουν πολλά λεφτά και το μαγαζί υπόσχεται τη διαιώνιση της ισχύος. 

Γι’ αυτό η φιλελεύθερη δημοκρατία διαθέτει θεσμικά αντίβαρα, κατά το δυνατόν αδιάβατα από τις πολιτικές παρατάξεις, ώστε να μη χάνεται ο έλεγχος. Να μην μπορεί η κάθε ηγετική πολιτική ομάδα να αλώνει το κράτος και να το θέτει στη δική της υπηρεσία. Ή τουλάχιστον να μην υπερβαίνει τα εσκαμμένα, μιας και η διαφθορά δεν λείπει από τη δημοκρατία. Γι’ αυτό και οι δικτάτορες, είτε με εθνικιστικό είτε με σοσιαλιστικό προσωπείο, δήλωναν «επανάσταση» και λόγω του επαναστατικού δικαίου καταργούσαν κάθε δημοκρατικό ελεγκτικό θεσμό που τους ενοχλούσε. Κάτι ήξεραν.

Ο Φράνκο, ο Παπαδόπουλος, ο Βιδέλα ή ο Πινοσέτ δεν είχαν πρόβλημα να ασκούν ωμή βία στο όνομα του έθνους ή του θεού που τους είχε «διορίσει». Οι κομμουνιστές όμως, που ήθελαν να φαίνονται και δίκαιοι, ονόμαζαν τη δικτατορία τους «λαϊκή δημοκρατία», μιας και αυτούς τους είχε δήθεν διορίσει ένας άλλος θεός, ο «λαός». Στο όνομα αυτής της ντεμέκ δημοκρατίας, στη Σοβιετική Ένωση σε εξαφάνιζαν, στην Κίνα σου έκαναν «πολιτιστική αναμόρφωση», στην Καμπότζη σε καθάριζαν αν φορούσες γυαλιά και στην Κούβα σε έκλειναν σε στρατόπεδο αν ήσουν ομοφυλόφιλος. Στη Βόρειο Κορέα κανείς δεν ξέρει ακόμα και σήμερα τι γίνεται. Εκατομμύρια νεκροί και εκτοπισμένοι στο όνομα ενός άλλου κόσμου που δυστυχώς ήταν εφικτός. Του κόσμου της δουλείας. Εχθρός όλων αυτών η φιλελεύθερη δημοκρατία.

Στην Ελλάδα όμως έχουν φάει τέτοια χλεύη και τόσο φτύσιμο ο φιλελευθερισμός και η σύγχρονη κοινωνία των ανοικτών θεσμών, που οι όποιες αποκαλύψεις για δράση κυβερνητικού παρακράτους συνήθως περνάνε στο ντούκου, αφού προκαλέσουν έναν κάποιο τηλεοπτικό θόρυβο. Οι πολίτες ή ο λαός έχουν άλλες ως κύριες έγνοιες. Την επιβίωση ή τον πλουτισμό. Όταν μάλιστα μια fake υπόθεση κλείνει άπραγη, πολλοί μιλούν για συγκάλυψη. Δεν τους απασχολεί και τόσο η διαδικασία, η δημοκρατία.

Χάρη όμως στους δημοκρατικούς θεσμούς που κάποιοι ευπατρίδες φρόντισαν να υπάρχουν οι επίδοξοι εξουσιαστές δεν τα κατάφεραν. Δεν κατάφεραν να ελέγξουν την ενημέρωση με τις 4 τηλεοπτικές άδειες πανελλαδικής εμβέλειας που επιχείρησαν. Αλλά ούτε και να σπιλώσουν την τιμή δύο τέως πρωθυπουργών και μιας πλειάδας πολιτικών τους αντιπάλων με κάτι κουκουλοφόρους «μάρτυρες» που κάτι άκουσαν για τροχήλατες βαλίτσες. Το τέλος του δήθεν μεγαλύτερου σκανδάλου όλων των εποχών, του σκανδάλου Novartis, ήταν άδοξο. Ένα φιάσκο για την αριστερά που νόμισε ότι όλα μπορούν να γίνουν στο μιλητό, με την πολιτική βούληση, το κληρονομικό «ηθικό πλεονέκτημα» και έναν Ρασπούτιν. Ακόμα και να μπουν άνθρωποι στη φυλακή χωρίς στοιχεία. Αρκεί να είναι πολιτικοί αντίπαλοι. Σκευωρία λέγεται;

Δεν υπάρχει λόγος να αναλωθούμε σε ιστορικά γεγονότα για να δούμε το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς εκεί όπου κυβέρνησε και εξουσίασε. Το 2020 αυτά είναι γνωστά και στο νηπιαγωγείο. Κατανοώ την τεχνητή πολιτική όξυνση ή τα παραπειστικά επιχειρήματα προς πολιτικό όφελος. Κατανοώ ακόμα και την κατευθυνόμενη δημοσιογραφία, όταν όλοι λίγο πολύ την έχουν χρησιμοποιήσει. Ακόμα και τα κατάπτυστα fake news που κάνουν θραύση την εποχή του internet, παγκοσμίως. Εκλέγουν ακόμα και πλανητάρχη. Αλλά αυτή η εμμονή να βρούμε κάτι, έστω και ψευδομαρτυρία, για τη σύζυγο του πρωθυπουργού ώστε να πλήξουμε τον ίδιο με ξεπερνάει. Όχι για αριστερούς αλλά για τον κάθε πολίτη, για τον κάθε άνθρωπο. Ποιο ηθικό και ποιο πλεονέκτημα, ρε παίκτες μου. Αν χρειάζεται κάπου η ηθική είναι για να θέτει όρια στους στόχους και τα μέσα.

Για τη συνέχεια AThensVoice

 

 

Τσε Γκεβάρα Verbatim
Vasilis Stamatiou
Εξεπλάγην κάπως που τόσος κόσμος εξεπλάγη σφόδρα με τις ρατσιστικές ρήσεις του Τσε Γκεβάρα που ποστάρησα χθες. Αλλά αμέσως σκέφτηκα ότι η κατασκευή της εικόνας του Τσε Γκεβάρα ως ειδώλου είναι ένα παλιό και πολύ επιτυχημένο πρότζεκτ της αριστεράς, που έφεραν εις πέρας αρχικά ο Φιντέλ Κάστρο (όταν ο Τσε ήταν πιά νεκρός και άρα χρήσιμος ως τοτέμ) και κατόπιν, μία ισχυρή ομάδα κυρίως Ευρωπαίων και δευτερευόντως Αμερικανών και Λατινοαμερικάνων διανοουμένων, οι οποίοι στις δεκαετίες του 60 και του 70 υπήρξαν ιδιαίτερα επιδραστικοί στην παγκόσμια πνευματική ελίτ.
Αυτό που κατασκεύασαν, βέβαια, είχε ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα. Ο Γκεβάρα ήταν ένας άνθρωπος που σήμερα θα διαγιγνωσκόταν με καμιά δεκαριά ψυχικές παθήσεις, ένας ακραιφνής φανατικός που θεωρούσε ότι υπηρετούσε μία μεταφυσική αποστολή, γιά την πραγματοποίηση της οποίας κανένα έλεος και καμία ενσυναίσθηση προς ανθρώπινα όντα δεν είχε θέση. Ανθρωπος χωρίς φίλους, με γυναίκες γιά τις οποίες δεν ένιωθε καμία σύνδεση, με παιδιά στα οποία ποτέ δεν στάθηκε σαν πατέρας, σκότωσε εκατοντάδες ανθρώπους, ανάμεσα τους και συντρόφους του, κάποιους με τα ίδια του τα χέρια και τους περισσότερους με διαταγές γιά τις οποίες υπερηφανευόταν και κόμπαζε με κάθε ευκαιρία.
Δεινός ρήτορας και καλός γραφιάς, ο Γκεβάρα ευτυχώς άφησε πίσω πλήθος πειστηρίων των σκέψεων του- ημερολόγια, ομιλίες, επιστολές, αλλά και μαρτυρίες κοντινών του ανθρώπων πολλοί από τους οποίους ζούνε ακόμα (άλλωστε ήταν ένας άνθρωπος σχεδόν του καιρού μας) και εδώ που τα λέμε, τα λόγια ήταν μάλλον το μόνο πράγμα στο οποίο ήταν καλός, μιά και με ό,τι πρακτικό ανακατεύτηκε τα έκανε θάλασσα (από την καταστροφική διοίκηση στρατιωτικών μονάδων ως την τραγελαφική διεύθυνση της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας), με μόνη εξαίρεση την εποχή που ήταν διοικητής και υπεύθυνος εκτελέσεων στην φυλακή Cabaña της Αβάνας, μια ασφαλώς παραγωγική περίοδος που του χάρισε το παρατσούκλι «Ο Χασάπης της Cabaña» (El Carnicero de Cabaña).
Πέρα όμως από τα πενιχρά έργα του Τσε Γκεβάρα, οι ιδέες και οι σκέψεις του έχουν πράγματι ενδιαφέρον, γιατί σκιαγραφούν, ούτε λίγο ούτε πολύ, ένα πάρα πολύ συνειδητό φασίστα. Μιλάμε δηλαδή γιά ένα κανονικό χιτλερίσκο, που ονειρευόταν μία κοινωνία μαζικής υπακοής, χωρίς το παραμικρό περιθώριο γιά διαφορετική άποψη ή ατομική γνώμη, με τη νεολαία σε ρόλο ρομπότ και δήμιου μαζί, τον λαό σε αποστολή επιβολής διά της βίας αυτής της τάξης πραγμάτων σε κάθε χώρα του κόσμου ανεξαρτήτως τιμήματος, και τον θάνατο ως σταθερή επιλογή τιμωρίας γιά όποιον δεν μοιραζόταν το ίδιο όραμα. Είπε βέβαια και πολλά όμορφα και ουτοπικά – ισότητα, δικαιοσύνη, αλήθεια, αλληλεγγύη, ανυστεροβουλία – αλλά το βασικό μήνυμα του Τσε Γκεβάρα ήταν ότι ο «Νέος Ανθρωπος» που οραματιζόταν θα φτιαχνόταν σε μία προκρούστεια κλίνη, όπου ο «ασθενής» (όπως έλεγε και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος) θα δενόταν με το ζόρι και ό,τι περίσσευε θα κοβόταν με το αλυσοπρίονο. Αν μάλιστα ο ασθενής πέθαινε στην πορεία, αυτό ήταν μία θυσία που ο Τσε ασφαλώς θεωρούσε δικαιολογημένη στον τρελό του δρόμο προς τον φασισμό, παρντόν σοσιαλισμό, και όπως θα δείτε παρακάτω, το είχε δηλώσει με διάφορους τρόπους κιόλας.
Ακόμα και σήμερα που έχουν δει τόσα τα μάτια μας, προκαλεί αμηχανία η εμμονή του με το αίμα και τον θάνατο, ο μόνιμος αποκλεισμός κάθε πιθανότητας συμβιβασμού και ειρηνικής λύσης και η προθυμία του να εμπλακεί σε δραστηριότητες που περιλαμβάνουν την δυνατότητα του φόνου και της αιματοχυσίας. Πολλοί σήμερα το ερμηνεύουν ως γενναιότητα και/ή επαναστατική ζέση, όμως ο βίος και η πολιτεία του δείχνουν ότι στην πραγματικότητα η πολιτική του δράση ήταν ελάχιστη και σχεδόν αγγαρεία, ενώ ήδη από «τα χρόνια της μοτοσυκλέτας» ο πόλεμος και οι σκοτωμοί ασκούσαν τεράστια έλξη πάνω του, σε σημείο πραγματικού φετίχ – στον κολοφώνα της τρέλας του, εισηγήθηκε οι σοβιετικοί πύραυλοι στο έδαφος της Κούβας να χτυπήσουν της ΗΠΑ, ακόμα κι αν αυτό θα άφηνε εκατομμύρια νεκρούς Αμερικανούς και ασφαλώς θα έσβηνε την Κούβα από τον χάρτη μαζί με όλο της τον λαό. Δεν τον ενδιέφερε καθόλου, γιά να μην πούμε ότι ηδονιζόταν με την ιδέα.
Ιδού τι σκεφτόταν ο άνθρωπος που ένας εσμός «ανθρωπιστών» έχει κάνει είδωλο και σύμβολο, εν μέρει λόγω άγνοιας, εν μέρει λόγω άρνησης της πραγματικότητας και εν μέρει λόγω συνειδητής ταύτισης με αυτή την ψυχοπαθητική προσωπικότητα:

«Θα βρέξω τα όπλα μου στο αίμα και, τρελός από μανία, θα κόψω τους λαιμούς των νικημένων εχθρών μου. Μπορώ ήδη να νιώσω στα ρουθούνια μου την απόλαυση της μυρωδιάς του αίματος και της σκόνης, του θανάτου του εχθρού μου. Προετοιμάζω το σώμα μου γιά τη μάχη, γιά να γίνει ένας καθαγιασμένος χώρος όπου η ζωώδης κραυγή του θριαμβεύοντος προλεταριάτου θα αντηχήσει». (Από το ημερολόγιο του πρώτου ταξιδιού του στη Λατινική Αμερική, 1951-52).

«Διευθέτησα το πρόβλημα (σ.σ.: την εποχή του αντάρτικου στην Κούβα ένας αγρότης συνελήφθη από τους αντάρτες με την κατηγορία ότι τους κατέδωσε στον εχθρό. Καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά κανένας αντάρτης δεν ήθελε να τον εκτελέσει) πυροβολώντας τον στον δεξί κρόταφο με ένα 32άρι πιστόλι. Πριν από αυτό, προσπάθησα να πάρω ένα ρολόι που είχε στη ζώνη του περασμένο σε μία αλυσίδα κι εκείνος μου είπε χωρίς φόβο στη φωνή «τράβα την και σπάστην, φίλε». Αυτό έκανα και έτσι τα υπάρχοντα του έγιναν δικά μου». (Από το ημερολόγιο του).

«Το να εκτελείς ένα άνθρωπο δεν είναι ωραίο, αλλά δίνει το σωστό παράδειγμα. Από τώρα και στο εξής, κανένας δεν θα με ξανααποκαλέσει οδοντογιατρό του αντάρτικου». (Από το ημερολόγιο του).

«Πρέπει να σου ομολογήσω, μπαμπά, ότι εκείνη την στιγμή ανακάλυψα ότι μου αρέσει να σκοτώνω». (Από γράμμα στον πατέρα του, μιλώντας γιά την πρώτη εκείνη εκτέλεση).

«Αν έχεις αμφιβολία τι να κάνεις, σκότωσε». (Συμβουλή σε νεαρό αντάρτη της Sierra Maestra).

«Για να στείλεις ανθρώπους στο εκτελεστικό απόσπασμα δεν χρειάζονται αποδείξεις. Αυτές οι διαδικασίες είναι αρχαϊκές μπουρζουάδικες λεπτομέρειες. Εδώ έχουμε επανάσταση! Ο επαναστάτης πρέπει να γίνει μία ψυχρή μηχανή θανάτου, κινούμενη από καθαρό μίσος». (Στον αριστερό δημοσιογράφο Jose Pardo Llada, 1959).

«Σε περιόδους κρίσης, δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τους τύπους. Στη Σιέρρα Μαέστρα εκτελέσαμε πολλούς ανθρώπους χωρίς να γνωρίζουμε αν ήταν ένοχοι. Μερικές φορές η επανάσταση δε μπορεί να σταματήσει γιά να κάνει ανακρίσεις, έχει την υποχρέωση να θριαμβεύσει». (Στο κουβανικό περιοδικό Revolucion, 1962).

«Πρέπει να πούμε ανοιχτά αυτό που είναι μια ήδη γνωστή αλήθεια: Ναι, έχουμε εκτελέσει, εκτελούμε ακόμα και θα συνεχίσουμε να εκτελούμε όσο αυτό κριθεί απαραίτητο. Ο αγώνας μας είναι μέχρι θανάτου». (Ομιλία στα Ηνωμένα Εθνη, 1964).

«Δεν με ενδιαφέρει αν κάποιος είναι ένοχος. Με ενδιαφέρει μόνο αν υπάρχει λόγος να πεθάνει».

«Δώσε του μία ασπιρίνη». (Σύμφωνα με μαρτυρίες, η εντολή του Τσε προς τους δεσμοφύλακες όταν έστελνε κρατούμενους προς εκτέλεση. Σημειωτέον, ο Γκεβάρα ήταν γιατρός).

«Στην Cabaña όλες οι εκτελέσεις γίνονται κατ’ εντολή μου». (Δήλωση στην κουβανική τηλεόραση το 1959. Στην Cabaña εκτελέστηκαν σχεδόν 400 άνθρωποι, χωρίς δίκη).

«Mπορώ να δώσω εντολή να σε εκτελέσουν απόψε, πως θα σου φαινόταν;» (Στον έντρομο δημοσιογράφο Antonio Llano Montes, μπροστά στον οποίο είχε μόλις υπογράψει επιδεικτικά 26 διαταγές εκτέλεσης, στις αρχές του 1959. Ο Montes είχε γράψει στην εφημερίδα του ότι ο Γκεβάρα είχε καταλύσει σε μία χλιδάτη έπαυλη της Αβάνας, πριν ακόμα η ελευθερία του τύπου καταργηθεί. Τις επόμενες ημέρες ο Montes εγκατέλειψε την χώρα).

«Είμαι ο ίδιος μοναχικός που ήμουν πάντα, ακολουθώντας τον δικό μου δρόμο κι έχοντας την αίσθηση του ιστορικού καθήκοντος. Δεν έχω σπίτι, γυναίκα, παιδιά, γονείς, αδέρφια, και οι φίλοι μου παραμένουν φίλοι μου όσο σκέφτονται πολιτικά όπως εγώ». (Γράμμα στη μητέρα του το 1959).

«Αν είχαν αφήσει (σ.σ. οι Σοβιετικοί) στην Κούβα τους πυραύλους, θα έπρεπε να τους χρησιμοποιήσουμε ενάντια στην καρδιά των ΗΠΑ, πλήττοντας ακόμα και τη Νέα Υόρκη. Ποτέ δεν πρέπει να επιτρέψουμε την ειρηνική συνύπαρξη. Σε αυτό τον αγώνα μέχρι θανάτου ανάμεσα στα δύο συστήματα πρέπει να καταγάγουμε την τελική νίκη. Πρέπει να βαδίσουμε στον δρόμο της απελευθέρωσης, ακόμα κι αν κοστίσει τα εκατομμύρια θύματα ενός ατομικού πολέμου». (Μετά την Κρίση των Πυραύλων το 1962, δηλώσεις στο βρετανικό σοσιαλιστικό περιοδικό Daily Worker).

«Το μίσος είναι ένας σημαντικός παράγοντας του αγώνα, το αδιάλλακτο μίσος προς τον εχθρό, που σπρώχνει πέρα από τα όρια του τον άνθρωπο και τον μετατρέπει σε μία αποτελεσματική, βίαιη, επιλεκτική και ψυχρή μηχανή που σκοτώνει. Οι στρατιώτες μας πρέπει να είναι έτσι, ένας λαός χωρίς μίσος δεν θα μπορέσει να νικήσει ένα σκληρό αντίπαλο» (Γραπτό μήνυμα του στην «Τριηπειρωτική» διάσκεψη, 1967).

«Ο ειρηνικός δρόμος δεν αποτελεί εναλλακτική. Η βία είναι αναπόφευκτη. Για να χτίσουμε τα σοσιαλιστικά καθεστώτα θα πρέπει να τρέξουν ποταμοί αίματος». (Στο κουβανικό περιοδικό Verde Olivo, δημοσιεύθηκε μετά το θάνατο του το 1968).

«Πρέπει να κλείσουν όλες οι εφημερίδες. Μια επανάσταση δεν μπορεί να πετύχει με ελευθερία του Τύπου». (Στον αριστερό δημοσιογράφο Jose Pardo Llada, 1959).

«Οι Κουβανοί εργάτες πρέπει να συνηθίσουν να ζουν σε καθεστώς κολεκτιβισμού. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να απεργήσουν». (Δηλώσεις στην κουβανική τηλεόραση, 1961).

«Οι νέοι να μην είναι αχάριστοι και να μην φέρνουν καμία αντίρρηση στις εντολές της κυβέρνησης. Αποστολή τους είναι να μελετάνε, να δουλεύουν και να πηγαίνουν στον στρατό».

«Οι νέοι πρέπει να μάθουν να σκέφτονται και να δρουν σαν μία μάζα. Το να σκέφτεται κανείς ατομικά είναι έγκλημα».

σχετικά άρθρα