Weather Icon

Κωνσταντίνος Κανάρης, ο μπουρλοτιέρης του 1821 και η παράδοση της επίσκεψής του στη Λάπηθο της Κύπρου

Κωνσταντίνος Κανάρης, ο μπουρλοτιέρης του 1821 και η παράδοση της επίσκεψής του στη Λάπηθο της Κύπρου

Των Μαρίας Χριστοδούλου & Ιλιάνας Κουλαφέτη

Από το cyprusgreece2021.com

«[…] Είναι πολύ βαρύ το όνομα του Κανάρη, είναι πολύ βαρύ και φοβούμαι μη υπό τον πελώριο όγκο κύψη τον αυχένα η ποίησις μου»,[1] έγραψε ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης για τον «ατρόμητο μπουρλοτιέρη». Ο Κωνσταντίνος Κανάρης υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες φυσιογνωμίες του ναυτικού αγώνα, καθώς επίσης και της ελληνικής πολιτικής σκηνής, καθώς σε διάστημα 33 ετών διετέλεσε Πρωθυπουργός πέντε φορές.

Ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, στρατιωτικός και πολιτικός, ο Κωνσταντίνος Κανάρης γεννήθηκε το 1793 ή το 1795 στα Ψαρά, σε οικογένεια με μεγάλη ναυτική παράδοση. Ήταν το μικρότερο από τρία αδέλφια του Δημογέροντα Μιχαήλ ή Μικές Κανάργιου ή Κανάριου και της Μάρως, η οποία ήταν εμπειρική γιατρός. Έμεινε ορφανός σε νεαρή ηλικία και ξεκίνησε να δουλεύει ως μούτσος στο μπρίκι του θείου του, Δημήτρη Βουρέκα, που μετέφερε Σουλιώτες από την Πάργα στη Λευκάδα, παραλλάσσοντας το επίθετό του σε «Κανάρης». Εκεί έμαθε τα μυστικά της θάλασσας. Μετά τον θάνατο του θείου, στα είκοσι του, ανέλαβε καπετάνιος του πλοίου του, με το οποίο πραγματοποίησε πολλά εμπορικά ταξίδια στη Μεσόγειο. Σε ηλικία 22 ετών παντρεύτηκε την, επίσης Ψαριανή, Δέσποινα Μανιάτη, κόρη γνωστής ναυτικής οικογένειας των Ψαρών, με την οποία απέκτησε επτά παιδιά: τον Νικόλαο (1818-1848), τον Θεμιστοκλή (1819-1851), τον Μιλτιάδη (1822-1899), τον Λυκούργο (1826-1865), την Μαρία (1828-1847), τον Αριστείδη (1831-1863) και τον Θρασύβουλο (1834-1898).

Το 1820 έγινε κυβερνήτης ενός μικρού εμπορικού πλοίου και βρέθηκε για πρώτη φορά στην Οδησσό, χωρίς, ωστόσο, να μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. Παρόλα αυτά, όταν ξέσπασε η Επανάσταση, ήταν από τους πρώτους που ρίχτηκαν στον Αγώνα. Κατατάχθηκε ως απλός ναύτης στον ψαριανό στολίσκο, που συγκρότησε ο φίλος του Νικολής Αποστόλης, και ως πυρπολητής, πια, πήρε μέρος σε μερικές από τις σημαντικότερες μάχες του Αγώνα. Η φήμη του γρήγορα ξεπέρασε τα όρια του ελληνικού χώρου, καθώς μεγάλοι φιλέλληνες, όπως ο λόρδος Βύρωνας και ο Βίκτωρας Ουγκώ έγραψαν γι’ αυτόν, ενώ ο σκωτσέζος ιστορικός Τόμας Γκόρντον σημείωσε πως ο Κανάρης «είναι ο πιο έξοχος εκπρόσωπος του ηρωισμού, που η Ελλάδα όλων των εποχών μπορεί να υπερηφανεύεται».[2]

Η παράδοση της επίσκεψης στη Λάπηθο

«Αλλά και όποτε ακόμη ο ατρόμητος στολοκαύτης Κανάρης, από τα παράλια της Αιγύπτου, περί τη 19η Ιουνίου του 1821 κατέπλευσε μετά του στόλου του και επί την ημετέραν πατρίδαν, ελλιμενισθείς εν λιμενίσκω τινι παρά τον Άγιο Σέργιο, είτα δε και εις τον παρά τη Λάπηθο λιμενίσκον Απόβρυσιν…»[3]

Με αυτά τα λόγια περιγράφει ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Κηπιάδης την, κατά την παράδοση, επίσκεψη του Κωνσταντίνου Κανάρη στην Κύπρο, στις 19 Ιουνίου 1821. Σύμφωνα με τα γραφόμενα του Κηπιάδη, και άλλων δύο συγγραφέων,[4] ο «ατρόμητος στολλοκαύτης» ελλιμενίστηκε στο νησί, και συγκεκριμένα στον όρμο της Ασπρόβρυσης, στις ακτές της Λαπήθου. Εκεί, υποστηρίζει ο Κηπιάδης, ο Κανάρης έτυχε παλλαϊκής υποδοχής και έλαβε πλούσια οικονομική συνδρομή από τους Κύπριους, οι οποίοι συνέδραμαν τον αγώνα του 1821 με ό,τι και όπως μπορούσαν, γράφοντας πως έφυγε λαμβάνοντας «ολόκληρα φορτία, τριών φορτηγίδων νηών, πρόβατα και βόας και σίτον και κριθήν και διάφορα άλλα τρόφιμα».[5]

Ωστόσο, η παράδοση που θέλει τον Κανάρη να φτάνει στην Κύπρο το 1821, δεν είναι εξακριβωμένη από γραπτές πηγές της εποχής του, ενώ η εκδοχή της παλλαϊκής υποδοχής φαντάζει μάλλον υπερβολική, καθώς εκείνη την περίοδο ο Κωνσταντίνος Κανάρης δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός.[6]

Νεώτεροι ερευνητές, όπως ο Άντρος Παυλίδης, τοποθετούν την επίσκεψη του Κανάρη, αργότερα, ίσως το 1825 ή 1827,[7] όταν ο Κανάρης επέστρεφε από την Αίγυπτο. Μια επίσκεψη και η παλλαϊκή υποδοχή φαίνεται να δικαιολογούνται καλύτερα τον Ιούνιο του 1827, σύμφωνα με τον ερευνητή, καθώς τότε ο Κανάρης είχε βρεθεί σε αποστολή επίθεσης κατά του αιγυπτιακού στόλου στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, ενώ είχε ήδη διακριθεί στον πόλεμο και είχε αποκτήσει τη φήμη μιας από τις μεγάλες φυσιογνωμίες της επανάστασης. Είναι, έτσι, πιθανότερο κατά την επιστροφή των ελληνικών καραβιών από την εκστρατεία τους στην Αίγυπτο, να προσέγγισαν τις ακτές της Κύπρου για ανεφοδιασμό.

Σύμφωνα με την παράδοση, όταν ο μπουρλοτιέρης των Ψαρών έφτασε στη Λάπηθο φιλοξενήθηκε από πρόκριτους του νησιού και παρέμεινε κρυμμένος για λίγες ημέρες στο αρχοντικό του προκρίτου Πασπάλλα στην Αγία Παρασκευή Λαπήθου. Προτού φύγει, λέγεται πως ο ηγούμενος και οι μοναχοί του διπλανού μοναστηριού της Αχειροποιήτου, άλλα κυρίως οι Λαπηθιώτες και οι κάτοικοι των κοντινών περιοχών, τον συνέδραμαν γενναιόδωρα με χρήματα και εφόδια, κυρίως λαπηθιώτικα μαχαίρια και τρόφιμα. Λέγεται, ακόμη, πως πολλά παλληκάρια της Λαπήθου τον ακολούθησαν στο καράβι του, μπαρκάροντας για την Ελλάδα, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα.

Λίγες ημέρες μετά, όταν οι Τούρκοι πληροφορήθηκαν τα συμβάντα, βαρύς έπεσε ο πέλεκύς τους στην Κύπρο, καρατομώντας τον προύχοντα Χατζηλία και άλλους Λαπηθιώτες, στις σφαγές της 9ης Ιουλίου 1821, στη Λευκωσία.

Η λεπτομερής τοπική παράδοση που αναφέρει πως ο Κανάρης βρέθηκε στην Κύπρο δεν μπορεί να αγνοηθεί, και σίγουρα δεν αναιρεί τη σημαντικότατη βοήθεια και συμβολή του κυπριακού λαού στο έπος του ’21.

Η ακτή στην οποία φημολογείται ότι έφτασε ο ήρωας, ονομάστηκε «Ακτή Κανάρη», και πριν την εισβολή όλα ήταν έτοιμα για να ανεγερθεί μαρμάρινη προτομή προς τιμήν του. Ωστόσο, η εισβολή του 1974, ανέτρεψε τα σχέδια των Καραβιωτών. Η λαπηθιώτικη παράδοση ενέπνευσε, επίσης, τον ζωγράφο Γιώργο Μαυρογένη, ο οποίος ζωγράφισε τον πίνακα «Η άφιξη του Κωνσταντίνου Κανάρη στην Κύπρο», η οποία σήμερα βρίσκεται στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου.

Από τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, ο Κανάρης, διακρίθηκε επάξια. Στις 6 Ιουνίου του 1822, στο λιμάνι της Χίου, πυρπόλησε την τουρκική ναυαρχίδα, μαζί με 2,286 ναύτες και το ναύαρχό της, Καρά Αλή, και εκδικήθηκε με αυτό τον τρόπο τη σφαγή της Χίου. Στις 28 Οκτωβρίου του ίδιου έτους ανατίναξε το τούρκικο δίκροτο – την υποναυαρχίδα του νέου αρχιναυάρχου Καλμαμάν Μεχμέτ Πασά – στο στενό μεταξύ Τενέδου και Τρωάδας και σκότωσε 800 Οθωμανούς. Το 1824, εκδικούμενος την καταστροφή της Κάσου και των Ψαρών, πυρπόλησε τούρκικη φρεγάτα και δυο καράβια του Χοσρέφ Πασά κοντά στην Σάμο, σκοτώνοντας 600 Οθωμανούς, καθώς και τουρκική κορβέτα στ’ ανοιχτά της Μυτιλήνης. Στις 10 Αυγούστου 1825, σε ό,τι θα μπορούσε να εξελιχτεί στη σπουδαιότερη ενέργειά του, αποφάσισε να καταστρέψει με πυρπολικά τον αιγυπτιακό στόλο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, εγχείρημα που απέτυχε λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών.

Μετά την Επανάσταση ανήλθε και στα υψηλότερα αξιώματα της Πολιτείας. Το 1827 αντιπροσώπευσε τα Ψαρά στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας και ήταν ένας από τους πιο θερμούς υποστηρικτές του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος τον όρισε αρχηγό του εθνικού στόλου και τον χρησιμοποίησε για την καταστολή των διαφόρων ανταρσιών στη Μάνη και την Ύδρα. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, χωρίς να θέλει να εμπλακεί στη νέα εμφύλια διαμάχη, και εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου.

Κατά την οθωνική περίοδο ανακλήθηκε στην υπηρεσία από την Αντιβασιλεία και έφθασε μέχρι τον βαθμό του υποναυάρχου. Κατόπιν διορίστηκε γερουσιαστής και αναμίχθηκε στην πολιτική με το Ρωσικό Κόμμα. Συμμετείχε στην επαναστατική κίνηση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, η οποία ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα. Μέχρι την έξωση του Όθωνα διετέλεσε υπουργός Ναυτικών και δύο φορές πρωθυπουργός. Το 1862 ήταν ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της αντιοθωνικής κίνησης. Μετά την έξωση του Όθωνα, ορίστηκε μέλος της τριανδρίας Βούλγαρη, Κανάρη, Ρούφου και το 1863 πήγε στη Δανία ως ένας από τους αντιπροσώπους του Έθνους για να προσφέρει το στέμμα στον βασιλιά Γεώργιο Α’. Έπειτα ανέλαβε για ακόμα μια φορά υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Ρούφου και ακόμα δύο φορές πρωθυπουργός.

Αποσύρθηκε από την πολιτική και περνούσε τη ζωή του ήρεμα στο σπίτι του στην Κυψέλης 56, μέχρι τις 26 Μαΐου 1877, οπότε και επανήλθε στην πολιτική σε ηλικία 82 ετών, αναλαμβάνοντας πρωθυπουργός στην οικουμενική κυβέρνηση που σχηματίστηκε για να αντιμετωπίσει τις ενδεχόμενες συνέπειες του Ρωσοτουρκικού Πολέμου.

Ο Κανάρης είχε την τύχη να ζήσει και να δει την Ελλάδα ελεύθερη, προτού πεθάνει από εγκεφαλικό. Ο «ναύαρχος» ξεψύχησε στα χέρια της γυναίκας του, και επί των επάλξεων της πολιτικής, στις 2 Σεπτεμβρίου 1877. Κηδεύτηκε με τιμές πρωθυπουργού και θάφτηκε στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών.

[1] Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Κανάρης», Εστία, τομ. Β’, τχ. 93, 9 Οκτωβρίου 1877, σ. 641.

[2] Βασίλειος Σφυρόερας, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους-Η Ελληνική Επανάσταση (1821-1932), τμ. ΙΒ’, Αθήνα, 1975, σ. 249.

[3] Γεώργιος Ι. Κηπιάδης, Απομνημονεύματα των κατά το 1821 εν τη νήσω Κύπρω τραγικών σκηνών, Αλεξάνδρεια, 1888, σ. 13.

[4] Γεώργιος Ι. Κηπιάδης, ό.π. Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, 1860. Άντρος Παυλίδης, Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, Λευκωσία, 1987, σ. 235.

[5] Γεώργιος Ι. Κηπιάδης, ό.π., σ. 13.

[6] Πέτρος Παπαπολυβίου, «Κύπριοι εθελοντές στην επανάσταση του 1821», Χρονικό, τχ. 57, 22 Μαρτίου 2009, σ. 9.

[7] Άντρος Παυλίδης, Οι Κύπριοι στους Αγώνες του 1821, Λευκωσία, 2011, σσ. 141-6.

Βιβλιογραφία:

Ανδρεόπουλος, Θεόφραστος, 1821. Οι Ήρωες της Επανάστασης. Η ζωή και το τέλος τους, Αθήνα, 2017

Βαλαωρίτης, Αριστοτέλης, «Κανάρης», Εστία, τομ. Β’, τχ. 93, 9 Οκτωβρίου 1877, σσ. 641-2

Κηπιάδης, Γεώργιος, Απομνημονεύματα των κατά το 1821 εν τη νήσω Κύπρω τραγικών σκηνών, Αλεξάνδρεια, 1888

Κυριακοπούλου, Καλλιόπη και Χάρις Κανελλοπούλου, 21 από το ’21, Αθήνα, 1998

Νικοδήμου, Κ., Απομνημονεύματα Εκστρατειών και Ναυμαχιών του Ελληνικού Στόλου, Αθήνα, 2007

Παπαπολυβίου, Πέτρος, «Κύπριοι εθελοντές στην επανάσταση του 1821», Χρονικό, τχ. 57, 22 Μαρτίου 2009

Παυλίδης, Άντρος, Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, Λευκωσία, 1987

Παυλίδης, Άντρος, Οι Κύπριοι στους Αγώνες του 1821, Λευκωσία, 2011

Σφυρόερας, Βασίλειος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους-Η Ελληνική Επανάσταση (1821-1932), τμ. ΙΒ’, Αθήνα, 1975

Φιλήμων, Ι., Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, 1860

Φωτιάδης, Δημήτρης, Κανάρης, Αθήνα, 1988

σχετικά άρθρα