Weather Icon

Ελληνοϊταλική συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ της 9ης Ιουνίου 2020

Ελληνοϊταλική συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ της 9ης Ιουνίου 2020

Του Γρηγόρη Ι. Τσάλτα

Η υπογραφή της ελληνοϊταλικής συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ στην περιοχή του Ιονίου Πελάγους αποτελεί μια μεγάλης πολιτικής σημασίας κίνηση της ελληνικής διπλωματίας και κατ’ επέκταση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Και τούτο για τέσσερις αρχικά συγκεκριμένους λόγους. Πρώτον, αποτελεί μια ξεκάθαρη συμφωνία στο πλαίσιο του ισχύοντος διεθνούς δικαίου, και συγκεκριμένα της Σύμβασης των Η.Ε. για το δίκαιο της θάλασσας του 1982 (Μοντέγκο Μπέι). Δεύτερον, στηρίζεται στην εξίσου σημαντική όσο και ιστορική συμφωνία (1977) ανάμεσα στις δύο χώρες με αντικείμενο την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στην ίδια περιοχή, αποτελώντας ουσιαστικώς επέκτασή της και στα υπερκείμενα της υφαλοκρηπίδας νερά με τη μορφή της ΑΟΖ. Τρίτον, επαναδιαδηλώνεται η βούληση των κρατών να αποδεχτούν ως μέθοδο της συγκεκριμένης οριοθέτησης εκείνην της μέσης γραμμής. Τέταρτον, αναγνωρίζεται εκ νέου η επήρεια όλων των νησιωτικών εδαφών σε όλες τις θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας.

Παράλληλα, η εν λόγω συμφωνία αποτελεί υπόδειγμα σεβασμού των κανόνων του διεθνούς δικαίου ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα στην περιοχή κράτη, τα οποία και συναποφασίζουν ειρηνικώς τη διευθέτηση των όποιων διαφορών τους στο πλαίσιο ελεύθερης έκφρασης της βούλησής τους, χωρίς “απειλές”, ούτε καν προσφυγή σε αρμόδιους δικαστικούς θεσμούς. Με άλλα λόγια, η κίνηση αυτή αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για όλα τα κράτη τα οποία, ευρισκόμενα γεωγραφικώς σε κοινές δύσκολες θαλάσσιες περιοχές (κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες, βλ. Μεσόγειος), είτε με απέναντι είτε με παρακείμενες ακτές, όχι μόνον υιοθετούν τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά καταγράφουν και τον απαιτούμενο σεβασμό που οφείλουν στις βασικές του αρχές, όπως εκείνην που αναφέρεται στη συνεργασία. Η τελευταία αυτή επαναδιαδηλώνεται με την εν λόγω συμφωνία και κυρίως με την υπογραφείσα επίσης Κοινή Δήλωση Ελλάδας-Ιταλίας, η οποία στηρίζεται στα άρθρα 122 και 123 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας και αναφέρεται στην από κοινού αντιμετώπιση ζητημάτων που αφορούν την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με τη διατήρηση των θαλάσσιων βιολογικών πόρων της περιοχής (αλιεία) και την ταυτόχρονη διερεύνηση των αιτίων υποβάθμισής τους. Στόχος η από κοινού βιώσιμη διαχείρισή τους.

Τέλος, η εν λόγω συμφωνία έρχεται χρονικά να αντιπαραταχθεί στο “μνημειώδες μνημόνιο” ανάμεσα σε Τουρκία και κυβέρνηση Σάρατζ του περασμένου Νοεμβρίου (2019), το οποίο ενέχει πλήρως τον χαρακτήρα της παράνομης “διευθέτησης” ζητημάτων που δήθεν “ανακύπτουν” ανάμεσα σε κράτη που όμως δεν δικαιούνται οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μεταξύ τους, καθότι δεν διαθέτουν απέναντι ακτές, όπως η περίπτωση της Τουρκίας και της Λιβύης. Ενώ, σε δεύτερη φάση, το μνημόνιο αυτό θίγει κατάφωρα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών (βλ. Ελλάδα), μην αναγνωρίζοντας το δικαίωμα όλων των νησιωτικών εδαφών να διαθέτουν όλες τις θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας. Δικαίωμα το οποίο απορρέει από τη Σύμβαση του 1982 (άρθρο 121) με παράλληλη εθιμική κατοχύρωση, ανάγοντας έτσι τον εν λόγω κανόνα σε κανόνα υποχρεωτικού δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση, το διεθνές δίκαιο υιοθετεί και διαμορφώνει τους κανόνες του στο πλαίσιο ελεύθερης κοινής (διεθνούς) διαβούλευσης/διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε όλα τα κράτη της διεθνούς κοινότητας (βλ. Τρίτη Συνδιάσκεψη των Η.Ε. για το δίκαιο της θάλασσας και την κατάληξή της τη Σύμβαση του 1982) και δεν επαφίεται στην a la carte “ερμηνεία” του από κανένα μεμονωμένα κράτος, το οποίο με παρόμοιες κινήσεις ρισκάρει αλλά και ενδέχεται να επιφέρει ανεπανάληπτες όσο και δυσάρεστες για την περιοχή του επιπτώσεις. 

*Ο Γρηγόρης Ι. Τσάλτας είναι Ομότιμος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και πρώην πρύτανης του Παντείου Παν/μίου Αθηνών   

capital.gr 

σχετικά άρθρα