Weather Icon

Οι Οικονομικές Συνέπειες της Πανδημίας και η Ελλάδα

Οι Οικονομικές Συνέπειες της Πανδημίας και η Ελλάδα

Πώς θα είναι η επόμενη μέρα για την ελληνική οικονομία; Ο Πάνος Τσακλόγλου καταγράφει και αναλύει τις πιθανές επιπτώσεις στη χώρα μας μετά το ξέσπασμα της πανδημίας.

Οι εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών και των διεθνών οίκων στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς για τη μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας το 2020 προέβλεπαν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης αν και ελαφρά χαμηλότερους από το 2019. Τότε, ως κύρια απειλή στην οικονομική μεγέθυνση εμφανιζόταν η πιθανότητα εμπορικών πολέμων. Με το ξέσπασμα της πανδημίας και την ταχύτατη εξάπλωση της COVID-19, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα οι προβλέψεις άρχισαν να επιδεινώνονται και κάθε φορά που προκύπτουν νέα επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν να είναι περισσότερο απαισιόδοξες από τις προηγούμενες. Αν και οι εκτιμήσεις διαφέρουν σημαντικά τόσο μεταξύ οργανισμών όσο και μεταξύ σεναρίων για την εξέλιξη της πανδημίας, διαμορφώνεται μία κοινή συνισταμένη ότι η παγκόσμια οικονομία φέτος θα γνωρίσει ύφεση μεγαλύτερη από αυτή που προκλήθηκε από την κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008 και, ενδεχομένως, συγκρίσιμη με αυτή της ύφεσης του 1929.

Εκ πρώτης όψεως, αυτές οι εκτιμήσεις ίσως να δείχνουν υπερβολικές. Όμως, μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί αποτελεσματικό φάρμακο ή, ακόμα περισσότερο, εμβόλιο για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού. Επομένως, για να περιορίσουν την εξάπλωση της πανδημίας, οι περισσότερες κυβερνήσεις επέβαλαν μέτρα “κοινωνικής αποστασιοποίησης” και περιορισμού της δραστηριότητας σε ολόκληρους τομείς της οικονομίας (τουρισμός, εστίαση, μεταφορές, λιανικό εμπόριο, πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες, εκπαίδευση, κλπ.). Κύριος στόχος της “κοινωνικής αποστασιοποίησης” είναι η επιβράδυνση της εξάπλωσης της πανδημίας ώστε να μην βρεθούν κάτω από μεγάλη πίεση οι μονάδες εντατικής θεραπείας των συστημάτων υγείας, με αναπόφευκτη συνέπεια τη σημαντική αύξηση της θνησιμότητας λόγω της πανδημίας. Όμως, σαν αποτέλεσμα αυτών των μέτρων, το ΑΕΠ βρέθηκε σε ελεύθερη πτώση. Η πτώση του ΑΕΠ προέρχεται τόσο από την πλευρά της προσφοράς όσο και από τη πλευρά της ζήτησης. Από την πλευρά της προσφοράς, το ΑΕΠ μειώνεται τόσο λόγω του περιορισμού (έως και διακοπής) της λειτουργίας πολλών κλάδων λόγω διοικητικών περιορισμών, όσο και λόγω του ότι η πανδημία προκάλεσε σημαντικές διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα άλλων κλάδων παραγωγής –ιδίως στη μεταποίηση. Στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία, οι μεταποιητικές μονάδες τείνουν να διατηρούν χαμηλά αποθέματα ενδιάμεσων εισροών πολλές από τις οποίες εισάγονται από διάφορες περιοχές του πλανήτη. Τυχόν διακοπή λειτουργίας μίας μονάδας που παράγει κάποια από τις εισροές έχει αλυσιδωτές επιδράσεις σε όλες τις βιομηχανίες που κάνουν χρήση των αντίστοιχων εισροών. Από την πλευρά της ζήτησης, λόγω της διακοπής λειτουργίας πολλών οικονομικών μονάδων προκαλείται ανεργία και μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος που πληθυσμού. Ταυτόχρονα, λόγω της μεγάλης αβεβαιότητας μειώνονται τόσο οι επενδύσεις όσο και η ζήτηση για συγκεκριμένα αγαθά (όπως οι τουριστικές υπηρεσίες), ενώ λόγω της πτώσης της ζήτησης μειώνεται το διεθνές εμπόριο και, συνακόλουθα, η ζήτηση για διεθνείς μεταφορές.

Για να ανακόψουν την ύφεση, οι κυβερνήσεις λαμβάνουν μέτρα στήριξης της οικονομίας τους μέσω παροχών, μετάθεσης πληρωμών και παροχής εγγυήσεων. Σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες χώρες τα μέτρα αυτά αποσκοπούν(α) στο να διατηρήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο λειτουργικό τον παραγωγικό ιστό της οικονομίας και να αποτρέψουν χρεοκοπίες επιχειρήσεων σε μεγάλη έκταση, (β) στο να στηρίξουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και, εμμέσως, (γ) στο να αποτρέψουν πιθανά προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα που θα προέκυπταν από μαζικές χρεοκοπίες επιχειρήσεων και αδυναμίας των νοικοκυριών να εξυπηρετήσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται μέτρα όπως η αναβολή πληρωμής φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, η υποστήριξη του μισθολογικού κόστους και η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων ώστε να μη γίνουν απολύσεις και η παροχή ρευστότητας μέσω του τραπεζικού συστήματος με εγγύηση του δημοσίου. Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται μέτρα όπως η επιμήκυνση της περιόδου καταβολής του επιδόματος ανεργίας (κυρίως για μακροχρονίως ανέργους), η ενίσχυση των εισοδημάτων των αυτοαπασχολουμένων με άμεσο ή έμμεσο τρόπο και η παροχή τμήματος του μισθού υψηλότερου του επιδόματος ανεργίας για όσους μένουν άνεργοι εξαιτίας της κρίσης για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Στην τρίτη κατηγορία εντάσσεται κυρίως η παροχή εγγυήσεων εκ μέρους των κυβερνήσεων για την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων μέσω παροχής δανείων για το κεφάλαιο κίνησής τους.

Φυσικά, τα μέτρα αυτά έχουν σημαντικό δημοσιονομικό κόστος. Επιπρόσθετα, λόγω της πανδημίας αυξάνονται οι ανάγκες των συστημάτων δημόσιας υγείας και οι σχετικές δαπάνες, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο τον προϋπολογισμό. Υπολογίζεται ότι φέτος όλες οι αναπτυγμένες οικονομίες θα παρουσιάσουν υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα. Όσο εντονότερη είναι η κρίση και όσο γενναιότερα τα μέτρα που λαμβάνονται για τη στήριξης της οικονομίας, τόσο μεγαλύτερα αναμένεται να είναι τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Τα ελλείμματα αυτά αυξάνουν το δημόσιο χρέος, ενώ η ύφεση αυξάνει παραπέρα τον λόγο χρέους/ΑΕΠ. Για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων, οι κυβερνήσεις προσφεύγουν σε δανεισμό μέσω της έκδοσης ομολόγων. Όμως, δεν έχουν όλες οι χώρες τις ίδιες δυνατότητες στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Χώρες με χαμηλό λόγο δημοσίου χρέους/ ΑΕΠ, δηλαδή με σημαντικό δημοσιονομικό χώρο, μπορούν να δανειστούν πιο εύκολα και με καλύτερους όρους από χώρες με περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί διεθνείς οίκοι προειδοποιούν ότι η τρέχουσα κρίση μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικό αριθμό χρεοκοπιών χωρών με προβληματικά δημόσια οικονομικά.

Η χρονική συγκυρία του ξεσπάσματος της πανδημίας ήταν μάλλον ατυχής για την Ελλάδα. Η χώρα μας μόλις είχε αρχίσει να ανακάμπτει από τη βαθύτερη και μακρύτερη κρίση που είχε καταγραφεί σε χώρα του ΟΟΣΑ κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Σύμφωνα με εγχώριους και διεθνείς οργανισμούς και οίκους, οι προοπτικές για φέτος και για τις επόμενες χρονιές διαγραφόντουσαν ως ιδιαίτερα ευνοϊκές σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Όμως, οι τελευταίες διαθέσιμες εκτιμήσεις συμφωνούν ότι το 2020 η οικονομική δραστηριότητα στη χώρα μας θα καταγράψει μεγάλη κάμψη, παρότι διαφέρουν σημαντικότατα ως προς το εύρος της προβλεπόμενης ύφεσης (χονδρικά, από -4% έως -16%). Σε κάποιο βαθμό αυτό οφείλεται στην αβεβαιότητα που σχετίζεται με τις παραμέτρους της ίδιας της πανδημίας (πότε θα υπάρξουν ή/και θα παραχθούν μαζικά αποτελεσματικά φάρμακα και εμβόλια, ποια θα είναι η ανθεκτικότητα του συγκεκριμένου κορωνοϊού στις υψηλές θερινές θερμοκρασίες, αν θα υπάρξει έξαρση της πανδημίας το φθινόπωρο, κλπ.) αλλά και της διάρκειας και έντασης των μέτρων αποτροπής της (για πόσο διάστημα θα παραμείνουν σε ισχύ τα μέτρα καραντίνας και ποιους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας θα αφορούν).

Δύο εκτιμήσεις συζητήθηκαν περισσότερο στη χώρα μας. Η πρώτη ήταν μία αθροιστική εκτίμηση του ΟΟΣΑ για την πιθανή επίπτωση της πανδημίας σε επιμέρους κλάδους της οικονομίας αν η κρίση διαρκούσε επί ένα δωδεκάμηνο και η κυβέρνηση δεν ελάμβανε κανένα μέτρο στήριξης της οικονομίας. Το αντίστοιχο ποσοστό της Ελλάδας, -35%, είναι το υψηλότερο μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ. Βεβαίως, όπως τονίζει η ίδια δημοσίευση αυτή είναι μία “άσκηση επί χάρτου” με σκοπό να δείξει ποιες χώρες είναι περισσότερο ευάλωτες στην πανδημία και όχι μία εκτίμηση της προβλεπόμενης ύφεσης. Η δεύτερη είναι μία εκτίμηση του ΔΝΤ στην εαρινή έκδοση του World Economic Outlook. Η εκτίμηση για τη μείωση του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2020, -10%, είναι η υψηλότερη που καταγράφεται μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. Εγχώριοι φορείς (Τράπεζα της Ελλάδας, ΙΟΒΕ, ΚΕΠΕ, κλπ.) στο βασικό τους σενάριο εκτιμούν ότι η ύφεση δεν θα είναι τόσο υψηλή, αλλά και αυτοί τονίζουν ότι οι εκτιμήσεις τους έχουν ένα μεγάλο περιθώριο αβεβαιότητας. 

Δύο είναι οι κύριοι λόγοι που οδηγούν στις εκτιμήσεις για βαθιά ύφεση στην Ελλάδα (ή, εναλλακτικά, για ύφεση βαθύτερη από ό,τι σε άλλες χώρες). Ο πρώτος και σημαντικότερος έχει να κάνει με τη δομή του ΑΕΠ. Η συμβολή στο ΑΕΠ κλάδων που αναμένεται να πληγούν με ιδιαίτερη δριμύτητα λόγω της πανδημίας είναι μεγαλύτερη στην Ελλάδα από ό,τι σε άλλες χώρες. Το πιο πολυσυζητημένο παράδειγμα είναι αυτό του τουρισμού, η άμεση συμβολή του οποίου στο ΑΕΠ είναι λίγο πάνω από 10% (και η έμμεση πολύ μεγαλύτερη) και πάνω από τα τέσσερα πέμπτα προέρχεται από τους αλλοδαπούς τουρίστες. Είτε λόγω αβεβαιότητας, είτε λόγω υγειονομικών περιορισμών, είτε λόγω μείωσης των εισοδημάτων των δυνητικών τουριστών, αναμένεται καθίζηση της ζήτησης των υπηρεσιών του κλάδου με προφανείς συνέπειες για το ΑΕΠ, την απασχόληση, αλλά και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, εφόσον το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών (κυρίως των τουριστικών υπηρεσιών) κάλυπτε το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών. Αλλά τα αρνητικά αποτελέσματα δεν περιορίζονται στον τουρισμό. Και άλλοι κλάδοι δραστηριότητας που αναμένεται να θιγούν έντονα λόγω της πανδημίας, όπως η εστίαση, το λιανικό εμπόριο και οι διεθνείς μεταφορές, έχουν σημαντικά μεγαλύτερη συμβολή στο Ελληνικό ΑΕΠ από ό,τι στο ΑΕΠ άλλων χωρών της Ε.Ε. Ο δεύτερος λόγος που ενδεχομένως οδηγήσει σε μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ στην Ελλάδα από ό,τι σε άλλες χώρες είναι ότι ο δημοσιονομικός χώρος της Ελλάδας είναι πολύ περιορισμένος και, συνακόλουθα, η στήριξη που μπορεί να παράσχει η κυβέρνηση στην οικονομία είναι σχετικά μικρότερη ενώ, ταυτόχρονα, η συμβολή του τραπεζικού τομέα δεν μπορεί να είναι τόσο σημαντική όσο σε άλλες χώρες εφόσον ήδη πριν από την κρίση οι ελληνικές τράπεζες είχαν πολύ μεγάλο όγκο “κόκκινων δανείων” στο χαρτοφυλάκιό τους.

Δεδομένων των επικρατουσών συνθηκών, ο διεθνής Τύπος εκτιμά ότι το παράδειγμα της Ελλάδας στην αντιμετώπιση της πανδημίας είναι εντυπωσιακά επιτυχές. Όμως, ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος για την άσκηση πολιτικών ανάσχεσης των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας είναι περιορισμένος. Η Ελλάδα έχει τον δεύτερο υψηλότερο λόγο δημοσίου χρέους/ΑΕΠ στον κόσμο, μετά την Ιαπωνία. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι όλα μαύρα. Οι διαδοχικές αναδιαρθρώσεις του δημοσίου χρέους και οι περίοδοι χάριτος που μας έχουν παραχωρηθεί οδηγούν σε πολύ χαμηλές ανάγκες πληρωμών τοκοχρεολυσίων κατά τη φετινή αλλά και την επόμενη χρονιά. Επιπρόσθετα, κατά την έναρξη της κρίσης τα ταμειακά διαθέσιμα του δημοσίου ήταν σχετικά υψηλά τόσο λόγω του “αποθέματος ασφαλείας” που μας είχε παραχωρηθεί στο τέλος του Τρίτου Μνημονίου, όσο και λόγω εκδόσεων ομολόγων όταν οι συγκυρίες ήταν ευνοϊκές αλλά δεν υπήρχαν σημαντικές αποπληρωμές αλλά και λόγω υπολοίπων πρωτογενών υπερ-πλεονασμάτων προηγουμένων ετών. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς της άμβλυνσης των συνεπειών της κρίσης τόσο κονδύλια του ΕΣΠΑ όσο και πόρους από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και τα νέα εργαλεία της Ε.Ε. που είτε έχουν ήδη εξαγγελθεί (πρόγραμμα SURE) είτε πρόκειται να εξαγγελθούν στο προσεχές χρονικό διάστημα, ακόμα και αν δεν εκδοθεί “κορωνο-ομόλογο“. Επομένως, αν η κρίση δεν έχει πολύ μεγάλη χρονική διάρκεια και γίνει συνετή διαχείριση των διαθέσιμων πόρων, η κυβέρνηση μπορεί να μετριάσει τις αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία χωρίς ανάγκη προσφυγής σε νέο Μνημόνιο, όπως φαίνεται να εκτιμούν κάποιοι αναλυτές στο εξωτερικό. Άλλωστε, η προσπάθεια της κυβέρνησης ενισχύεται σημαντικά από τη συμμετοχή της χώρας μας στα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης (τακτικό και έκτακτο) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που διευκολύνει τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Φυσικά, όλα τα προηγούμενα θα γίνουν πιο εύκολα αν η ανάκαμψη μετά την κρίση είναι γρήγορη, όπως παρατηρείται συχνά στην περίπτωση εξωγενών κρίσεων, όπως είναι η τωρινή (ιδίως, όμως, όταν η κρίση δεν διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα).

Παρά το γνωστό ευφυολόγημα του Νιλς Μπορ ότι “είναι δύσκολο να κάνεις προβλέψεις – ειδικά όταν αφορούν το μέλλον”, πώς περίπου θα μοιάζει η επόμενη μέρα, ειδικά στην οικονομία; Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι οι αλλαγές θα είναι κατακλυσμιαίες. Κάποιοι φτάνουν να μιλούν για προ και μετά τον κορωνοϊό εποχή. Νομίζω ότι αυτά ανήκουν μάλλον στον χώρο των δημοσιογραφικών υπερβολών. Σύμφωνα με πολλούς οικονομικούς ιστορικούς, προηγούμενες πανδημίες, όπως για παράδειγμα αυτή της πανώλης του 14ου αιώνα, είχαν καταλυτικό ρόλο στις οικονομικές εξελίξεις που ακολούθησαν. Όμως, οι πανδημίες αυτές αφάνισαν σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού, με αποτέλεσμα την ανατροπή του λόγου κεφαλαίου/εργασίας στην οικονομία και την ανάγκη δημιουργίας νέων σχέσεων παραγωγής. Λόγω της προόδου της επιστήμης, της έγκαιρης αντίδρασης της επιστημονικής κοινότητας, αλλά και των σχετικά χαμηλών ποσοστών θνησιμότητας της πανδημίας του COVID-19, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, η τωρινή πανδημία δεν εκτιμάται ότι μπορεί να έχει παρόμοια αποτελέσματα. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν αλλαγές.

Η εμπειρία δείχνει ότι μετά από παρόμοιες κρίσεις υπάρχει πίεση για μεγαλύτερη παρέμβαση του κράτους στην οικονομία –κυρίως για να μετριάσει τις επιπτώσεις της κρίσης. Σε πολλές, όμως, περιπτώσεις, η παρέμβαση αυτή διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα και επεκτάθηκε σε πολλούς τομείς. Ένας τομέας που σίγουρα και δικαιολογημένα θα αναδειχθεί είναι αυτός της δημόσιας υγείας. Η πανδημία ανέδειξε, μεταξύ άλλων, και τη χρησιμότητα αποτελεσματικών συστημάτων δημόσιας υγείας. Στη χώρα μας άρχισε ήδη η σχετική συζήτηση η οποία όμως περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την υποχρηματοδότηση του ΕΣΥ. Ενώ αυτή είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα, πολλοί αναλυτές επισημαίνουν ότι αυτό δεν είναι το κύριο πρόβλημα της δημόσιας υγείας στη χώρα μας. Το ελληνικό σύστημα δημόσιας υγείας είναι “νοσοκομειοκεντρικό”. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, η Ελλάδα δαπανά πολύ περισσότερα για νοσοκομειακή περίθαλψη και ιατρικά υλικά (κυρίως φάρμακα), ενώ υστερεί σημαντικά στις δαπάνες για πρωτοβάθμια περίθαλψη, προληπτική ιατρική και μακροχρόνια φροντίδα. Επομένως, πρώτη προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι ο ανασχεδιασμός του συστήματος δημόσιας υγείας. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας οι “μάχες” δόθηκαν στα νοσοκομεία, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να υπάρξει πίεση το σύστημα να γίνει ακόμα περισσότερο “νοσοκομειοκεντρικό”.

Φυσικά, τα δημοσιονομικά μέτρα που λαμβάνονται για την άμβλυνση των συνεπειών της κρίσης ωθούν το δημόσιο χρέος πολλών χωρών –που σε πολλές περιπτώσεις βρισκόταν ήδη σε ιστορικά υψηλά επίπεδα- σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα. Με αυτό τον τρόπο, ουσιαστικά μεταφέρουμε μέρος των συνεπειών της κρίσης στις επόμενες γενεές. Όμως, είναι επίσης πιθανό ότι αν σε κάποιο σημείο στο μέλλον φύγουμε από την ιστορικά πρωτοφανή κατάσταση των αρνητικών ονομαστικών επιτοκίων, η αναχρηματοδότηση του χρέους αρκετών χωρών μπορεί να γίνει προβληματική. Ειδικά στον χώρο της ευρωζώνης, αυτό μπορεί να είναι το κομβικό σημείο για το ευρώ και να οδηγήσει, στο καλό σενάριο, στην αμοιβαιοποίηση χρέους και τη δημιουργία κοινής δημοσιονομικής πολιτικής ή, στο κακό σενάριο, στη διάλυση της ευρωζώνης και την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Κατά τη διάρκεια της “κοινωνικής αποστασιοποίησης”, εντάθηκε η χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών. Ειδικά στην περίπτωση της χώρας μας, παρατηρήσαμε μία βίαιη “ψηφιακή ενηλικίωση” του δημόσιου τομέα, ο οποίος υστερούσε σημαντικά σε αυτό το πεδίο. Θα είναι ιδιαίτερα θετικό αν η τάση αυτή συνεχιστεί και μετά τη λήξη της πανδημίας. Όμως και στον ιδιωτικό τομέα παρατηρήθηκε κατακόρυφη αύξηση της χρήσης εργαλείων της ψηφιακής τεχνολογίας. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε “αλλαγή παραδείγματος” ειδικά στα πεδία των εργασιακών σχέσεων (τηλεργασία) και του λιανικών πωλήσεων (ηλεκτρονικό εμπόριο)Προσωπικά, έχω αμφιβολίες κυρίως ως προς την έκταση των μεταβολών. Οι τάσεις προς την τηλεργασία και το ηλεκτρονικό εμπόριο προϋπήρχαν της πανδημίας και σίγουρα στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα μπορεί να ενισχυθούν, ειδικά αν αυτές θεωρηθούν αμοιβαία επωφελείς μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων (το πρώτο) ή καταναλωτών και εμπόρων (το δεύτερο). Όμως, δεν νομίζω ότι στο αμέσως επόμενο διάστημα οι τάσεις αυτές θα απειλήσουν τα “κυρίαρχα παραδείγματα”.

Τέλος, η παρούσα πανδημία μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στις αναπτυσσόμενες χώρες, μέσα από τρία διαφορετικά κανάλια. Το πρώτο έχει να κάνει με τις δομές δημόσιας υγείας τους. Αυτές είναι εξαιρετικά ανεπαρκείς και αν τυχόν ο συγκεκριμένος κορωνοϊός αποδειχθεί ανθεκτικός στις υψηλές θερμοκρασίες και η πανδημία επεκταθεί στις αναπτυσσόμενες χώρες, οι συνέπειες σε όρους θυμάτων μπορεί να είναι δραματικές. Το δεύτερο έχει να κάνει με το γεγονός ότι όπως και σε όλες σχεδόν τις περιόδους κρίσεων, τα διεθνή κεφάλαια εγκαταλείπουν τις φτωχότερες χώρες και προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στα “ασφαλή λιμάνια” (ομόλογα αναπτυγμένων οικονομιών, χρυσός, κλπ.), δημιουργώντας έντονα συναλλαγματικά προβλήματα στις αναπτυσσόμενες χώρες. Το τρίτο κανάλι λειτουργεί μέσα από τις αγορές πρώτων υλών. Παρότι οι περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες έχουν μεγάλο πρωτογενή τομέα, ο οποίος έχει επηρεαστεί ελάχιστα από την πανδημία, πολλές από αυτές είναι εξαγωγείς πρώτων υλών. Η κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας στις αναπτυγμένες χώρες έχει οδηγήσει σε δραστική μείωση της ζήτησης για πρώτες ύλες και συνακόλουθη πτώση των τιμών τους. Αυτό έχει δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών πολλών αναπτυσσομένων χωρών οι οποίες έχουν ήδη ζητήσει τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα ο αριθμός των χωρών που θα ζητήσει τη βοήθεια του ΔΝΤ θα αυξηθεί σημαντικά. Ως συνήθως, η παροχή οικονομικής βοήθειας από το ΔΝΤ συνοδεύεται από προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, τα οποία συχνά κατά τη βραχυχρόνια περίοδο οδηγούν την οικονομία σε ύφεση. Και οι τρεις αυτοί παράγοντες μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική κρίση τις οικονομίες πολλών αναπτυσσομένων χωρών. Συνήθως, οι οικονομικές κρίσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες συνοδεύονται από αύξηση των μεταναστευτικών ροών. Σε μία τέτοια περίπτωση και δεδομένου ότι η Ελλάδα αποτελεί πύλη εισόδου των μεταναστών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορεί κανείς να προβλέψει με ασφάλεια ότι οι αντίστοιχες πιέσεις στη χώρα μας πιθανόν να αυξηθούν κατακόρυφα, με προφανείς αρνητικές συνέπειες.

*Ο Πάνος Τσακλόγλου είναι Καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος του εποπτικού συμβουλίου της διαΝΕΟσις.

σχετικά άρθρα