Weather Icon

Γερμανία (Καρλσρούη): Αντισυνταγματικό και παράνομο μερικώς το πρόγραμμα (PSPP) της ΕΚΤ – Να μην συμμετέχει η Bundesbank – Tι απαντά η ΕΚΤ

Γερμανία (Καρλσρούη): Αντισυνταγματικό και παράνομο μερικώς το πρόγραμμα (PSPP) της ΕΚΤ – Να μην συμμετέχει η Bundesbank – Tι απαντά η ΕΚΤ
Η απόφαση δεν αφορά μέτρα οικονομικής βοήθειας που ελήφθησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή την ΕΚΤ στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης του κορωνοϊού
Στον αέρα τινάζει το πρόγραμμα πρόγραμμα αγοράς κρατικών τίτλων (PSPP) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας το ανώτατο δικαστήριο της Γερμανίας που εδρεύει στην Καρλσρούη, καθώς αποφάσισε ότι ορισμένες ενέργειες της ΕΚΤ είναι παράνομες και αντίκεινται στο Σύνταγμα της Γερμανίας.
Μάλιστα, όπως ανέφερε η απόφαση της ΕΚΤ δεν υποστηρίζεται από τη Συνθήκη της ΕΕ, άρα δεν ισχύουν στη Γερμανία.
Τονίζει, δε, ότι οι αποφάσεις της ΕΚΤ για το PSPP δεν διαθέτουν επαρκείς εκτιμήσεις αναλογικότητας και ισοδυναμούν με υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της ΕΚΤ.
Για τους παραπάνω λόγους η Bundesbank, μετά από μία μεταβατική περίοδο 3 μηνών, θα πρέπει να πάψει να συμμετέχει στο πρόγραμμα.

Η αντίδραση της ΕΚΤ

Από την πλευρά της, η ΕΚΤ απέφυγε να σχολιάσει άμεσα την απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου επισημαίνοντας ότι η αντίδραση της θα έρθει μετά την ανάλυση της απόφασης.
«Αναλύουμε την απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου και θα προβούμε σε σχόλιο εν ευθέτω χρόνω» δήλωσε εκπρόσωπος της ΕΚΤ.

Η σκληρή γλώσσα της Καρλσρούης

«Οι επίμαχες αποφάσεις απλώς ισχυρίζονται ότι ο στόχος πληθωρισμού των κατωτέρω αλλά πλησίον του, 2% που επιδιώκει η ΕΚΤ δεν έχει ακόμη επιτευχθεί και ότι δεν διατίθενται λιγότερο παρεμβατικά μέσα.
Δεν περιέχουν ούτε πρόγνωση ως προς τις επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής του PSPP ούτε αξιολόγηση του κατά πόσον τέτοιες επιπτώσεις ήταν ανάλογες με τα επιδιωκόμενα πλεονεκτήματα στον τομέα της νομισματικής πολιτικής.
Δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ στην πραγματικότητα έλαβε υπόψη και εξισορρόπησε τις επιπτώσεις που είναι εγγενείς και άμεσες συνέπειες του PSPP, καθώς αυτές οι συνέπειες προκύπτουν πάντοτε από τον όγκο του προγράμματος άνω των 2 τρισ. ευρώ και η διάρκειά του τώρα περισσότερο από τρία χρόνια.
Δεδομένου ότι τα αρνητικά αποτελέσματα του PSPP αυξάνονται όσο αυξάνεται ο όγκος και όσο περισσότερο συνεχίζεται, μια μεγαλύτερη διάρκεια του προγράμματος δημιουργεί αυστηρότερες απαιτήσεις ως προς την απαραίτητη εξισορρόπηση των συμφερόντων.
Το PSPP βελτιώνει τους όρους αναχρηματοδότησης των κρατών μελών καθώς τους επιτρέπει να λαμβάνουν χρηματοδότηση στις κεφαλαιαγορές με πολύ καλύτερες συνθήκες από ό, τι θα συνέβαινε διαφορετικά.
Επομένως, έχει σημαντικό αντίκτυπο στους όρους δημοσιονομικής πολιτικής υπό τους οποίους λειτουργούν τα κράτη μέλη.
Συγκεκριμένα, το PSPP θα μπορούσε να έχει τα ίδια αποτελέσματα με τα μέσα χρηματοοικονομικής βοήθειας σύμφωνα με το άρθρο. 12 επ. Συνθήκη ESM.
Ο όγκος και η διάρκεια του PSPP ενδέχεται να καταστήσουν τα αποτελέσματα του προγράμματος δυσανάλογα, ακόμα και όταν αυτά τα αποτελέσματα αρχικά συμμορφώνονται με το πρωτογενές δίκαιο.
Το PSPP επηρεάζει επίσης τον εμπορικό τραπεζικό τομέα μεταφέροντας μεγάλες ποσότητες κρατικών ομολόγων υψηλού κινδύνου στους ισολογισμούς του Ευρωσυστήματος, γεγονός που βελτιώνει σημαντικά την οικονομική κατάσταση των σχετικών τραπεζών και αυξάνει την πιστοληπτική τους ικανότητα.
Οι επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής του PSPP περιλαμβάνουν επιπλέον τον οικονομικό και κοινωνικό της αντίκτυπο σε όλους σχεδόν τους πολίτες, οι οποίοι επηρεάζονται τουλάχιστον έμμεσα, μεταξύ άλλων ως μέτοχοι, ενοικιαστές, ιδιοκτήτες ακινήτων, αποταμιευτές ή ασφαλιστές.
Για παράδειγμα, υπάρχουν σημαντικές απώλειες για ιδιωτικές αποταμιεύσεις.
Επιπλέον, καθώς το PSPP μειώνει τα γενικά επιτόκια, επιτρέπει στις οικονομικά μη βιώσιμες εταιρείες να παραμείνουν στην αγορά.
Τέλος, όσο περισσότερο συνεχίζεται το πρόγραμμα και όσο αυξάνεται ο συνολικός όγκος του, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος το Ευρωσύστημα να εξαρτάται από την πολιτική των κρατών μελών, καθώς δεν μπορεί πλέον απλά να τερματίσει και να αναιρέσει το πρόγραμμα χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της νομισματικής ένωσης».
Θα ήταν υποχρέωση της ΕΚΤ να σταθμίσει αυτές και άλλες σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική πολιτική και να τις εξισορροπήσει, βάσει εκτιμήσεων αναλογικότητας, έναντι των αναμενόμενων θετικών συνεισφορών στην επίτευξη του στόχου νομισματικής πολιτικής που έχει θέσει η ίδια.
Δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια εξισορρόπηση, ούτε όταν το πρόγραμμα ξεκίνησε για πρώτη φορά ούτε σε οποιοδήποτε σημείο κατά την εφαρμογή του.
Εκτός εάν η ΕΚΤ παρέχει τεκμηρίωση που να αποδεικνύει ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια εξισορρόπηση, και με ποια μορφή, δεν είναι δυνατόν να διενεργηθεί αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος ως προς το εάν η ΕΚΤ παρέμεινε εντός της εντολής της.
Έτσι, σύμφωνα με τη σημερινή απόφαση και μετά από μεταβατική περίοδο το πολύ τριών μηνών που επιτρέπει τον απαραίτητο συντονισμό με το Ευρωσύστημα, η Bundesbank δεν μπορεί επομένως να συμμετέχει πλέον στην εφαρμογή και εκτέλεση των επίμαχων αποφάσεων της ΕΚΤ, εκτός εάν το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ εκδώσει νέα απόφαση που αποδεικνύει έναν κατανοητό και τεκμηριωμένο τρόπο ότι οι στόχοι νομισματικής πολιτικής που επιδιώκει το PSPP δεν είναι δυσανάλογοι με τις επιπτώσεις της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής που προκύπτουν από το πρόγραμμα.

Αναλυτικά η απόφαση

Ειδικότερα, στην απόφασή που εκδόθηκε σήμερα, η δεύτερη Γερουσία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου εξέδωσε αρκετές συνταγματικές ενστάσεις κατά του Προγράμματος Αγοράς του Δημόσιου Τομέα (PSPP) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και το Γερμανικό Bundestag παραβίασαν τα δικαιώματα των καταγγελλόντων βάσει του Άρθ. 38 (1) πρώτη πρόταση σε συνδυασμό με το άρθρο. 20 (1) και (2), και Άρθ. 79 (3) του Βασικού Νόμου (Grundgesetz – GG) παραλείποντας να λάβει μέτρα που αμφισβητούν ότι η ΕΚΤ, στις αποφάσεις της για την υιοθέτηση και την εφαρμογή του PSPP, ούτε αξιολόγησε ούτε τεκμηρίωσε ότι τα μέτρα που προβλέπονται στις αποφάσεις αυτές πληρούν την αρχή της αναλογικότητας.
Στην απόφασή του της 11ης Δεκεμβρίου 2018, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (CJEU) έχει λάβει διαφορετική στάση ως απάντηση στο αίτημα για την έκδοση προδικαστικής απόφασης από το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο.
Ωστόσο, αυτό δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα στην παρούσα διαδικασία.
Η επανεξέταση που διενήργησε το CJEU σχετικά με το κατά πόσον οι αποφάσεις της ΕΚΤ σχετικά με το PSPP πληρούν την αρχή της αναλογικότητας δεν είναι αποδεκτή.
Όσον αφορά την πρόκληση των καταγγελλόντων ότι το PSPP παρακάμπτει αποτελεσματικά το άρθρο. 123 ΣΛΕΕ, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο δεν διαπίστωσε παραβίαση της απαγόρευσης της νομισματικής χρηματοδότησης των προϋπολογισμών των κρατών μελών.
Η απόφαση που δημοσιεύθηκε σήμερα δεν αφορά μέτρα οικονομικής βοήθειας που ελήφθησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή την ΕΚΤ στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης του κορωνοϊού.

Γεγονότα της υπόθεσης:

Το PSPP είναι μέρος του προγράμματος Expanded Asset Purchase Program (EAPP), ενός προγράμματος πλαισίου του Ευρωσυστήματος για την αγορά περιουσιακών στοιχείων σε χρηματοπιστωτικές αγορές.
Όπως αναφέρεται στη συλλογιστική που κοινοποίησε η ΕΚΤ, το EAPP αποσκοπεί στην αύξηση της προσφοράς χρήματος και στοχεύει στη στήριξη των καταναλωτικών και επενδυτικών δαπανών στη ζώνη του ευρώ και τελικά συμβάλλει στην επίτευξη ενός στόχου πληθωρισμού κάτω, αλλά κοντά στο, 2%.
Η ΕΚΤ ξεκίνησε το PSPP με την απόφασή του της 4ης Μαρτίου 2015, το οποίο αργότερα τροποποιήθηκε με πέντε μεταγενέστερες αποφάσεις.
Στο πλαίσιο του PSPP, οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος – με την επιφύλαξη του πλαισίου που καθορίζεται λεπτομερώς στις αποφάσεις της ΕΚΤ – αγορά κρατικών ομολόγων ή άλλων εμπορεύσιμων χρεογράφων που εκδίδονται από κεντρικές κυβερνήσεις κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, από “αναγνωρισμένους οργανισμούς” και διεθνείς οργανισμούς ή από πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες που βρίσκονται στη ζώνη του ευρώ.
Το PSPP αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μερίδιο του συνολικού όγκου του EAPP.
Από τις 8 Νοεμβρίου 2019, η συνολική αξία των κινητών αξιών που αγοράστηκαν βάσει του EAPP από το Ευρωσύστημα ανήλθε σε 2,5 τρισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των αγορών στο πλαίσιο του PSPP ύψους 2,08 τρισ. ευρώ.
Με τις συνταγματικές καταγγελίες τους, οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι το PSPP παραβιάζει την απαγόρευση νομισματικής χρηματοδότησης (άρθρο 123 ΣΛΕΕ) και την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 5 παράγραφος 1 ΣΕΕ σε συνδυασμό με τα άρθρα 119, άρθρα 127 και επόμενα TFEU ).
Στην Διάταξή της της 18ης Ιουλίου 2017, η Δεύτερη Γερουσία υπέβαλε διάφορα ερωτήματα στο CJEU για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
Συγκεκριμένα, αφορούσαν την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης των προϋπολογισμών των κρατών μελών, την εντολή νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ και μια πιθανή παραβίαση των αρμοδιοτήτων και της κυριαρχίας των κρατών μελών σε θέματα προϋπολογισμού.
Στην απόφασή του της 11ης Δεκεμβρίου 2018, το CJEU έκρινε ότι το PSPP ούτε υπερέβη την εντολή της ΕΚΤ ούτε παραβίασε την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης.
Μετά από αυτό, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο διεξήγαγε προφορική ακρόαση στην Καρλσρούη στις 30 και 31 Ιουλίου 2019.

Βασικά ζητήματα:

Ι. Υπό το πρίσμα του Αρθ. 119 και 127 του TFEU ​​καθώς και του άρθ. 17 του καταστατικού του ΕΣΚΤ, η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ της 4ης Μαρτίου 2015 (ΕΕ) 2015/774 και οι μεταγενέστερες αποφάσεις (ΕΕ) 2015/2101, (ΕΕ) 2015/2464, (ΕΕ) 2016/702 και (ΕΕ) 2017/100 πρέπει να να χαρακτηριστούν ως πράξεις ultra vires, παρά την αντίθετη απόφαση του CJEU.
1. Ενώ το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο πρέπει να επανεξετάσει τις τεκμηριωμένες καταγγελίες σχετικά με πράξεις θεσμικών οργάνων, οργανισμών και υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι Συνθήκες αναθέτουν στο ΔΕΕ την εντολή να ερμηνεύει και να εφαρμόζει τις Συνθήκες και να διασφαλίζει την ομοιομορφία και τη συνοχή της ΕΕ (πρβλ. άρθρο 19 παράγραφος 1 εδάφιο 2 TEU, άρθρο 267 ΣΛΕΕ).
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, είναι επιτακτική ανάγκη οι αντίστοιχες δικαστικές εντολές να ασκούνται με συντονισμένο τρόπο (Αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, Entscheidungen des Bundesverfassungsgericht – BVerfGE 126, 286 <302 και επόμενα.); 134, 366 <382 et seq. Para. 22 et seq.>; 142, 123 <198 et seq. Para. 143 et seq.>; Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, απόφαση της δεύτερης Γερουσίας της 30ης Ιουλίου 2019 – 2 BvR 1685/14, 2 BvR 2631/14 -, παρ. 140 επ.).
Εάν οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορούσε εύκολα να επικαλεστεί την αρχή να αποφασίσει, μέσω των δικών του δικαστηρίων, την εγκυρότητα των πράξεων της ΕΕ, αυτό θα μπορούσε να υπονομεύσει την προτεραιότητα της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και να θέσει σε κίνδυνο την ομοιόμορφη εφαρμογή του.
Ωστόσο, εάν τα κράτη μέλη απέχουν εντελώς από τη διενέργεια οποιασδήποτε επανεξέτασης, θα παραχωρούσαν στα όργανα της ΕΕ αποκλειστική εξουσία επί των Συνθηκών, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου η ΕΕ υιοθετεί νομική ερμηνεία που ουσιαστικά ισοδυναμεί με τροποποίηση συνθήκης ή επέκταση τις αρμοδιότητές του.
Αν και οι περιπτώσεις στις οποίες τα θεσμικά όργανα της ΕΕ υπερβαίνουν τις αρμοδιότητές τους είναι εξαιρετικά πιθανές, αναμένεται ότι αυτές οι περιπτώσεις παραμένουν σπάνιες λόγω των θεσμικών και διαδικαστικών διασφαλίσεων που κατοχυρώνονται στο δίκαιο της ΕΕ.
Ωστόσο, όπου συμβαίνουν, η συνταγματική προοπτική ενδέχεται να μην ταιριάζει απόλυτα με την προοπτική του δικαίου της ΕΕ, δεδομένου ότι, ακόμη και βάσει της Συνθήκης της Λισαβόνας, τα κράτη μέλη παραμένουν οι «κύριοι των Συνθηκών» και η ΕΕ δεν έχει εξελιχθεί σε ομοσπονδιακό κράτος ( βλ. BVerfGE 123, 267 <370 και 371>).
Κατ ‘αρχήν, ορισμένες εντάσεις είναι συνεπώς εγγενείς στο σχεδιασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πρέπει να επιλυθούν με τρόπο συνεργασίας, σύμφωνα με το πνεύμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, και να μετριαστούν με αμοιβαίο σεβασμό και κατανόηση.
Αυτό αντικατοπτρίζει τη φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία βασίζεται στην πολυεπίπεδη συνεργασία κυρίαρχων κρατών, διοικήσεων και δικαστηρίων (Staaten-, Verfassungs-, Verwaltungs- und Rechtsprechungsverbund) (BVerfGE 140, 317 <338 παράγραφος 44) .
Η ερμηνεία και η εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού των εφαρμοστέων μεθοδολογικών προτύπων, εμπίπτει πρωτίστως στο CJEU.
(1) Η δεύτερη πρόταση ΣΕΕ καλείται να διασφαλίσει ότι τηρείται ο νόμος κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών.
Τα μεθοδολογικά πρότυπα που αναγνωρίζονται από το ΔΕΕ για τη δικαστική ανάπτυξη του νόμου βασίζονται στις (συνταγματικές) νομικές παραδόσεις κοινές στα κράτη μέλη, οι οποίες αντικατοπτρίζονται κυρίως στη νομολογία των συνταγματικών και των ανώτατων δικαστηρίων των κρατών μελών και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Η εφαρμογή αυτών των μεθόδων και αρχών από το ΔΕΕ δεν μπορεί και δεν χρειάζεται να ανταποκρίνεται πλήρως στην πρακτική των εθνικών δικαστηρίων.
Ωστόσο, το CJEU δεν μπορεί απλά να αγνοήσει μια τέτοια πρακτική.
Οι ιδιαιτερότητες του δικαίου της ΕΕ δημιουργούν σημαντικές διαφορές όσον αφορά τη σημασία και το βάρος που αποδίδεται στα διάφορα μέσα ερμηνείας.
Ωστόσο, η εντολή που ανατέθηκε στο Άρθ. 19 (1) η δεύτερη πρόταση ΣΕΕ γίνεται υπέρβαση όταν οι παραδοσιακές ευρωπαϊκές μέθοδοι ερμηνείας ή, γενικότερα, οι γενικές νομικές αρχές που είναι κοινές στις νομοθεσίες των κρατών μελών δεν λαμβάνονται προφανώς υπόψη.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν εναπόκειται στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο να αντικαταστήσει την ερμηνεία του CJEU με τη δική του όταν αντιμετωπίζει ζητήματα ερμηνείας του δικαίου της ΕΕ, ακόμη και αν η εφαρμογή αποδεκτής μεθοδολογίας, εντός των καθιερωμένων ορίων νομικής συζήτησης, θα επέτρεπε διαφορετικές απόψεις.
Αντίθετα, εφόσον το CJEU εφαρμόζει αναγνωρισμένες μεθοδολογικές αρχές και η απόφαση που λαμβάνει δεν είναι αυθαίρετη από αντικειμενική άποψη, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο πρέπει να σέβεται την απόφαση του CJEU, ακόμη και όταν υιοθετεί μια άποψη κατά της οποίας θα μπορούσαν να εγερθούν σοβαρά επιχειρήματα.
2. Στην απόφασή του της 11ης Δεκεμβρίου 2018, το ΔΕΕ έκρινε ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ σχετικά με το PSPP και οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις της εξακολουθούσαν να εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της ΕΚΤ.
Αυτή η άποψη προφανώς δεν λαμβάνει υπόψη τη σημασία και το πεδίο εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 5 παράγραφος 1 δεύτερη πρόταση και άρθρο 5 παράγραφος 4 ΣΕΕ) – η οποία ισχύει για τον καταμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών – και είναι απλώς αβάσιμο από μεθοδολογική άποψη δεδομένου ότι αγνοεί εντελώς τις πραγματικές επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής του προγράμματος.
Η προσέγγιση του CJEU να αγνοήσει τις πραγματικές επιπτώσεις του PSPP κατά την εκτίμηση της αναλογικότητας του προγράμματος και να αποφύγει τη διεξαγωγή συνολικής αξιολόγησης ως προς αυτό, δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις μιας επανεξέτασης ως προς το εάν το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικής Τράπεζας (ΕΣΚΤ) και η ΕΚΤ τηρούν τα όρια της εντολής νομισματικής πολιτικής τους.
Κατ ‘αυτόν τον τρόπο, η αρχή της αναλογικότητας δεν μπορεί να εκπληρώσει τη διορθωτική λειτουργία της με σκοπό τη διασφάλιση των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών, γεγονός που καθιστά άνευ σημασίας την αρχή της αναλογικότητας.
Επιπλέον, αγνοώντας εντελώς όλες τις επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής που απορρέουν από το πρόγραμμα, η απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2018 έρχεται σε αντίθεση με τη μεθοδολογική προσέγγιση που υιοθέτησε το ΔΕΕ σε σχεδόν όλους τους άλλους τομείς της νομοθεσίας της ΕΕ.
Αποτυγχάνει να επηρεάσει τη λειτουργία της αρχής ως βασικού καθοριστικού παράγοντα στον καταμερισμό αρμοδιοτήτων και στις μεθοδολογικές συνέπειες που συνεπάγεται για την επανεξέταση του κατά πόσον τηρείται η αρχή αυτή.
3. Επομένως, η ερμηνεία της αρχής της αναλογικότητας που έχει εγκρίνει το CJEU και ο καθορισμός της εντολής του ΕΣΚΤ βάσει αυτής, υπερβαίνουν τη δικαστική εντολή που ανατίθεται στο CJEU στο άρθρο. 19 (1) δεύτερη πρόταση ΣΕΕ.
Με αυτοεπιβαλλόμενο περιορισμό, το CJEU περιορίζει τον δικαστικό του έλεγχο στο εάν υπάρχει «πρόδηλο» σφάλμα αξιολόγησης εκ μέρους της ΕΚΤ, εάν το PSPP «προφανώς» υπερβαίνει ό,τι είναι απαραίτητο για την επίτευξη του στόχου του και αν τα μειονεκτήματά του είναι «προφανώς» δυσανάλογα με τους επιδιωκόμενους στόχους.
Αυτό το πρότυπο αναθεώρησης δεν συμβάλλει καθόλου στον περιορισμό του πεδίου των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην ΕΚΤ, οι οποίες περιορίζονται στη νομισματική πολιτική.
Αντιθέτως, επιτρέπει στην ΕΚΤ να επεκτείνει σταδιακά τις αρμοδιότητές της από μόνη της.
Τουλάχιστον, εξαιρεί σε μεγάλο βαθμό ή εντελώς τέτοιες ενέργειες εκ μέρους της ΕΚΤ από δικαστικό έλεγχο.
Ωστόσο, για τη διαφύλαξη της αρχής της δημοκρατίας και την τήρηση των νομικών βάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι επιτακτική ανάγκη να γίνει σεβαστή η κατανομή αρμοδιοτήτων.
ΙΙ. Λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες εκτιμήσεις, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την απόφαση του CJEU, αλλά πρέπει να διενεργήσει τη δική του επανεξέταση για να εξακριβώσει εάν οι αποφάσεις του Ευρωσυστήματος για την υιοθέτηση και την εφαρμογή του PSPP παραμένουν εντός των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται βάσει του πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ.
Δεδομένου ότι αυτές οι αποφάσεις δεν διαθέτουν επαρκείς εκτιμήσεις αναλογικότητας, ισοδυναμούν με υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της ΕΚΤ.
Ένα πρόγραμμα για την αγορά κρατικών ομολόγων, όπως το PSPP, το οποίο έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική πολιτική, απαιτεί ο στόχος της νομισματικής πολιτικής και τα αποτελέσματα της οικονομικής πολιτικής να προσδιορίζονται, να σταθμίζονται και να ισορροπούνται μεταξύ τους.
Επιδιώκοντας ανεπιφύλακτα τον στόχο νομισματικής πολιτικής του PSPP – για την επίτευξη ποσοστών πληθωρισμού κάτω, αλλά κοντά στο, 2% – αγνοώντας παράλληλα τις επιπτώσεις της οικονομικής της πολιτικής, η ΕΚΤ παραβλέπει προφανώς την αρχή της αναλογικότητας.
Στις επίμαχες αποφάσεις, η ΕΚΤ δεν πραγματοποιεί την απαραίτητη εξισορρόπηση του στόχου της νομισματικής πολιτικής έναντι των επιπτώσεων της οικονομικής πολιτικής που προκύπτουν από το πρόγραμμα.
Επομένως, οι επίμαχες αποφάσεις παραβιάζουν το άρθρο. 5 (1) δεύτερη πρόταση και άρθρο. 5 (4) ΣΕΕ και, κατά συνέπεια, υπερβαίνουν την εντολή νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.
Οι επίμαχες αποφάσεις απλώς ισχυρίζονται ότι ο στόχος πληθωρισμού των κατωτέρω αλλά πλησίον του, 2% που επιδιώκει η ΕΚΤ δεν έχει ακόμη επιτευχθεί και ότι δεν διατίθενται λιγότερο παρεμβατικά μέσα.
Δεν περιέχουν ούτε πρόγνωση ως προς τις επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής του PSPP ούτε αξιολόγηση του κατά πόσον τέτοιες επιπτώσεις ήταν ανάλογες με τα επιδιωκόμενα πλεονεκτήματα στον τομέα της νομισματικής πολιτικής.
Δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ στην πραγματικότητα έλαβε υπόψη και εξισορρόπησε τις επιπτώσεις που είναι εγγενείς και άμεσες συνέπειες του PSPP, καθώς αυτές οι συνέπειες προκύπτουν πάντοτε από τον όγκο του προγράμματος άνω των 2 τρισ. ευρώ και η διάρκειά του τώρα περισσότερο από τρία χρόνια.
Δεδομένου ότι τα αρνητικά αποτελέσματα του PSPP αυξάνονται όσο αυξάνεται ο όγκος και όσο περισσότερο συνεχίζεται, μια μεγαλύτερη διάρκεια του προγράμματος δημιουργεί αυστηρότερες απαιτήσεις ως προς την απαραίτητη εξισορρόπηση των συμφερόντων.
Το PSPP βελτιώνει τους όρους αναχρηματοδότησης των κρατών μελών καθώς τους επιτρέπει να λαμβάνουν χρηματοδότηση στις κεφαλαιαγορές με πολύ καλύτερες συνθήκες από ό, τι θα συνέβαινε διαφορετικά.
Επομένως, έχει σημαντικό αντίκτυπο στους όρους δημοσιονομικής πολιτικής υπό τους οποίους λειτουργούν τα κράτη μέλη.
Συγκεκριμένα, το PSPP θα μπορούσε να έχει τα ίδια αποτελέσματα με τα μέσα χρηματοοικονομικής βοήθειας σύμφωνα με το άρθρο. 12 επ. Συνθήκη ESM.
Ο όγκος και η διάρκεια του PSPP ενδέχεται να καταστήσουν τα αποτελέσματα του προγράμματος δυσανάλογα, ακόμα και όταν αυτά τα αποτελέσματα αρχικά συμμορφώνονται με το πρωτογενές δίκαιο.
Το PSPP επηρεάζει επίσης τον εμπορικό τραπεζικό τομέα μεταφέροντας μεγάλες ποσότητες κρατικών ομολόγων υψηλού κινδύνου στους ισολογισμούς του Ευρωσυστήματος, γεγονός που βελτιώνει σημαντικά την οικονομική κατάσταση των σχετικών τραπεζών και αυξάνει την πιστοληπτική τους ικανότητα.
Οι επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής του PSPP περιλαμβάνουν επιπλέον τον οικονομικό και κοινωνικό της αντίκτυπο σε όλους σχεδόν τους πολίτες, οι οποίοι επηρεάζονται τουλάχιστον έμμεσα, μεταξύ άλλων ως μέτοχοι, ενοικιαστές, ιδιοκτήτες ακινήτων, αποταμιευτές ή ασφαλιστές.
Για παράδειγμα, υπάρχουν σημαντικές απώλειες για ιδιωτικές αποταμιεύσεις.
Επιπλέον, καθώς το PSPP μειώνει τα γενικά επιτόκια, επιτρέπει στις οικονομικά μη βιώσιμες εταιρείες να παραμείνουν στην αγορά.
Τέλος, όσο περισσότερο συνεχίζεται το πρόγραμμα και όσο αυξάνεται ο συνολικός όγκος του, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος το Ευρωσύστημα να εξαρτάται από την πολιτική των κρατών μελών, καθώς δεν μπορεί πλέον απλά να τερματίσει και να αναιρέσει το πρόγραμμα χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της νομισματικής ένωσης.
Θα ήταν υποχρέωση της ΕΚΤ να σταθμίσει αυτές και άλλες σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική πολιτική και να τις εξισορροπήσει, βάσει εκτιμήσεων αναλογικότητας, έναντι των αναμενόμενων θετικών συνεισφορών στην επίτευξη του στόχου νομισματικής πολιτικής που έχει θέσει η ίδια.
Δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια εξισορρόπηση, ούτε όταν το πρόγραμμα ξεκίνησε για πρώτη φορά ούτε σε οποιοδήποτε σημείο κατά την εφαρμογή του.
Εκτός εάν η ΕΚΤ παρέχει τεκμηρίωση που να αποδεικνύει ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια εξισορρόπηση, και με ποια μορφή, δεν είναι δυνατόν να διενεργηθεί αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος ως προς το εάν η ΕΚΤ παρέμεινε εντός της εντολής της.
III. Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο προς το παρόν δεν μπορεί σίγουρα να αποφασίσει εάν η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και το Bundestag παραβίασαν πράγματι την ευθύνη τους σχετικά με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση (Integrationsverantwortung), επειδή δεν υποστήριξαν ενεργά τον τερματισμό του PSPP.
Αυτός ο προσδιορισμός εξαρτάται από την αξιολόγηση της αναλογικότητας από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, η οποία πρέπει να τεκμηριωθεί με κατανοητούς λόγους.
Ελλείψει τέτοιας αξιολόγησης, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί οριστική απόφαση σχετικά με το εάν το PSPP, στην ουσία, είναι συμβατό με το άρθρο. 127 (1) ΣΛΕΕ.
IV. Στο βαθμό που το CJEU καταλήγει στην απόφασή του της 11ης Δεκεμβρίου 2018 ότι το PSPP δεν παραβιάζει το άρθρο 123 (1), ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζει τις «διασφαλίσεις» που αναπτύχθηκαν στην κρίση του Gauweiler, εγείρει σημαντικές ανησυχίες, διότι ούτε αυτές οι «διασφαλίσεις» υπόκεινται σε στενότερο έλεγχο ούτε τις δοκιμάζει σε αντίθετες ενδείξεις.
Ωστόσο, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο αποδέχεται τα ευρήματα του CJEU ως δεσμευτικά ως προς αυτό, δεδομένης της πραγματικής πιθανότητας ότι η ΕΚΤ τήρησε τις «εγγυήσεις» που έθεσε το CJEU, πράγμα που σημαίνει ότι, προς το παρόν, μια πρόδηλη παραβίαση του Άρθρου 123 (1) της ΣΛΕΕ δεν είναι εξακριβώσιμη.
Η προσέγγιση που ακολουθεί το CJEU μπορεί να καταστήσει ορισμένες από αυτές τις «διασφαλίσεις» σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές στην πράξη.
Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, όσον αφορά την απαγόρευση προηγούμενων ανακοινώσεων, την περίοδο αποκλεισμού, τη διατήρηση ομολόγων έως τη λήξη και την απαίτηση να αποφασιστεί μια στρατηγική εξόδου.
Παρ ‘όλα αυτά, ο προσδιορισμός εάν ένα πρόγραμμα όπως το PSPP παρακάμπτει προφανώς την απαγόρευση στο άρθρο. 123 (1) δεν εξαρτάται από ένα μόνο κριτήριο.
Αντίθετα, απαιτεί μια συνολική αξιολόγηση και εκτίμηση των σχετικών περιστάσεων.
Τελικά, μια πρόδηλη παράκαμψη της απαγόρευσης της νομισματικής χρηματοδότησης δεν είναι εξακριβώσιμη, ειδικά επειδή
– ο όγκος των αγορών είναι περιορισμένος από την αρχή
– δημοσιεύονται μόνο συγκεντρωτικές πληροφορίες για τις αγορές που πραγματοποιούνται από το Ευρωσύστημα
– τηρείται το όριο αγοράς 33% ανά διεθνή αριθμό αναγνώρισης κινητών αξιών (ISIN)
– οι αγορές πραγματοποιούνται σύμφωνα με το ποσοστό κεφαλαίου στην ΕΚΤ
– ομόλογα δημοσίων αρχών μπορούν να αγοραστούν μόνο εάν ο εκδότης διαθέτει μια ελάχιστη επενδυτική αξιολόγηση που παρέχει πρόσβαση στις αγορές ομολόγων
– οι αγορές πρέπει να περιορίζονται ή να διακόπτονται και να αγοράζονται τίτλοι που πωλούνται στις αγορές, εάν η συνέχιση της παρέμβασης στις αγορές δεν είναι πλέον απαραίτητη για την επίτευξη του στόχου πληθωρισμού.
V. Δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί ότι το PSPP παραβιάζει τη συνταγματικότητα του βασικού νόμου ή τη γενική δημοσιονομική ευθύνη.
Λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο των αγορών ομολόγων στο πλαίσιο του PSPP, που ανέρχεται σε περισσότερα από 2 τρισ. ευρώ, ένα καθεστώς επιμερισμού των κινδύνων μεταξύ της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών, τουλάχιστον εάν υπόκειται σε (αναδρομική) αλλαγή, θα επηρεάσει την όρια που καθορίζονται από τη συνολική δημοσιονομική ευθύνη, όπως αναγνωρίζεται από τη νομολογία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, και δεν συμβιβάζονται με το άρθρο. 79 (3) GG.
Ωστόσο, το PSPP δεν προβλέπει ένα τέτοιο καθεστώς επιμερισμού του κινδύνου – το οποίο θα ήταν επίσης απαράδεκτο βάσει του πρωτογενούς δικαίου – σε σχέση με τα ομόλογα των κρατών μελών που αγοράστηκαν από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες.
VI. Με βάση την ευθύνη τους όσον αφορά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση (Integrationsverantwortung), η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και η γερμανική Bundestag έχουν καθήκον να λάβουν ενεργά μέτρα κατά του PSPP στην τρέχουσα μορφή του.
1. Σε περίπτωση πρόδηλης και δομικά σημαντικής υπέρβασης των αρμοδιοτήτων από θεσμικά όργανα, οργανισμούς και υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα συνταγματικά όργανα πρέπει, εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων τους και των μέσων που διαθέτουν, να λαμβάνουν ενεργά μέτρα για την να διασφαλίσουν την προσήλωση στην ατζέντα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (πρόγραμμα ολοκλήρωσης) και τον σεβασμό των ορίων, να εργαστεί για τη διαγραφή των πράξεων που δεν καλύπτονται από την ατζέντα ένταξης και – για όσο εξακολουθούν να ισχύουν αυτές οι πράξεις – να αναλάβουν τα κατάλληλα μέτρα για τον περιορισμό των εσωτερικών επιπτώσεων.
2. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι, βάσει της ευθύνης τους όσον αφορά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση (Integrationsverantwortung), η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και το Bundestag υποχρεούνται να λάβουν μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η ΕΚΤ διενεργεί βάσει αναλογικότητας.
Αυτό ισχύει αναλόγως όσον αφορά τις επανεπενδύσεις στο πλαίσιο του PSPP που ξεκίνησαν την 1η Ιανουαρίου 2019 και την επανεκκίνηση του προγράμματος από την 1η Νοεμβρίου 2019.
Από την άποψη αυτή, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και το Bundestag έχουν επίσης καθήκον να συνεχίσουν να παρακολουθούν τις αποφάσεις του ευρωσυστήματος σχετικά με τις αγορές κρατικών ομολόγων βάσει του PSPP και να χρησιμοποιούν τα μέσα που διαθέτουν για να διασφαλίσει ότι το ΕΣΚΤ θα παραμείνει εντός της εντολής του.
3. Τα γερμανικά συνταγματικά όργανα, οι διοικητικές αρχές και τα δικαστήρια δεν μπορούν να συμμετέχουν ούτε στην ανάπτυξη ούτε στην εφαρμογή, την εκτέλεση ή τη λειτουργία πράξεων ultra vires.
Μετά από μεταβατική περίοδο το πολύ τριών μηνών που επιτρέπει τον απαραίτητο συντονισμό με το Ευρωσύστημα, η Bundesbank δεν μπορεί επομένως να συμμετέχει πλέον στην εφαρμογή και εκτέλεση των επίμαχων αποφάσεων της ΕΚΤ, εκτός εάν το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ εκδώσει νέα απόφαση που αποδεικνύει έναν κατανοητό και τεκμηριωμένο τρόπο ότι οι στόχοι νομισματικής πολιτικής που επιδιώκει το PSPP δεν είναι δυσανάλογοι με τις επιπτώσεις της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής που προκύπτουν από το πρόγραμμα.
Υπό την ίδια προϋπόθεση, η Bundesbank πρέπει να διασφαλίσει ότι τα ομόλογα που έχουν ήδη αγοραστεί και διατηρηθεί στο χαρτοφυλάκιό τους πωλούνται με βάση – ενδεχομένως μακροπρόθεσμη – στρατηγική συντονισμένη με το Ευρωσύστημα.
Image

www.bankingnews.gr

σχετικά άρθρα