Weather Icon
Γεωπολιτική 22 Μαΐου 2020

Επιστροφή στην εποχή των σφαιρών επιρροής στην Ευρασία

Επιστροφή στην εποχή των σφαιρών επιρροής στην Ευρασία

Emil Avdaliani  21 Μαίου 2020

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Οι γεωπολιτικές τάσεις των δύο τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι τα κράτη πυλώνες της Ευρασίας εργάζονται για να αναδημιουργήσουν τις ζώνες επιρροής τους. Με αυτόν τον τρόπο, προκαλούν τις ΗΠΑ, κάτι που συνεπάγεται μια αντίστοιχη πρόκληση για την υπάρχουσα παγκόσμια τάξη. Αν και η Ουάσιγκτον θα είναι σε θέση να περιορίσει τις φιλοδοξίες ορισμένων δυνάμεων, έχει λίγα εργαλεία με τα οποία μπορεί να παρεμποδίσει τις φιλοδοξίες της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν.

Χάρτης της Ευρασίας σε ένα εγχειρίδιο του 1936, φωτογραφία από τον Bryan Costin μέσω του Flickr CC.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έφερε ελπίδα στη Δύση ότι ο κόσμος είχε εξελιχθεί πέρα από την έννοια των σφαιρών επιρροής. Πλέον, πιστεύεται, ότι μεγάλα κράτη της Ευρασίας θα προσπαθήσουν να χαράξουν εδάφη για την επέκταση της δικής τους γεωπολιτικής επιρροής. Αλλά οι σφαίρες επιρροής είναι μια επίμονη ιδέα. Έχουν επιδιωχθεί σε όλη την ιστορία και είναι πιθανό να επιστρέψουν τις επόμενες δεκαετίες.

Μια γεωπολιτική σταθερά είναι ότι η εμφάνιση σφαιρών επιρροής συμπίπτει με την επιδίωξη μιας αυξανόμενης ή αναδυόμενης δύναμης με υψηλό status στις διεθνείς υποθέσεις. Αυτό συνήθως παίρνει τη μορφή μιας δύναμης που προσπαθεί να επιτύχει ένα ορισμένο επίπεδο επιρροής σε γειτονικά κράτη ή μακρινές περιοχές.

Αρκετά μεγάλα κράτη της Ευρασίας επιδιώκουν μια μεγαλύτερη γεωπολιτική επιρροή στην υπερ-ήπειρο. Η Κίνα, για παράδειγμα, προσπαθεί να επιτύχει αδιαμφισβήτητο έλεγχο στα νησιά της Ασίας-Ειρηνικού και των γειτόνων της στη Νοτιοανατολική Ασία. Και μέσω της πρωτοβουλίας Belt and Road (BRI), σκοπεύει να επεκτείνει την επιρροή της πέρα από την άμεση γειτονιά της σε αυτό που το Πεκίνο αποκαλεί «Δυτική Ασία», αλλιώς γνωστή ως Μέση Ανατολή.

Η Ινδία, η οποία φοβάται την αυξανόμενη δύναμη της Κίνας στην Ασία, επιδιώκει επίσης μια αποκλειστική σφαίρα επιρροής στη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία. Η γεωγραφική θέση της Ινδίας και η οικονομική και στρατιωτική δύναμή της θα μπορούσαν να της δώσουν καθοριστικό ρόλο στην περιοχή και να θέσουν το Νέο Δελχί ως κλειδί για τη στρατηγική του Ινδο-Ειρηνικού – την ανταγωνιστική ιδέα του BRI.

Πιο ανατολικά, το Ιράν, αν και μικρότερο σε μέγεθος και σε οικονομική και στρατιωτική δύναμη, επιδιώκει ενεργά στην ατζέντα του να επεκτείνει τη γεωπολιτική του επιρροή, ακόμη και όταν πλήττεται από κυρώσεις και άλλες δοκιμασίες. Αν και πιέζεται σκληρά απο τη Δύση (ιδιαίτερα τις ΗΠΑ), το καθεστώς της Τεχεράνης δεν παραιτήθηκε από την ηγεμονική περιφερειακή του κίνηση, είτε άμεσα είτε μέσω του τεράστιου δικτύου των αντιπροσώπων σιιτών πολιτοφυλακών, ούτε εγκατέλειψε την ελπίδα να διαδώσει το ισλαμιστικό του μήνυμα σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, όσο το δυνατόν.

 

Στα δυτικά του Ιράν βρίσκεται η Τουρκία, η οποία έχει εμπλακεί σε μεγάλο βαθμό στη Συρία και στο βόρειο Ιράκ. Αυτές οι δραστηριότητες έχουν δημιουργήσει φόβους στη Δύση ότι η Άγκυρα στοχεύει να δημιουργήσει τη δική της σφαίρα επιρροής στα νότια και νοτιοανατολικά σύνορά της. Ωστόσο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι από όλους τους Ευρασιατικούς διεκδικητές, η Τουρκία είναι ίσως η λιγότερο πιθανή να επιτύχει αυτόν τον στόχο, και κάτι τέτοιο μπορεί να μην είναι καν πρόθεση της Άγκυρας. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου η Δύση αποδίδει στην Τουρκική ηγεσία μη ρεαλιστικές γεωπολιτικές φιλοδοξίες.

Έπειτα έρχεται η Ρωσία, η οποία τις τελευταίες δύο δεκαετίες εργάζεται για να επεκτείνει την επιρροή της στην Ευρασία, κυρίως στον πρώην σοβιετικό χώρο. Αυτές οι περιοχές θεωρούνται από τη Μόσχα ως νόμιμη και αποκλειστική σφαίρα επιρροής της. Η δημιουργία της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης (ΕΕΕ) και του Οργανισμού της Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO) αντικατοπτρίζει τον γεωπολιτικό στόχο της Ρωσίας να συμπεριλάβει στην επικράτειά της στενά συνδεδεμένους στρατιωτικούς και οικονομικούς συμμάχους.

Αυτά τα κεντρικά κράτη της Ευρασίας έχουν όλα ένα κοινό σημείο. Η αυξανόμενη γεωπολιτική τους δραστηριότητα τις τελευταίες δύο δεκαετίες ήταν το αποτέλεσμα είτε ενός εναλλασσόμενου μεγέθους κρίσεων κατά μήκος των αντίστοιχων συνόρων τους είτε της λαχτάρας του αυτοκρατορικού μεγαλείου τους που δεν θα ξεχαστεί ποτέ.

Ας πάρουμε ξανά το παράδειγμα της Τουρκίας. Η χώρα αυτή συνορεύει με πέντε γεωγραφικές περιοχές με διαφορετική γεωπολιτική σημασία: τον Εύξεινο Πόντο, τα Βαλκάνια, τη Μεσόγειο, τον Νότιο Καύκασο και τη Συρία-Ιράκ. Αυτό που έχουν κοινό αυτές οι περιοχές είναι κρίσεις διαφορετικών επιπέδων που επηρεάζουν άμεσα τα σύνορα της Τουρκίας. Είναι αυτό το θέμα της απλής γεωγραφίας, όχι μιας υπερβολικής αυτοκρατορικής ατζέντας (όπως πολλοί πιστεύουν), που έχει διαμορφώσει την ενεργό εξωτερική πολιτική της Άγκυρας στη Μέση Ανατολή, τουλάχιστον, από τις αρχές του 2010.

Στη συνέχεια έρχεται το Ιράν. Η επιθετική εξωτερική πολιτική αυτής της χώρας αντικατοπτρίζει τη μεταβαλλόμενη γεωπολιτική κατάσταση στα σύνορά της, η οποία της επιτρέπει να υπονομεύσει τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και το Ιράκ πραγματοποιώντας μυστικές επιχειρήσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων και υποδομών.

Παρόμοια επιχειρήματα ισχύουν για την Ινδία, τη Ρωσία και την Κίνα. Και οι τρεις ανταποκρίνονται σε ποικίλες αβεβαιότητες κατά μήκος των συνόρων τους, ενώ ταυτόχρονα οικοδομούν τις φιλοδοξίες εξωτερικής πολιτικής τους γύρω από μια λαχτάρα για το μεγαλείο του παρελθόντος.

Όπως σημειώθηκε, η επιδίωξη σφαιρών επιρροής ήταν ένας παράγοντας σε όλη την καταγεγραμμένη ιστορία. Ένας άλλος ενδιαφέρων παράγοντας είναι η γεωγραφία. Δεδομένου ότι τα προαναφερθέντα κράτη της Ευρασίας είναι, ως επί το πλείστον, ηπειρωτικές δυνάμεις (είτε βαθιά στην ενδοχώρα είτε εν μέρει συνορεύουν με τις θάλασσες), υπάρχει ένας συνεχής φόβος μεταξύ των πολιτικών ελίτ τους για εισβολή στη στεριά, διακοπή εμπορικών διαδρομών και επέκταση παραμεθόριων περιοχών.

Η γεωγραφία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η έννοια της επιδίωξης σφαιρών επιρροής δεν μπορεί ποτέ να αποκοπεί από τη γεωπολιτική. Η γεωγραφία βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο της διαρκούς σύγκρουσης μεταξύ χερσαίων και θαλάσσιων δυνάμεων και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι θαλάσσιες δυνάμεις (η Μεγάλη Βρετανία στην ακμή της · οι ΗΠΑ σήμερα) εργάζονταν πάντα για να περιορίσουν τη δημιουργία σφαιρών επιρροής.

Τα τελευταία 100 χρόνια, η Ουάσιγκτον αγωνίστηκε με συνέπεια κατά της δημιουργίας σφαιρών επιρροής στην Ευρασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πάντα πετύχαιναν. Κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, για παράδειγμα, οι ΗΠΑ απέφυγαν τις εξεγέρσεις στην Ουγγαρία (1956) και στην Τσεχοσλοβακία (1968). Μια παρόμοια επιφυλακτικότητα ήταν ορατή το 2008 όταν η Ρωσία εισέβαλε στη Γεωργία και το 2014 κατά τη διάρκεια της κρίσης της Ουκρανίας και των στρατιωτικών κινήσεων της Μόσχας στην Κριμαία.

Οι ΗΠΑ πάντοτε χαρακτηρίζονταν για την κίνησή τους μεταξύ της σκληρής γεωπολιτικής πραγματικότητας και του ξεχωριστού χαρακτήρα της εξωτερικής τους πολιτικής. Η «Realpolitik», την οποία αν και περιφρονεί πολύ το αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο, τείνει να επικρατήσει. Την επόμενη δεκαετία, καθώς αντιμετωπίζει κράτη της Ευρασίας που προσπαθούν ενεργά να χαράξουν σφαίρες επιρροής, οι ΗΠΑ θα πρέπει να προσαρμοστούν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες στην περιοχή.

Αν και οι εντάσεις στην Ευρασία είναι πιθανό να αυξηθούν περαιτέρω, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει αρκετά εργαλεία εξωτερικής πολιτικής με τα οποία μπορεί να περιορίσει την επέκταση των σφαιρών επιρροής των Ευρασιατικών δρώντων. Πρωταρχικός σύμμαχος θα μπορούσε να είναι η Ινδία, η οποία ανησυχεί απο τις προσπάθειες της Κίνας να αυξήσει την επιρροή της στο Πακιστάν, καθώς και να επεκτείνει τη στρατιωτική της δύναμη στον Ινδικό Ωκεανό. Για το Νέο Δελχί, το οποίο συνορεύει από τα βόρεια και βορειοδυτικά με μια ασταθή Μέση Ανατολή και μια οικονομικά φτωχή Κεντρική Ασία, η πλούσια περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας με το συνακόλουθο ανταγωνισμό του Πεκίνου αντιπροσωπεύει την πιο πιθανή προτεραιότητα εξωτερικής πολιτικής τις επόμενες δεκαετίες. Οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ θα πρέπει να μπορούν να αξιοποιήσουν την αντίσταση της Ινδίας στην Κίνα για να ελέγχουν το φιλόδοξο BRI του Πεκίνου.

Μια άλλη δυνατότητα είναι οι ΗΠΑ να οικοδομήσουν στενότερες σχέσεις με την Τουρκία χρησιμοποιώντας τις άβολες σχέσεις της Άγκυρας με τη Μόσχα για τις στρατιωτικές της δραστηριότητες στη Συρία και την υποστήριξη του Μπασάρ Άσαντ. Λαμβάνοντας υπόψη την απόκλιση των συμφερόντων της Τουρκίας και της Ρωσίας σε διάφορα θέματα (εκτός από τη Συρία), όπως η στρατιωτικοποίηση της Μαύρης Θάλασσας απο τη Μόσχα, οι εδαφικές συγκρούσεις στον Νότιο Καύκασο και η πολιτική στα Βαλκάνια, η Άγκυρα χρειάζεται αμερικανική υποστήριξη.

Σε αντίθεση με την Τουρκία, οι ΗΠΑ έχουν λίγα εργαλεία εξωτερικής πολιτικής για να περιορίσουν τις φιλοδοξίες της Κίνας, της Ρωσίας και του Ιράν. Και οι τρεις έχουν το κίνητρο να περιορίσουν την επιρροή των ΗΠΑ στην Ευρασία, η οποία τους οδηγεί περιστασιακά πιο κοντά. Ωστόσο, τα τρία βασικά κράτη της Ευρασίας έχουν, επίσης, ευρείες διαφορές που αναμένεται να επανεμφανιστούν μόλις οι ΗΠΑ παύσουν να αποτελούν προτεραιότητα στην εξωτερική τους πολιτική.

Η ευρασιατική ήπειρος της δεκαετίας του 2020 θα είναι ένας χώρος αναδυόμενων ή νέο- αναδυόμενων δυνάμεων που θα επιδιώκουν την υλοποίηση είτε μεγάλων ιστορικών ιδεών είτε απλώς να απαντήσουν σε κρίσεις στα σύνορά τους. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να προσαρμοστεί σε ένα ορισμένο επίπεδο αναδυόμενων σφαιρών επιρροής, παροξύνοντας την ενοχλητική συζήτηση τόσο χαρακτηριστική της διαδικασίας λήψης αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ: Η αμερικανική “εξαιρετικότητα”  και η άρνηση των σφαιρών επιρροής απομεινάρια της αυτοκρατορικής πολιτικής του 19ου-αρχές του 20ου αιώνα βρίσκονται αναπόφευκτα απέναντι στην “ρεαλιστική” πολιτική.

*Ο Emil Avdaliani διδάσκει ιστορία και διεθνείς σχέσεις στο κρατικό πανεπιστήμιο της Τιφλίδας και στο κρατικό πανεπιστήμιο της Ilia. Έχει εργαστεί σε διάφορες διεθνείς εταιρείες συμβούλων και σήμερα δημοσιεύει άρθρα σχετικά με τις στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις στον πρώην σοβιετικό χώρο.

Μετάφραση: Παντελής Σαββίδης, Ανιχνεύσεις

σχετικά άρθρα