Weather Icon

Η ΕΛΛΑΔΑ μετά τον Κορονοϊό: Αναζητούνται λύσεις εκτός του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος

Η ΕΛΛΑΔΑ μετά τον Κορονοϊό: Αναζητούνται λύσεις εκτός του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος

Σταύρος Καλεντερίδης – Πολιτικός επιστήμονας

ΣΗΜΕΙΩΣΗ “ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ” Το θέμα των ημερών είναι- πολύ λογικά- ο κορονοϊός, ο οποίος επισκίασε και τον Ερντογάν. Οι άνθρωποι κλείσθηκαν σπίτια τους και με όσα έμαθαν έγιναν ειδικοί. Πρέπει να οργανώσουμε τη ζωή μας με άλλους τρόπους διότι απο όσα μας λένε το πρόβλημα με τον κορονοϊό θα τραβήξει πολύ. Κατά μία άποψη ο κορονοϊός θα καθορίσει την κοινωνική και πολιτική μας οργάνωση και μετά την εξαφάνισή του.

Για δύο λόγους, λοιπόν, για να αποφύγουμε την κατάθλιψη περιορίζοντας τον ορίζοντα των ενδιαφερόντων μας αλλά και για να αναζητήσουμε το τι θα κάνουμε μετά τον κορονοϊό, οι “Ανιχνεύσεις” διευρύνουν την θεματολογία τους.

Υπάρχει και ένας τρίτος λόγος για την επιλογή του θέματος που δημοσιεύουμε σήμερα ως κύριο θέμα. Πριν μερικές εβδομάδες ανοίξαμε απο τις στήλες αυτές έναν διάλογο για το νέο πολιτικό υποκείμενο και την οργάνωσή του.

Οι στήλες είναι ανοικτές. Τολμήστε. Διαβάστε, σήμερα, την άποψη του Σταύρου Καλεντερίδη, Πολιτικού Επιστήμονα. Το κείμενο παρελήφθη πριν την κορύφωση της κρίσης του κορονοϊού.

***************************************

Από το 1975 μέχρι σήμερα, το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας λαμβάνει διαδοχικές πολιτικές αποφάσεις οι οποίες διαχρονικά βλάπτουν τη χώρα και τους πολίτες. Η λεγόμενη «μεταπολίτευση» δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια μετάβαση από ένα ανελεύθερο και αυταρχικό καθεστώς, στην ολιγαρχική και αντιδημοκρατική πολιτεία των διεφθαρμένων και ξενοκίνητων ελίτ του τόπου. Η αποκαλούμενη «Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία», (η Δεύτερη ξεκίνησε μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και η Πρώτη μετά την Επανάσταση), μια ψευδο-δημοκρατία του κοινοβουλευτισμού και της αναξιοκρατίας, ήταν ίσως η χειρότερη όλων.

200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, η χώρα μας σήμερα δέχεται αλλεπάλληλες εθνικές προκλήσεις που απειλούν την ίδια της την ύπαρξη. Ένα χρόνο μετά την παράδοση της Μακεδονίας, παρακολουθούμε ως θεατές, τις κυβερνητικές μηχανορραφίες παράδοσης του Αιγαίου, υπό το κάλυμμα μιας πολυδιαφημιζόμενης «συνεκμετάλλευσης». Ταυτόχρονα και μάλλον συντονισμένα, βιώνουμε μία ακόμα εθνική κρίση με το μεταναστευτικό, το οποίο όπως φαίνεται χρησιμοποιείται για περαιτέρω γκριζάρισμα των νησιών του ανατολικού Αιγαίου.

Το εγχώριο πολιτικό προσωπικό, απεδείχθη δυστυχώς πολλάκις, κατώτερο των περιστάσεων. Ανεπαρκές και λίγο. Λιγόψυχο και ουδαμώς Ελληνόψυχο. Έχοντας δοκιμάσει κυριολεκτικά τα πάντα, η επόμενη πολιτική δύναμη στη χώρα οφείλει να ξεπεράσει τα παραδοσιακά κομματικά στεγανά, προκαλώντας, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια δεύτερη Επανάσταση. Επί της ουσίας, αναφέρομαι σε μια μετάβαση στην Τέταρτη Ελληνική Δημοκρατία. Σε μια δημοκρατία των πολιτών και όχι των ελίτ, η οποία θα ξορκίσει τα φαντάσματα της μεταπολίτευσης.

Τα ερωτήματα που σαφώς προκύπτουν είναι πολλά, μιας και το εγχείρημα απαιτεί ηράκλεια προσπάθεια από όσους το επιχειρήσουν. Ποιος φορέας θα μπορούσε να πραγματώσει τις παραπάνω σκέψεις; Τι ποιοτικά χαρακτηριστικά πρέπει να φέρει για να το επιτύχει;

Εν αρχή, απαιτείται ένας πολιτικός – κομματικός φορέας. Ένας φορέας ικανός να μεταφέρει τα πρωτόλεια και πρωτογενή «θέλω» των πολιτών, εντός του κοινοβουλίου, μεταμορφώνοντας έτσι ολόκληρη τη χώρα. Επικαλούμενος τις δυνάμεις της κοινωνικής αλλαγής και προόδου, να επιτύχει τη σύνδεση κοινωνίας και πολιτείας. Να βάλει τέλος στην αναντιστοιχία πολιτικών αποφάσεων και συμφέροντος της χώρας.

Για να τα καταφέρει, ο εν λόγω φορέας χρειάζεται να ενισχυθεί με συγκεκριμένα ποιοτικά στοιχεία, πραγματικά ανεπανάληπτα για τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Αρχικά, οφείλει να αντισταθεί στον πειρασμό, και να αποφύγει στελέχη τα οποία συμμετείχαν σε πολιτικές θέσεις ευθύνης (διατελέσαντες υπουργοί και βουλευτές), κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Ευθύς εξαρχής, το στοιχείο αυτό αποκλείει τα παραδοσιακά, παλαιοκομματικά πολιτικά υφιστάμενα σχήματα, και προτάσσει την ανάγκη για δημιουργία ενός νέου φορέα, ή την προώθηση προϋπαρχουσών εξωκοινοβουλευτικών δυνάμεων. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη προβολής νέων και άσπιλων, αλλά όχι απαραιτήτως αφανών, πολιτικών προσωπικοτήτων, διακρίνεται ως αδήριτη.

Έπειτα, πρέπει να εισακουσθεί επιτέλους το αίτημα της κοινωνίας για πολιτική κάθαρση. Αναφέρομαι σε μια δέσμευση για διερεύνηση και απόδοση ευθυνών, για όλα τα πολιτικά και οικονομικά εγκλήματα της μεταπολίτευσης. Από την απώλεια της Κύπρου το ’74, μέχρι το μεταναστευτικό που χειμάζει την Ελλάδα σήμερα. Δίχως την παραμικρή πρόθεση ρεβανσιμού και εκδίκησης, η σύγχρονη κάθαρσις, ως απόδοση πραγματικής δικαιοσύνης για την τραγική μεταπολιτευτική περίοδο, δύναται να εξιλεώσει την Ελληνική πολιτεία, να αναζωπυρώσει την πολυπόθητη εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος, και να προκαλέσει τις υγιείς και δημιουργικές δυνάμεις να επιστρέψουν στα κοινά και την πολιτική ζωή της Ελλάδας. Πρόκειται για έναν πολιτικό εξαγνισμό, που τόσο πολύ έχει ανάγκη η χώρα. Τόσο ηθικό όσο και ουσιαστικό.

Συνεχίζοντας, στην καρδιά του προτεινόμενου φορέα πρέπει να υπάρξει ο πραγματικός και ειλικρινής εκδημοκρατισμός του Συντάγματος και του κράτους. Δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε άλλωστε για Τέταρτη Ελληνική Δημοκρατία, δίχως να αναφερθούμε σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, όπως π.χ. ανεξαρτησία δικαιοσύνης, κατάργηση πολιτικής ασυλίας, πολιτική αποκέντρωση, ακομμάτιστη και ανεξάρτητη τοπική αυτοδιοίκηση. Ταυτόχρονα, αναγκαιεί και η πολιτειακή αναβάθμιση της Ελλάδας πέρα από τον κοινοβουλευτισμό, σε μία ποιοτικά ουσιαστικότερη δημοκρατία, κατά την οποία ο έλεγχος για τα μείζονα θέματα θα διαφύγει από τους πολιτικούς αντιπροσώπους, και θα περάσει στα χέρια των πολιτών. Για να το πούμε συμβατικά, μίας μορφής, «συμμετοχική» δημοκρατία, μπορεί να υπερκεράσει πολλά από τα χρόνια προβλήματα της χώρας μας, όπως ο νεποτισμός, η ευνοιοκρατία, και ο έλεγχος των εγχώριων ελίτ από τις ξένες δυνάμεις. Τέλος, μιας και βρισκόμαστε σε μία τεχνολογικά ανεπτυγμένη εποχή, ο φορέας πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα αληθινής δημοκρατίας, με συμμετοχικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Συγκεκριμένα, το ίδιο το καταστατικό του φορέα, πρέπει να δεσμεύει τα κομματικά όργανα να προσκαλούν την κοινωνία και/ή την εκλογική βάση του κόμματος, να συμμετέχουν στη συνδιαμόρφωση των εκάστοτε πολιτικών θέσεων, κάτι που μπορεί να συμβεί ακόμα και με τη χρήση νέων τεχνολογικών εφαρμογών.

Δεδομένων των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, και ιδιαίτερα λόγω της γεωπολιτικής της θέσης, αυτό που απαιτείται ιδεολογικά από έναν νέο φορέα, είναι να επιφέρει ενότητα στους Έλληνες, κοινωνική συνοχή και ειρήνη. Πρόκειται για μία δέσμευση υπέρβασης της διχαστικής ρητορικής (βόρειος – νότιος, δεξιός – αριστερός, δημόσιος – ιδιωτικός, κτλ.), αλλά και ουσιαστικής αποδοχής ολόκληρης της κοινωνίας, ασχέτως πρότερων πολιτικών πεποιθήσεων. Παράλληλα, και για τον ίδιο σκοπό, απαιτείται η απεμπλοκή από ξενόφερτες ιδεολογίες που καλλιεργούν τον διχασμό (συντηρητισμός, σοσιαλισμός, κτλ.), και η προώθηση διαχρονικών ελληνικών αξιών και ιδεωδών. Αυτό συνεπάγεται αποδοχή και προώθηση της Ελληνικότητας.

Η ελληνοκεντρική ιδεολογία, και η απαγκίστρωση από τα αποτυχημένα εισαγόμενα θεωρητικά φληναφήματα, δύναται να οδηγήσει και σε ελληνοκεντρική εξωτερική πολιτική, κυρίαρχη και ανεξάρτητη, την οποία στερείται η χώρα μας εδώ και δεκαετίες.

Κλείνοντας, πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη για ένα σύγχρονο Ελληνικό όραμα. Κανείς φορέας δεν μπορεί να επιτύχει την αναδημιουργία και την αναζωογόνηση του Ελληνισμού, εάν δεν καταθέσει σαφείς προτάσεις για ένα ενωτικό, μεγάλο όραμα για τη χώρα.

Ως όραμα ορίζεται μια ευγενής προσπάθεια που υπερβαίνει εποχές, ανθρώπους και συμφέροντα. Ένα υψηλό ιδεώδες. Ένας ύψιστος και απόλυτα ενωτικός στόχος, ένα υπερβατικό κοινό εγχείρημα που μπορεί να καλέσει όλους τους πολίτες να προσπαθήσουν από κοινού για την επίτευξή του. Μια κοινωνικά ειρηνική πρωτοβουλία, που μπορεί να εμπνεύσει, να δώσει νόημα στις δυσκολίες της ζωής και να μας κάνει υπερήφανους που είμαστε πολίτες και που είμαστε Έλληνες.

Σε μια περίοδο εθνικής οικονομικής εξαθλίωσης και απόλυτης πολιτικής απαξίωσης, η ανάδειξη, θέσπιση και ενίσχυση ενός καθολικού και υψηλού στόχου ως ένα σύγχρονο όραμα για τη χώρα μας, φαντάζει όχι απλά ως λύση αλλά ως αναγκαιότητα.

Είναι προφανές πως η πάταξη της διαφθοράς, η αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης, ή η βελτίωση της οικονομίας, δεν μπορούν να αποτελούν τους τελικούς στόχους μιας χώρας. Είναι μάλιστα αδιανόητο να αποδεχθούμε ως πραγματικούς πολιτικούς στόχους τα αυτονόητα και τις πολιτικές υποχρεώσεις. Δεν δύναται να είναι ο στόχος μιας κοινωνίας η καταπολέμηση των προβλημάτων της. Κυρίως όμως, τέτοιου τύπου στόχοι δεν είναι και ούτε μπορούν ποτέ να γίνουν αυτοσκοπός μιας υγιούς κοινωνίας πολιτών.

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα μεγαλύτερο στόχο, ένα μεγάλο όραμα με θετικό πρόσημο, προϋπόθεση του οποίου θα είναι η αντιμετώπιση των εκάστοτε εγχώριων προβλημάτων. Οτιδήποτε λιγότερο έχει αποδειχθεί μονοδιάστατο, ατελέσφορο και αδιέξοδο.

Έχει έρθει η ώρα να απομακρυνθούμε από την εποχή που τα κόμματα πουλούσαν φτηνές πολιτικές υποσχέσεις, από τους μνημονιακούς και τους αντιμνημονιακούς, από αυτούς που θέλουν προεκλογικά να αυξήσουν τους μισθούς και τις συντάξεις, και να απαιτήσουμε ουσιαστικές πολιτικές επιλογές οι οποίες συνθέτουν και προτείνουν ένα σύγχρονο όραμα για τη χώρα μας.

Πρέπει να απαιτήσουμε μια εκλογική διαδικασία στην οποία αντί να συμβιβαζόμαστε με τις πανομοιότυπες και φθηνές κομματικές υποσχέσεις, να επιλέξουμε και να αναδείξουμε το όραμα που θέλουμε να θέσουμε για τη χώρα μας σήμερα. Να επιλέξουμε δηλαδή τη δημιουργική κατεύθυνση στην οποία θέλουμε να οδηγήσουμε την Ελλάδα. Σε αυτό ακριβώς πρέπει να πρωτοστατήσει ένας νέος πολιτικός φορέας που επιθυμεί να προκαλέσει την αναγέννηση της πατρίδας μας.

Θωρακισμένος με τα ανωτέρω ποιοτικά χαρακτηριστικά, και με γνώμονα το συλλογικό καλό και συμφέρον, ένας νέος φορέας μπορεί να πραγματοποιήσει την επανασύνδεση της ηθικής με την πολιτική, υπηρετώντας τον πολίτη αλλά και τον άνθρωπο. Μακριά από επιχειρηματικά συμφέροντα ολιγαρχών και παρακρατικών κυκλωμάτων.

Η επέτειος της ενδόξου Ελληνικής Επαναστάσεως, αποτελεί μια αδιαμφισβήτητα ευτυχή συγκυρία, καθώς και μια ευκαιρία για τον συνασπισμό όλων των δυνάμεων που πρεσβεύουν ανιδιοτελώς και ειλικρινώς τη δημοκρατία και την εθνική ανεξαρτησία. Το κατά πόσο το εν λόγω εγχείρημα μπορεί να ευοδωθεί, θα κριθεί από όσους αποφασίσουν να το επιχειρήσουν, αλλά και από την ίδια την κοινωνία.

*Ο Σταύρος Καλεντερίδης είναι πολιτικός επιστήμονας, διεθνολόγος και επικοινωνιολόγος

Πηγή: Ανιχνεύσεις

σχετικά άρθρα