Weather Icon
ΝΑΤΟ 9 Φεβρουαρίου 2020

Το μακροπρόθεσμο κόστος της επέκτασης του ΝΑΤΟ

Το μακροπρόθεσμο κόστος της επέκτασης του ΝΑΤΟ

“Μια συμμαχία είναι αποτελεσματική μόνον στο βαθμό που αντικατοπτρίζει έναν κοινό σκοπό και αντιπροσωπεύει μια έννοια ισχύος μεταξύ των μελών του”

Henry Kissinger, Nuclear Weapons and Foreign Policy

 

To απόγειο του ελέγχου των πυρηνικών όπλων ήταν στη δεκαετία 1986-1996. Το 1986 ο Γ.Γ. της ΕΣΣΔ, Μιχαήλ Γκορμπατσώφ δέχτηκε την ανταλλαγή παρατηρητών για συμβατικές στρατιωτικές ασκήσεις μεταξύ των δύο συμμαχιών και ο δρόμος προς τη Συμφωνία του Ρέϋκιαβικ άνοιξε. Οι δύο αυτές πράξεις ήραν τα εμπόδια που κρατούσαν όλες τις συμφωνίες για τα πυρηνικά. Το 1996, ο πρόεδρος Κλίντον προήδρευσε στις συνομιλίες που θα οδηγούσαν στη Συνθήκη για την Κατάργηση των Πυρηνικών Δοκιμών (CTBT). Μεταξύ αυτών των δύο σταθμών, υπήρξαν συμφωνίες περιορισμού των πυρηνικών και συμβατικών όπλων, η συνθήκη χημικών όπλων, η διηνεκής επέκταση της συνθήκης μη-διάδοσης των πυρηνικών και πολλές ακόμα.

Μετά την δεκαετία εκείνη, τα πράγματα πήραν άλλη τροπή. Ο έλεγχος πυρηνικών και συμβατικών όπλων εκτροχιάστηκε, η αμοιβαία καχυποψία επανήλθε, οι προσπάθειες περιορισμού της ψύχρανσης των σχέσεων αμβλύνθηκαν. Νέοι παίκτες προστέθηκαν στο παιχνίδι. Τί ακριβώς συνέβη; Πώς δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την παρεκτροπή αυτή και ποιά ακριβώς λάθη έγιναν;

Τα μεγάλα λάθη φαίνεται πως συνέβησαν ήδη επί προεδρίας Κλίντον. Κρυμμένα ανάμεσα στην αισιοδοξία και τις επιτυχίες της πρώτης Μετα-Ψυχροπολεμικής Εποχής, βρίσκονταν οι λόγοι που θα έκαναν αργότερα τον δρόμο προς τον έλεγχο των πυρηνικών μονοπάτι στρωμένο με αγκάθια: αυτά ήταν η αλματώδης επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, ο βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας και η -σχεδόν με ιερή μανία- εμμονή των συντηρητικών για ανάπτυξη μιας εθνικής πυραυλικής ομπρέλας.

Ως προς τον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας, εν μέσω σχεδόν του Γιουγκοσλαβικού πολέμου της διάσπασης αυτής της χώρας, οι λόγοι -ηθικοί ή κυνικοί- έβλαψαν τις Ρωσο-Αμερικανικές σχέσεις σε κρίσιμο σημείο, διακόπτοντας εν καιρώ τη συνεργασία τους και κάνοντας την όποια εμπιστοσύνη που αναπτύχθηκε μεταξύ τους στο σύντομο διάστημα από την εποχή Ρήγκαν, να εξανεμιστεί.

Το δεύτερο επιχείρημα, η ραγδαία επέκταση του ΝΑΤΟ σε σημείο που να αφαιρέσει από τη Ρωσία τα “στρώματα ασφαλείας” της, είναι σαφώς πιο πολύπλοκο. Πολλοί στήριξαν την επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, είτε για λόγους που σχετίζονταν με το ίδιο το ΝΑΤΟ, την αύξηση της ενδοχώρας του και την παρεμβολή περισσότερου εδάφους και πληθυσμού μεταξύ της “καρδιάς της Ευρώπης” και της Ρωσίας είτε για λόγους που είχαν να κάνουν με την ικανοποίηση του αισθήματος ασφαλείας των ίδιων των χωρών που έβγαιναν μετά από δεκαετίες από τη ρωσική κηδεμονία.

Το ισχυρό αίτημα των χωρών, που διεκδικούσαν προστασία, χρηματοδότηση, επενδύσεις και ασφάλεια, ήταν ένα ηθικό γάντι που οι φιλελεύθερες δυνάμεις σήκωσαν πρόθυμα στις ΗΠΑ. Για χρόνια, οι Δημοκρατικοί αλλά και αρκετοί μεταστραφέντες Ρεπουμπλικάνοι, όπως ο Χ.Κίσσινγκερ, πίεσαν αφόρητα για να δοθεί “περισσότερη ελευθερία” και να “σπρώξουν τα σύνορα της Δημοκρατίας” στην Ευρώπη. Το αποτέλεσμα ήταν πως το ΝΑΤΟ, πέρα από κάθε ρεαλισμό, ανέλαβε εν μία νυχτί την στρατιωτική και πολιτική υπεράσπιση χωρών που ήταν πρακτικά αδύνατον να υπερασπιστούν. Η δε απονενοημένη και ραγδαία προώθηση των λαβάρων του ΝΑΤΟ στην ρωσική περιφέρεια ενίσχυσε τους χειρότερους φόβους και ανασφάλειες της Μόσχας.

Ο τρίτος παράγοντας, η ανάπτυξη της πυραυλικής ομπρέλας που σταδιακά έφυγε από τα όρια των ΗΠΑ για να συμπεριλάβει το Ευρωπαϊκό έδαφος και τις νέες εσχατιές του ΝΑΤΟ, έδρασε συμπληρωματικά στο παραπάνω σενάριο. Η αντιπυραυλική ασπίδα έγινε ξαφνικά το “ιερό δισκοπότηρο” κάθε μέλους του ΝΑΤΟ που ήταν πεπεισμένο πως οι αμερικανικοί πύραυλοι και τα ραντάρ εξασφάλιζαν μια πραγματική “αιγίδα”, ένα αόρατο, αδιαπέραστο και απόλυτο πέπλο προστασίας που δεν είχε μόνο στρατιωτική αλλά και πολιτική υφή. Όποιος δεν κατόρθωνε να μπει κάτω από το ΝΑΤΟϊκό θώρακα, δεν θα έφτανε ποτέ τα απαραίτητα επίπεδα συνεργασίας και δέσμευσης έναντι των ΗΠΑ μένοντας εκτεθειμένος απέναντι σε μια εξαγριωμένη Ρωσία. Απίθανο και γελοίο κι αν ακούγεται σήμερα, ήταν η ένταση και άποψη της εποχής.

Η ανάληψη της εξουσίας στην Ουάσινγκτον από τον Τζώρτζ Γ. Μπους τον νεώτερο υπήρξε καταλυτική για την επέκταση του ΝΑΤΟ. Εκεί που ο Κλίντον ήταν κάπως διστακτικός και προέκρινε την σταδιακή, αργή και προσεκτική διεύρυνση, ο Μπους “σανίδωσε το γκάζι”. Αν η Πολωνία είχε μπει στη Συμμαχία, τότε θα έμπαιναν και οι Βαλτικές χώρες και η Ουκρανία και η Γεωργία μαζί, γρήγορα και χωρίς εκπτώσεις. Το ΝΑΤΟ έδειχνε να περικυκλώνει τη Ρωσία, να επεκτείνεται ραγδαία και χωρίς σχέδιο και κυρίως, χωρίς να προλάβει να υπολογίσει τις πολιτικές επιπτώσεις.

Στη Ρωσία ο νέος πρόεδρος ήταν ήδη ένας άγνωστος, ο Πούτιν, που αν και δεν είχε καταφέρει ακόμα να ισχυροποιηθεί και αντιπάλευε με πολλά εσωτερικά προβλήματα εξουσίας, δεν έδειξε να λαμβάνει τις νέες κινήσεις ευνοϊκά. Μετά από κάποιες διπλωματικές και πολιτκές εκφράσεις δυσαρέσκειας, η αρκούδα δάγκωσε πρώτη φορά “το χέρι του βοσκού” με τον πόλεμο-αστραπή στην Γεωργία το 2008.

Η συνέχεια ήταν μια κλιμάκωση προς τα κάτω: το πρώτο θύμα ήταν η Συνθήκη Περιορισμού των Συμβατικών Όπλων (CFE), οι όροι της οποίας παραβιάστηκαν για να ακολουθήσουν τα μέτρα οικοδόμησης ασφαλείας. Κατόπιν, η Συνθήκη Περιορισμού των Πυρηνικών Μέσης Εμβέλειας (INF) έπρεπε να καταργηθεί για να λύσει τα χέρια στη Ρωσία που αναλάμβανε σταδιακά και μετά η συμφωνία-πακέτο για τη Συνεργασία για τη Μείωση των Απειλών αφέθηκε απλά να λήξει χωρίς ανανέωση.

Η Ουκρανική Επανάσταση ήταν μια αναλαμπή για μια ευκαιρία συνεργασίας ΝΑΤΟ-Μόσχας αλλά ο Πούτιν τελικά είχε την τελευταία λέξη ενσωματώνοντας την Κριμαία και ξεκινώντας έναν υβριδικό πόλεμο στα ανατολικά. Διερωτάται κανείς αν η πορεία αυτή ήταν προδιαγεγραμμένη ή υπήρχε περίπτωση να βρεθεί μια μέση λύση με τον Πούτιν.

Αλίμονο όμως, η πορεία του ΝΑΤΟ προς ανατολάς προετοιμαζόταν ήδη από το 1993. Θα χρειαζόταν πράγματι ένας εξαιρετικά οραματιστής και δυναμικός πρόεδρος στις ΗΠΑ ώστε να δει πού οδηγούνταν τα πράγματα και να παλέψει να ανατρέψει τα γεγονότα πηγαίνοντας κόντρα στο ορμητικό ρεύμα μιας εποχής. Ούτε ο Κλίντον, ούτε ο Μπους ο νεώτερος ήταν τέτοιοι πρόεδροι αλλά ακόμα κι αν ήταν, κανείς δεν μπορεί να προδικάσει πως ο Πούτιν θα έδειχνε πολιτική μεγαλοψυχία και δεν θα σάρωνε την Ουκρανία της Πορτοκαλί Επανάστασης (ή μήπως χάους;).

Όλα αυτά όμως δεν έχουν σημασία. Η αλήθεια είναι πως το 1991 το ΝΑΤΟ βρισκόταν μετά από 42 χρόνια σκληρής και ολομέτωπης αντιπαράθεσης μπροστά σε ένα μεγάλο ιστορικό κενό που άφηνε η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και ο ακρωτηριασμός της Σοβιετικής Ένωσης. Και η ιστορία σιχαίνεται τα κενά. Οι επιλογές του 1991-1993 ήταν επέκταση ή στωϊκή αναμονή για τις εξελίξεις αλλά ο πειρασμός ήταν μεγάλος και το ίδιο και το πνεύμα αισιοδοξίας που είχε κατλάβει τους πάντες. Ακόμα κι αν ο Κλίντον και το επιτελείο του έδειχναν κάποια αυτοσυγκράτηση, μπορούμε να είμαστε μάλλον σίγουροι πως ο Μπους και οι “οδοστρωτήρες” του δεν θα έκαναν το ίδιο. Σήμερα, οι ΗΠΑ μπορούν απλά και μόνο να γευτούν τις συνέπειες εκείνων των επιλογών.

πηγή: https://www.ptisidiastima.com/

σχετικά άρθρα