Weather Icon

Η ελληνοτουρκική προσφυγή στη Χάγη: ένας δρόμος γεμάτος στροφές και λουλούδια

Η ελληνοτουρκική προσφυγή στη Χάγη: ένας δρόμος γεμάτος στροφές και λουλούδια

Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, καθηγητής Παν. Μακεδονίας

Η επίλυση μιας διεθνούς διαφοράς μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση μιας σειράς δυνατοτήτων: προσφυγή στις καλές υπηρεσίες του ΓΓ ΟΗΕ, με την διαμεσολάβηση τρίτων, με απευθείας διαπραγμάτευση, με διαιτησία ή την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η τελευταία, έχει το χαρακτηριστικό ότι δημιουργεί υποχρέωση συμμόρφωσης με την απόφασή του. Σε όλες τις περιπτώσεις, τα μέρη που έχουν την διαφορά θα πρέπει να συναινέσουν ως προς το πλαίσιο επίλυσης της διαφοράς τους. Ελλάδα και Τουρκία, επιχειρούν επί δεκαετίες να επιλύσουν τις διαφωνίες τους, έχοντας να αντιμετωπίσουν πρώτα μια διαφορά δεύτερου βαθμού: την ασυμφωνία για το ποιες είναι οι υπό επίλυση διαφορές.

Ας υποθέσει κανείς, ότι Ελλάδα και Τουρκία συναποφασίζουν να στείλουν το πακέτο των διαφορών τους στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση του δικαστηρίου θα έδινε οριστικό τέλος στις διαφορές αυτές, φέρνοντας μια πραγματική άνοιξη στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αυτό θα ήταν η φυσιολογική κατάληξη της επίλυσης, ας μην φαντασιωνόμαστε συνεχώς ότι η Τουρκία θα αθετήσει την επόμενη ημέρα την υποχρέωσή της να σεβαστεί την απόφαση. Πολύ απλά γιατί η κάθε άλλη πλευρά μπορεί να λέει το ίδιο για τον αντίδικο. Αλλά εδώ συζητάμε για μια πορεία που βασίζεται στην συμφωνία και την αμοιβαία εμπιστοσύνη. Η αμφισβήτηση εκ των προτέρων της εμπιστοσύνης του άλλου, διαρρηγνύει αμέσως τις πιθανότητες επίλυσης της διαφοράς.

Πρώτη και σημαντική συνέπεια της επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών θα ήταν ότι, ύστερα από μια περίοδο προσαρμογής κατά την εφαρμογή της απόφασης, τα δύο μέρη θα είχαν απαλλαγεί από ένα πακέτο ζητημάτων που γεμίζει με δηλητήριο την πολιτική τους ζωή. Θα είχαν να αντιμετωπίσουν όμως κύμα δυσαρέσκειας για όλα αυτά που θεωρούνταν ότι ανήκαν στον ιερό χώρο του άβατου των «εθνικών θεμάτων». Δυσαρέσκεια θα πήγαζε και από τα συμφέροντα που συνέχονται με τα εξοπλιστικά προγράμματα, με τζίρους δισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτό βέβαια είναι ένα άλλο θέμα, δυστυχώς δομικό στην συντήρηση των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Ας πάμε ένα βήμα πίσω σε αυτή την υποθετική λύση μέσω του Δικαστηρίου της Χάγης: το περιεχόμενο του πακέτου των διαφορών προς επίλυση. Είναι αλήθεια ότι η Τουρκία, σταδιακά, τα τελευταία 30 χρόνια ανοίγει νέα ζητήματα αμφισβήτησης ζωνών κυριαρχίας της Ελλάδας. Ένα από τα επιχειρήματα λέει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να συναινέσει στην υποβολή τέτοιων θεμάτων στο Δικαστήριο γιατί θα αναγνώριζε ότι η Τουρκία μπορεί να διεκδικεί οτιδήποτε οπουδήποτε. Δεν είναι άστοχο το επιχείρημα. Ωστόσο, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι, αντίστροφα, εάν τέτοια ζητήματα (πχ γκρίζες ζώνες τύπου Ίμια, Γαύδος) πήγαιναν στη Χάγη, δεν υπάρχει περίπτωση να χάσει η Ελλάδα και η κατοχύρωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της θα ήταν παραδειγματική και μόνιμη. Εξάλλου, η οριοθέτηση στο Αιγαίο των δύο αιγιαλίτιδων ζωνών δεν έχει γίνει ποτέ από μικτή επιτροπή. (Η Ελλάδα κληρονόμησε την ιταλο-τουρκική χάραξη των θαλάσσιων συνόρων στη Δωδεκάνησο). Ευκαιρία να γίνει τώρα με απευθείας συνεννόηση ή με ανάθεση στο Δικαστήριο της Χάγης.

Αν πάει κανείς πίσω ένα ακόμα βήμα, θα διαπιστώσει ότι και στις δύο πλευρές του Αιγαίου οι πολιτικές των κυβερνήσεων έχουν διαμορφώσει τα τελευταία 40-50 χρόνια βεβαιότητες και πεποιθήσεις ότι η «δική μας πλευρά (μόνον) έχει δίκιο». Προφανώς, τα πράγματα δεν έχουν έτσι. Υπάρχουν δύο κατηγορίες σαθρών βεβαιοτήτων: οι αμφισβητήσεις για τα κατοχυρωμένα κεκτημένα της άλλης πλευράς, και η ανακήρυξη ιδίων κυριαρχικών δικαιωμάτων σε σαθρή βάση.

Τις τελευταίες δεκαετίες, η τουρκική πλευρά έχει προχωρήσει τέτοιου είδους περιπτώσεις αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας αλλά και προσπάθειας κατοχύρωσης δικών της δικαιωμάτων. Η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στη Γαύδο για παράδειγμα, όπως και η πρόσφατη υπογραφή μνημονίου με την οριοθέτηση της τουρκολιβικής ΑΟΖ (προσπερνώντας θαλάσσιες ζώνες οι οποίες τεκμαίρεται δια γυμνού οφθαλμού ότι ανήκουν στην Ελλάδα λόγω εγγύτητας) αφορούν και τις δύο κατηγορίες αμφισβήτησης με κοινό παρονομαστή την ενέργεια-πυροτέχνημα.

Θα αναφερθώ λίγο πιο αναλυτικά στην ελληνική πλευρά, σε σχέση με την υποθετική προσφυγή στη Χάγη. Οι βεβαιότητες που αναπαράγει η ελληνική πλευρά και οι οποίες δύσκολα τεκμηριώνονται νομικά, και πιθανόν να ανατραπούν στο δικαστήριο βάσει του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς νομολογίας είναι οι εξής:

  • Ο εθνικός εναέριος χώρος στα 10 ν.μ. από την ακτογραμμή. Στην πραγματικότητα, εθνικός εναέριος χώρος πέραν των 6 νμ (βλ. εναρμόνιση με τα χωρικά ύδατα) δεν υφίσταται διεθνώς.
  • Ότι το Καστελλόριζο έχει αυτόνομη υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ σε όλη την έκταση που θα της αναλογούσε. Ωστόσο, η διεθνής νομολογία δύσκολα στηρίζει το επιχείρημα αυτό. Το Δικαστήριο μπορεί να ορίσει τα όρια των ζωνών δικαιωμάτων εκμετάλλευσης του νησιού, παρεκτός και τα δύο μέρη το έπρατταν απευθείας.
  • Ότι η Ελλάδα μπορεί να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 νμ. Νομικά ισχύει. Πολιτικά είναι ατελέσφορο και επιβλαβές μέτρο. Μια τέτοια επέκταση βρίσκει κυρίως αντίθετη τη Ρωσία. Επίσης θα αλλοίωνε δραστικά την υφαλοκρηπίδα της Τουρκίας και θα τίναζε την όλη διαπραγμάτευση στον αέρα, δεν θα υπήρχε συμφωνία οριοθέτησης και άρα κανένα μέρος δεν θα είχε πραγματικό δικαίωμα εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων του υπεδάφους.
  • Ότι υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ μπορούν να κηρυχθούν μονομερώς. Δεν ισχύει εφόσον οι ζώνες εφάπτονται. Απαιτείται συνεπώς ελληνοτουρκική συνεννόηση για την οριοθέτησή τους.
  • Η άρση της αποστρατικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου (τρία διαφορετικά καθεστώτα). Δεν είναι βέβαιη η έκβαση μιας πιθανής αναθεώρησης του καθεστώτος. (Θα μπορούσε να συμφωνηθεί διευρυμένη αποστρατικοποίηση και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου).

Οι παραπάνω βεβαιότητες προσκρούουν σε νομικής και διεθνοπολιτικής φύσης πραγματικότητες τις οποίες δεν έχουμε τον χώρο να εξηγήσουμε.

Το ελληνικό κοινό δύσκολα θα αναθεωρήσει τις βεβαιότητες που του έχουν καλλιεργήσει όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Θα πρέπει να γίνει γνωστό ότι στο Δικαστήριο της Χάγης με βάση την αρχή της ευθυδικίας η Τουρκία θα «κερδίσει» ένα ποσοστό των ζωνών εκμετάλλευσης (υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ) πέραν αυτού που δικαιούται. Άγνωστο πόσο. Επίσης, και ίσως το σημαντικότερο, ότι η Ελλάδα για να έχει «ενεργή» υφαλοκρηπίδα θα πρέπει να συμφωνήσει με την Τουρκία τα όριά της. Το ίδιο, εάν επιδιώκει να κατοχυρώσει και ΑΟΖ, η οποία δεν έχει νόημα στο Αιγαίο παρά μόνο σε ότι αφορά την αλιεία, ζήτημα το οποίο επίσης θα πρέπει να διευθετηθεί πριν το Αιγαίο χάσει εντελώς τα ψάρια του.

Η ελληνοτουρκική συνεννόηση απευθείας ή μέσω δικαστικής απόφασης είναι αμφίδρομη και αναγκαία. Πόσο μάλλον όταν το εφαρμοστέο δίκαιο θα πρέπει επίσης να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας. Διαφορετικά, δεν μπορεί να γίνει καμία εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου. Έμμεση ή άμεση συνεκμετάλλευση (ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής στην υφαλοκρηπίδα) σημαίνει στο μέλλον πολλαπλασιασμός των ωφελημάτων και για τους δύο. Διπλό όφελος το κοινό όφελος, το οποίο εδράζεται στην συνεργασία με άξονα την ασφάλεια και την σταθερότητα στην περιοχή, απαραίτητη προϋπόθεση κάθε απόπειρας εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων και της απαιτούμενης προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, και βέβαια του τουρισμού.

Η υπογραφή του συνυποσχετικού παραπομπής της υπόθεσης στη Χάγη προϋποθέτει νηφάλια διαπραγμάτευση η οποία δεν μπορεί να γίνει σε συνθήκες έντασης και κρίσης. Σήμερα, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διατρέχουν περίοδο ψυχρού πολέμου, με όχημα την προκλητική τουρκική πολιτική στους θαλάσσιους χώρους στην Ανατολική Μεσόγειο. Θέλει πολύπλευρες και αποτελεσματικές διπλωματικές προσπάθειες εκτόνωσης της έντασης και άρση των τετελεσμένων που προσπαθεί να επιβάλει η Άγκυρα. Παράλληλα, χρειάζεται δουλειά στο εσωτερικό της Ελλάδας: σταθερή πολιτική γραμμή διάλυσης των πλαστών βεβαιοτήτων που μόνο κακό κάνουν και υπονομεύουν την πιθανότητα λύσης μέσω μιας προσφυγής στη Χάγη. Γιατί «εθνικό είναι ό,τι είναι αληθινό» και όχι ό,τι θα θέλαμε να είναι αληθινό. Η εφαρμογή, λοιπόν, του διεθνούς δικαίου στην πραγματική του διάσταση, και μόνον, υποδεικνύει με ασφάλεια το συμφέρον της Ελλάδας σε αυτή την κρίσιμη καμπή των ελληνοτουρκικών.

Δημοσιεύθηκε στη “Μακεδονία” Κυριακή 09.02.20

σχετικά άρθρα