Weather Icon
Περιβάλλον , Πολιτισμός 28 Ιανουαρίου 2020

Πώς το ελληνικό κρασί κατάφερε να γίνει διεθνές trend

Πώς το ελληνικό κρασί κατάφερε να γίνει διεθνές trend

Η αναγέννηση του ελληνικού κρασιού

Το ελληνικό κρασί βρίσκεται σε μία από τις καλύτερες, αν όχι στην κορυφαία, φάσεις της ιστορίας του, που χρονολογείται από το 2.500 π.Χ. Χρειάστηκε όμως να φτάσουμε στις πιο πρόσφατες δεκαετίες ώστε να υπάρξει, αρχικά, η σωστή αντιμετώπισή του και, έπειτα, η αναγνώριση του σε διεθνές επίπεδο. Το Esquire, έχοντας τη βοήθεια τριών experts του χώρου, χαρτογραφεί όλους εκείνους τους λόγους που θα έκαναν ακόμη και τον Βάκχο να χαμογελά από ικανοποίηση παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα των τελευταίων ετών αλλά και τους παράγοντες που δημιουργούν αισιοδοξία για το μέλλον.

Στέλιος Μπουτάρης: Tο κρασί σαν μία “καλή ελληνική ιστορία”

Η αναγέννηση του ελληνικού κρασιούΤο ελληνικό κρασί βρίσκεται αδιαμφισβήτητα σε ανοδική πορεία. Ζούμε τη δεύτερη περίοδο της “Αναγέννησής” του. Τα οινοποιεία στη χώρα μας έχουν διπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μεγάλη ζήτηση για νέους αμπελώνες και το στρατηγικό σχέδιο που εκπονήσαμε και εκτελέσαμε έχει αρχίσει να αποδίδει. Στην ελληνική αγορά, η ανάπτυξη του ποιοτικού τουρισμού, η βελτίωση της εστίασης και η στροφή του ντόπιου καταναλωτή στο ποιοτικό εγχώριο κρασί είναι οι κυριότεροι παράγοντες ανάπτυξης. Στο εξωτερικό βλέπουμε να αυξάνεται η ζήτηση τόσο στις παραδοσιακές αγορές όπως η Γερμανία, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς όσο και σε αναπτυσσόμενες αγορές σαν κι αυτή της Ασίας ή της ανατολικής Ευρώπης. Η βελτίωση της ποιότητας, η εξωστρέφεια των παραγωγών, η προβολή των ελληνικών ποικιλιών και η συνολικότερη βελτίωση του brand “Ελλάδα”, είναι όλοι παράγοντες που υποστηρίζουν την ανάπτυξη στις διεθνείς αγορές. Επίσης, τολμώ να πω ότι η Κρίση έκανε καλό στο ελληνικό κρασί. Ως οινοποιοί δείξαμε ωριμότητα και κατά κάποιο τρόπο εκμεταλλευτήκαμε όλη την κακή δημοσιότητα, αναδεικνύοντας το κρασί σαν μία “καλή ελληνική ιστορία”. Ο οινοτουρισμός συνέβαλλε επίσης από την πλευρά του σε αυτή την ανοδική πορεία – κάτι που συνεχίζει ακόμη να κάνει. Τα τελευταία χρόνια, τα περισσότερα οινοποιεία έχουν δώσει μεγάλη σημασία στην ανάπτυξη των επισκέψεων. Για να μιλήσω προσωπικά και πιο συγκεκριμένα, στο Κτήμα Κυρ-Γιάννη, στη Νάουσα, αναζητούμε διαρκώς τρόπους αύξησης της προσέλευσης των φίλων του κρασιού στο οινοποιείο με πλήθος εκδηλώσεων.

Αυτό που χρειάζεται είναι να συνεχιστεί η σκληρή και συντονισμένη δουλειά.

Όσον αφορά το μέλλον του, το ελληνικό κρασί βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση. Αυτό που χρειάζεται είναι να συνεχιστεί η σκληρή και συντονισμένη δουλειά σε τομείς για την προώθησή του στο εξωτερικό. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την υψηλού επιπέδου εκπαίδευση στους κλάδους της εστίασης, της βελτίωσης των δομών του κράτους σε σχέση με τον αμπελοοινικό τομέα , τη σωστή προβολή των ποικιλιών σε άλλες χώρες σε ιδιωτικό και συλλογικό επίπεδο, πάντοτε με άξονα το στρατηγικό μας σχέδιο και, βέβαια, με την παραγωγή όλο και περισσότερο ποιοτικών κρασιών. Είναι σημαντικό για όλους να αντιληφθούν ότι οι εξαγωγές μας ξεκινούν από την Ελλάδα. Οι 30.000.000 επισκέπτες της χώρας πρέπει και μπορούν να γίνουν “πρεσβευτές” του ελληνικού κρασιού σε διεθνές επίπεδο. Τέλος, μιλώντας για το Κτήμα Κυρ-Γιάννη, οφείλω να πω ότι οι βασικοί πυλώνες της φιλοσοφίας του είναι η καινοτομία, ο σεβασμός στην παράδοση και η εξειδικευμένη γνώση για το κρασί, από το αμπέλι ως τον τελικό καταναλωτή. Είμαστε ανήσυχοι και καθημερινά δουλεύουμε καινούριες πρακτικές, προσπαθώντας να βελτιώσουμε τα κρασιά μας. Παραμένουμε πάντοτε πιστοί στο motto μας: “Η καινοτομία χτίζει την παράδοση”.

* Ο Στέλιος Μπουτάρης είναι οινοποιός και διευθύνων σύμβουλος στο Κτήμα Κυρ-Γιάννη.

Βασιλική Κουτσοβούλου: Ίσως ένα από τα next best things του παγκόσμιου αμπελώνα

Το ελληνικό κρασί διανύει την ίσως καλύτερη περίοδό του, με το επίπεδο να βρίσκεται υψηλότερα από ποτέ. Είναι ταυτόχρονα εξαιρετικά ανταγωνιστικό σε παγκόσμια κλίμακα, με αρκετά brands και ποικιλίες να είναι πλέον αναγνωρίσιμα στους οινόφιλους όλου του κόσμου. Κατά την περίοδο της Κρίσης, υπήρξε μία στροφή του καταναλωτικού κοινού προς το ελληνικό κρασί, σε μία προσπάθεια στήριξης της ντόπιας οικονομίας, όπως ακριβώς συνέβη και με αρκετά ακόμη προϊόντα. Ήταν ένα κομβικό σημείο καθώς πολλές ετικέτες συστήθηκαν σε μεγάλο κομμάτι του κόσμου και αγαπήθηκαν λόγω της πολύ καλής ποιότητας, της μεγάλης ποικιλίας αλλά και της μοντέρνας εμφάνισης. Η πρόοδος έχει ξεκινήσει να εμφανίζεται τα τελευταία 30 χρόνια, κυρίως χάριν στην εμφάνιση νέων και φιλόδοξων Ελλήνων παραγωγών σε όλες τις σημαντικές οινοπαραγωγικές περιοχές. Οι παραγωγοί στράφηκαν, ειδικά κατά την περίοδο της Κρίσης, στις εξαγωγές, ταξίδεψαν αρκετά και έκαναν αρκετές ενέργειες προβολής και εξωστρέφειας. Πρέπει επιπλέον να αναφερθεί και η σπουδαιότητα των wine bars, τα οποία έκαναν το κρασί πιο προσιτό στο νεανικό κοινό, αλλά και των εστιατορίων, που μέσω των wine lists και των σομελιέ το έκαναν προσβάσιμο σε ένα εξαιρετικά δυναμικό κοινό. Επιπροσθέτως, υπήρξαν και υπάρχουν πολλές και σημαντικές οινικές εκθέσεις που λειτουργούν εξαιρετικά αποδοτικά σε συνδυασμό με τις γηγενείς ποικιλίες, τα χαρμάνια με διεθνείς ποικιλίες, τα διαφορετικά terroir, την ποικιλομορφία αλλά και την αναγέννηση παραδοσιακών προϊόντων όπως η ρετσίνα. Όλα αυτά οδηγούν σε μία ευρεία γκάμα κρασιών που μπορούν να καταναλωθούν όλες τις ώρες της ημέρας και από ανθρώπους με διαφορετικές παλέτες, ενώ μπορούν να συνοδεύσουν πιάτα από κάθε κουζίνα.

Ένας ενημερωμένος καταναλωτής μπαίνει στη διαδικασία να ανακαλύψει τον ελληνικό οινικό πλούτο και φυσικά να βρει το στυλ που του ταιριάζει.

Τα ελληνικά κρασιά είναι αναμφισβήτητα food friendly. Ένας ενημερωμένος καταναλωτής μπαίνει στη διαδικασία να ανακαλύψει τον ελληνικό οινικό πλούτο και φυσικά να βρει το στυλ που του ταιριάζει. Στο μέλλον περιμένουμε να αξιοποιηθούν περισσότερο γηγενείς ποικιλίες όπως η Λημνιώνα, το Μούχταρο, το Βιδιανό και η Κυδωνίτσα, τα οποία όλοι ευελπιστούμε να ακολουθήσουν το δρόμο του Ασύρτικου, του Ξινόμαυρου και του Αγιωργίτικου. Οι παραγωγοί μπορούν πια να επενδύσουν περισσότερο και ευκολότερα σε επίπεδο αμπελοκαλλιέργειας και οινοποίησης. Εκείνο όμως το στοιχείο που χρειάζεται το ελληνικό κρασί ώστε να ισχυροποιήσει το brand είναι η βελτίωση του marketing και πιο συγκεκριμένα αυτού στο digital κομμάτι, τόσο σε μεμονωμένες περιπτώσεις όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Ένας κλάδος που επίσης χρειάζεται εξέλιξη είναι ο οινοτουρισμός σε συνδυασμό με τη γαστρονομία ή ακόμη και με μορφές τέχνης ή αθλητισμού. Τολμώ να πω ότι με τη σωστή στρατηγική και τις κατάλληλες προωθητικές ενέργειες, το ελληνικό κρασί μπορεί να εξελιχθεί σε ένα από τα next best things του παγκόσμιου αμπελώνα.

* Η Βασιλική Κουτσοβούλου είναι οινολόγος, οινοχόος, wine buyer στο Wine Room Mykonos και συνιδρυτής του Winetuned.

Γεωργία Παναγοπούλου: Μία μικρή αλλά ξεχωριστή οινοπαραγωγική χώρα

Δεν χωρά αμφιβολία ότι το ελληνικό κρασί συνεχώς βελτιώνεται, έχοντας τα τελευταία χρόνια πολύ πιο δυναμική εγχώρια αλλά και διεθνή παρουσία. Οι παραγωγοί έχουν πλέον ως βασικό γνώμονα την μεγιστοποίηση της ποιότητας, που πλησιάζει εκείνη μεγάλων κρασιών από καταξιωμένες περιοχές. Πέρα από όλα τα υπόλοιπα, οι Έλληνες παραγωγοί κατά τη διάρκεια της Κρίσης κατάλαβαν την ανάγκη για εκσυγχρονισμό σε διάφορα επίπεδα προκειμένου να αποκτήσουν τη δική τους, πολυπόθητη, θέση στις λίστες των σομελιέ, των media αλλά κυρίως των εισαγωγέων και των διανομέων ανά τον κόσμο. Πρακτικά βέβαια, παραμένουμε μία πολύ μικρή οινοπαραγωγική χώρα ώστε να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε τεράστιες αντίστοιχες οινοπαραγωγικές περιοχές, που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες του mainstream καταναλωτή παγκοσμίως. Αυτό όμως είναι και κάτι που μας κάνει τόσο ξεχωριστούς. Το ελληνικό κρασί έχει αποκτήσει το κοινό του γιατί η νοοτροπία των οινοποιών άλλαξε, μαζί με αυτή του καταναλωτή. Οι σημερινοί οινολόγοι και οινοποιοί είτε παίρνουν τα ηνία των οικογενειών τους, είτε είναι άνθρωποι που ακολουθούν το πάθος τους για το κρασί σπουδάζουν, ταξιδεύουν, δοκιμάζουν, κάνουν τρύγους παντού, βλέπουν τις τάσεις, πειραματίζονται, υιοθετούν τεχνικές και, κυρίως, έχουν ανοιχτό μυαλό. Αυτό, με λίγα λόγια, έχει ως αποτέλεσμα να κάνουν ωραία κρασιά για κάθε γούστο. Επιπλέον είχε ήδη γίνει μια πολύ σημαντική προσπάθεια από ανθρώπους του χώρου να στηθεί και να ανοίξει η αγορά στο εξωτερικό, ειδικά κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες: Ο κλάδος βρήκε έναν μάλλον ανοικτό δρόμο όταν αποφάσισε να στραφεί σε νέες αγορές. Παράλληλα, οι επαγγελματίες του χώρου ενημερώνονται συνεχώς με σεμινάρια, σχολεία οίνου, δοκιμές κ.α.. Άρα δημιουργείται μία υψηλού επιπέδου κοινότητα που αρχικά εκτιμά και έπειτα αναδεικνύει το κρασί. Υπάρχει επιπροσθέτως πρόσφορο έδαφος γιατί ο καταναλωτής, ειδικά αυτός που έρχεται ως επισκέπτης από το εξωτερικό, δείχνει πάντοτε ενδιαφέρον για τα τοπικά προϊόντα.

Δημιουργείται μία υψηλού επιπέδου κοινότητα που αρχικά εκτιμά και έπειτα αναδεικνύει το κρασί.
Μέσα σε όλο αυτό, υπάρχει και το κοινό των Millennials, που είναι και ένας από τους “στόχους” της βιομηχανίας τελευταία. Παρότι καταναλώνουν λιγότερο σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές, συνηθίζουν να πληρώνουν περισσότερο για μία φιάλη που θα επιλέξουν. Είναι ανοικτοί στο να δοκιμάσουν κρασιά από νέες -όχι παραδοσιακές- περιοχές, να ταξιδέψουν για την όλη οινική εμπειρία και δεν έχουν κανένα πρόβλημα να γνωρίσουν περισσότερα μέσω του digital marketing και των social media για τα brands. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, μπορεί να γίνουν ακόμη και “πρεσβευτές” κάποιας ετικέτας αν τους αρέσει και τους αντιπροσωπεύει. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αλλάζουν το παιχνίδι γύρω από την αντίληψη ακόμη και για τα prestige brands του κρασιού, όπως για παράδειγμα εκείνα του Μπορντώ.

*Η Γεωργία Παναγοπούλου είναι Xημικός Mηχανικός, με MSc in Wine Management, Digital Marketing Diploma και ιδρυτής του Wine Gini (Facebook, Instagram και LinkedIn) που είναι digital marketing agency για το κρασί.

ΠΗΓΗ: Esquire

σχετικά άρθρα