Weather Icon
Ιστορία , ΙΣΤΟΡΙΚΑ 15 Δεκεμβρίου 2019

Ο Χαράλαμπος Μούσκος και η γενιά τής Ε.Ο.Κ.Α.

Ο Χαράλαμπος Μούσκος και η γενιά τής Ε.Ο.Κ.Α.

Π Ρ Ω Τ Ο Σ ηρωικός νεκρός σε μάχη, αντάρτης τής ΕΟΚΑ, ημέρα Πέμπτη τότε, 15η Δεκεμβρίου 1955, ο Χαράλαμπος Μούσκος. Είκοσι τριών ετών, γιος τού Γεωργίου και της Αναστασίας Μούσκου, από την Παναγιά της Πάφου, με έξι αδελφές. Εξάδελφος του Εθνάρχη Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄.

Μετείχε στις πρώτες ομάδες δολιοφθορέων που όρθωσαν στους αιώνες την κορυφαία συνέχεια τού αγωνιζόμενου Ελληνισμού, την Παρασκευή 1η Απριλίου τού 1955.

Ο Χαράλαμπος Μούσκος θυσιάστηκε στην αδέξια ενέδρα την οποία, άπειροι και στερούμενοι στρατιωτικής εκπαίδευσης, εννέα νεαροί αντάρτες της ομάδας «Ουρανός», με επικεφαλής τον μετέπειτα (18.1.1957) θυσιασθέντα ήρωα της ΕΟΚΑ Μάρκο Δράκο, έστησαν στο Μερσινάκι κοντά στους αρχαίους Σόλους, εναντίον στρατιωτικού οχήματος των Βρετανών αποικιοκρατών που οδηγούσε ο ταγματάρχης Brian Jackson Coombe, με συνοδηγό τον 20χρονο υποδεκανέα James Brian Morum.

Από τα πυρά τών ανταρτών σκοτώθηκε ο υποδεκανέας κι από τα πυρά του ταγματάρχη Coombe ο Χαράλαμπος Μούσκος.

Τραυματίστηκε και διέφυγε ο Μάρκος Δράκος.

Συνελήφθησαν ο Χαρίλαος Μιχαήλ και τραυματισμένος ο Ανδρέας Ζάκος, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε θάνατο και απαγχονίστηκαν, μαζί με τον Ιάκωβο Πατάτσο, στις 9 Αυγούστου 1956.

Π Ω Σ ΕΚΕΙΝΗ η γενιά των Ελλήνων Κυπρίων, εντελώς ανεκπαίδευτοι στα όπλα κι ανίδεοι περί τα στρατιωτικά, με τής καρδιάς το πύρωμα και τής λευτεριάς τον έρωτα κατόρθωσαν να στήσουν την υπέρλαμπρη ΕΟΚΑ, ικανή να ξεδοντιάζει επί τέσσερα χρόνια τον βρετανικό λέοντα, το έδειξε ακόμα κι εκείνη η αρχάρια ενέδρα στο Μερσινάκι απέναντι σ’ έναν ικανότατο και γενναίο Βρετανό ταγματάρχη.

Χιλιάδες λαού, σκλαβωμένοι Έλληνες Κύπριοι, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, στην πάνδημη κηδεία του πρώτου αντάρτη.

Τού Χαράλαμπου Μούσκου την ανδρεία ζηλώσαντες, εκεί στην είσοδο του κοιμητηρίου των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης τής Λευκωσίας που τον έθαβαν, όρκο έδωσαν, στον Θεό και στην Ελλάδα, για το χαίρε, ω χαίρε, ελευθεριά!

Αντάρτης μόλις εννέα ημερών στα λημέρια της ΕΟΚΑ ήταν την 15η Δεκ. 1955 ο 17χρονος ακόμα Ευαγόρας Παλληκαρίδης.

Στ’ αντάρτικα λημέρια της ΕΟΚΑ στα βουνά τής κοινής γενέτειρας Πάφου έγραφε για την θυσία τού Χαράλαμπου Μούσκου το ποίημά του
«Ένας ήρως πέθανε μην τον κλαίτε, φίλοι» : «Τώρα κι αν επέθανες / ΖΗΣ μεσ’ την καρδιά μας / γιατί πέθανες κι εσύ / για τη Λευτεριά μας. / Κι όπου και να φτάσουμε / κι όπου κι αν βρεθούμε, / τον πικρό σου θάνατο / ΘΑ ΕΚΔΙΚΗΘΟΥΜΕ»…

Έτσι απέδιδε η Κύπρος του ’55 το αειθαλές προγονικό
«Ους νυν υμείς ζηλώσαντες και το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες, μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους»…

(2) Μια αιματωμένη
κόλλα τετραδίου

Σ Τ Ο Υ Σ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ μας και στους ποιητές αρμόζει ίσως περισσότερο να ιδούν, με τα δικά τους ευαίσθητα μάτια, εκείνη τη ματωμένη κόλλα τετραδίου που βρέθηκε διπλωμένη στην τσέπη του νεκρού 23χρονου ήρωα Χαράλαμπου Μούσκου, 1ου θυσιασθέντος σε μάχη αντάρτη της Ε.Ο.Κ.Α. 15.12.1955 στο Μερσινάκι των αρχαίων Σόλων.

Την είχε δημοσιεύσει, στα μετέπειτα χρόνια, έτσι βαμμένη στις τρεις πλευρές της με το αίμα του ηρωικού αντάρτη, στο εξώφυλλό του το 15μερο περιοδικό «Τάϊμς οφ Σάϊπρους» εκείνης της εποχής.

Μια κόλλα με χειρόγραφους τους 26 πρώτους απ’ τους 36 στίχους ενός τραγουδιού με τίτλο «Δύο Αγάπες», της Σοφίας Βέμπο του 1941. Στιχουργός ο Κώστ. Κοφινιώτης και συνθέτης ο Μιχ. Σογιούλ. Γραμμένο για τους ερωτευμένους πολεμιστές τού Έπους τού Σαράντα, που αρχίζει έτσι:

«Δυο αγάπες στην καρδιά μου έχω κλείσει / η πατρίδα είν’ η μια κι η άλλη εσύ / δυο αγάπες που με έχετε μεθύσει / με της δόξας και του πόθου το κρασί / τώρα όμως που η πατρίδα με γυρεύει / και στον πόλεμο η φωνή της με καλεί / η αγάπη μου για κείνην περισσεύει / και σ’ αφήνω έχε γεια μ’ ένα φιλί…

Γ Ι Α ΠΟΙΑ άραγε αγαπημένη του κοπελιά είχε αντιγράψει τους στίχους σε κείνη την κόλλα και βρέθηκε διπλωμένη στην τσέπη του στήθους που του τρύπησαν οι σφαίρες του εχθρού, ο ερωτευμένος 23χρονος αντάρτης ο Μούσκος;

Και πόσοι άλλοι νέοι της Ε.Ο.Κ.Α. βρήκαν σε κείνο το τραγούδι την απάντηση στο δίλημμα της διπλά ερωτευμένης καρδιάς τους, για να πουν στην αγαπημένη τους:

«Μη δακρύσεις που σ’ αφήνω / και στον πόλεμο θα πάω / μη ζηλέψεις που την άλλη / πιο πολύ την αγαπώ / φίλησε με δίχως λύπη / διώξε κάθε καρδιοχτύπι / κάθε πόθο σου τρελό / και σαν γνήσια Ελληνίδα: / “μια και πας για την Πατρίδα / με τη νίκη στο καλό”. [και συνεχίζει στιχ. 19-22:] «Την Ελλάδα αγαπώ αλλά και σένα / μ’ έναν έρωτα μεγάλο αληθινό / τα γαλάζια σου τα μάτια τα θλιμμένα / τον γαλάζιο της θυμίζουν ουρανό. [23-26:] Μη θαρρείς πως δεν με νοιάζει που σε χάνω / μα σαν Έλληνας τον όρκο μου κρατώ / κι αν για Κείνην σκοτωθώ εκεί επάνω / πρέπει να ‘σαι περήφανη γι’ αυτό»…

Ε Λ Υ Σ Ε ΤΙΣ απορίες
ένας άλλος ερωτευμένος
18χρονος μαθητής, αντάρτης και ποιητής.
Ο οποίος, για την πατρίδα και για τη λευτεριά της,
βάδισε ως την αγχόνη των Εγγλέζων 13.3.1957:

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης.
Πήρε τους στίχους 19-22 και
πρόσθεσε άλλους οκτώ δικούς του:

«Ρώτησε τα μάτια που δακρύζουν / κάποιαν αλήθεια να σου πουν / κλαίνε πικρά σαν σ’ αντικρύζουν – γιατί μπορεί να σ’ αγαπούν / ρώτησε χείλια φλογισμένα / όταν σε δουν γιατί σιωπούν / θα κινηθούν κι αυτά θλιμμένα / για να σου πουν πως σ’ αγαπούν».

Οι στίχοι που ο μελωδικότερός μας Μάριος Τόκας έκανε τραγούδι αριστούργημα: «Την Ελλάδα αγαπώ», στον δίσκο «Ψυχή τε και Σώματι»…

(3) Χαράλαμπος Μούσκος
και το Schmeisser 4137

Δ Ε Ν ΕΙΧΑΝ καν την στοιχειώδη εκπαίδευση νεοσυλλέκτων στρατιωτών και μόνο στον κινηματογράφο αν είχαν δει ποτέ βολή όπλου, όταν έπιασαν τα όπλα και βγήκαν στα βουνά αντάρτες της Ε.Ο.Κ.Α., για ν’ απελευθερώσουν την πατρίδα απ’ τους Εγγλέζους αποικιοκράτες και να ενώσουν την Κύπρο με τη μητέρα Ελλάδα.

Κ Α Τ Α ΠΑΣΑΝ πιθανότητα, στην εξ απειρίας αποτυχημένη ενέδρα στο Μερσινάκι των αρχαίων Σόλων, Πέμπτη 15.12.1955, ο 23χρονος ήρωας Χαράλαμπος Μούσκος, πρώτη φορά στη ζωή του χειριζόταν εκεί το γερμανικό αυτόματο MP-40 Schmeisser των 9 χιλιοστών, κοινώς «Μαρσίπ», με αριθμό κατασκευής 4137.

Λάφυρο προφανώς της Εθνικής Αντίστασης κατά των Γερμανών κατακτητών στην Ελλάδα 1941-44, απ’ όπου έφερε ο Διγενής τα πρώτα όπλα της Ε.Ο.Κ.Α.

Όπως και το μοναδικό γερμανικό αυτόματο τυφέκιο ΜΡ-44 Sturmgewehr 7,92×33 χλστ. που κρατούσε στην ίδια ενέδρα ο αντάρτης Νίκος Ιωάννου Ψωμάς και το οποίο έπαθε εμπλοκή από το πρώτο φυσίγγιο στην θαλάμη και δεν έριξε ούτε μία σφαίρα και βρήκαν μετά οι Εγγλέζοι εκεί πεσμένο ένα του γεμιστήρα και 192 φυσίγγιά του.

Ούτε ο αντάρτης Στέλιος Ξαπόλυτος πρόλαβε να πυροδοτήσει τη βόμβα που θ’ ανατίναζε το γιοφύρι καθώς διερχόταν το στρατιωτικό Austin Champ 76BE83.

Ούτε ο Ανδρέας Ζάκος πρόλαβε να πυροβολήσει με το ισπανικό πιστόλι Guernica 7,65χλστ. υπ’ αριθμ. 71233, που είχε μαζί του.

Το σίγουρο είναι ότι πρόλαβαν να ρίξουν τα πυρά τους κατά του εχθρού ο Μάρκος Δράκος με ένα εγγλέζικο Sten 9χλστ. κι ο Μούσκος με το ΜΡ-40.

Καθήλωσαν το αγγλικό όχημα, με νεκρό τον 20χρονο συνοδηγό υποδεκανέα James Brian Morum των Royal Engineers.

Τους εξουδετέρωσε, όμως, μόνος, ο εμπειροπόλεμος και γενναίος ταγματάρχης Brian Jackson Coombe (ΑΣΜ 222695) μ’ ένα αυτόματο Sten κι ένα 38ρι περίστροφο.

Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Μούσκος,
εξάδελφος του Εθνάρχη Μακαρίου
ήταν ο πρώτος σε μάχη ήρωας της Ε.Ο.Κ.Α.

Η θυσία του γιγάντωσε κι ατσάλωσε το φρόνημα του αγωνιζόμενου κυπριακού Ελληνισμού.

Στην αποτυχημένη ενέδρα στο Μερσινάκι συνελήφθη τραυματισμένος ο Ανδρέας Ζάκος 25χρ. κι ο Χαρίλαος Μιχαήλ 21χρ. που παρέμεινε να τον περιθάλψει.

Αμφότεροι καταδικάστηκαν σε θάνατο και απαγχονίστηκαν στον 2ο τριπλό απαγχονισμό της Πέμπτης 9.8.1956 μαζί με τον 22χρονο Ιάκωβο Πατάτσο.

Διέφυγε απ’ το Μερσινάκι τραυματισμένος ο Μάρκος Δράκος που θυσιάστηκε τελικά, 25χρονος στην Ευρύχου, την Παρασκευή 18.1.1957.

Στην τσέπη του νεκρού Μούσκου βρέθηκε ματωμένο ένα χαρτί με τους στίχους που τραγουδούσε το 1941 η Βέμπο «την Ελλάδα αγαπώ αλλά και σένα».

Τους ίδιους στίχους έσμιξε με δικούς του, ο τελευταίος απαγχονισθείς 13 Μαρτίου 1957 ήρωας της Ε.Ο.Κ.Α.
Ευαγόρας Παλληκαρίδης και τους έκανε τραγούδι το 1995 ο αείμνηστος Μάριος Τόκας με τον τίτλο ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΓΑΠΩ.

(4) Μ ο ύ σ κ ο ς
1955 – 1974

Α Π Ο ΤΙΣ χειρότερες κατάντιες ενός λαού,
το εμφύλιο μίσος,
τα εμφύλια αίματα.

Κι όταν σε τέτοιο βόρβορο ο λαός βρεθεί,
ακόμα κι οι λέξεις, μαζί και τα ονόματα,
αναποδογυρίζονται στο βούρκο:

«Και την ειωθυίαν αξίωσιν των ονομάτων ες τα έργα αντήλλαξαν», επεσήμανε στο Γ-82 του ο Θουκυδίδης, στην πρώτη κι αναλλοίωτη της ιστορίας επιστημονική ανατομία του Εμφυλίου Πολέμου, με αφορμή τα «Κερκυραϊκά» του 427π.Χρ.

Το ρήμα «κατάντησαν»
έκρινε αξιότερο όταν το μετέφρασε ο Ελευθέριος Βενιζέλος:
«Και κατάντησαν να μεταβάλουν αυθαιρέτως την καθιερωμένην σημασίαν των λέξεων, διά των οποίων δηλούνται τα πράγματα»…

Ι Δ Ο Υ τραγικότατη σύμπτωση
και συνάμα απόδειξη:

Τι ήταν για σύμπαντα τον κυπριακό Ελληνισμό το όνομα Μούσκος από τη 15η Δεκεμβρίου 1955, που θυσιάστηκε στο Μερσινάκι των αρχαίων Σόλων, 1ος σε μάχη νεκρός αντάρτης της ΕΟΚΑ ο Χαράλαμπος Μούσκος 23χρ, εξάδελφος του Εθνάρχου Μακαρίου
και πώς το καταντήσαμε, τ’ όνομα Μούσκος, 19 έτη αργότερα, στο μελανότερο φρικτό των Ελλήνων 1974;

Οι νεαρότεροι ευτύχησαν να μην τα ζήσουν.
Υφίστανται τις συνέπειες.
Οι παλαιότεροι, όμως, τα θυμούνται.
Τα ζήσανε.
Μετείχαν:

Κ Α Τ Α χιλιάδες με τις γαλανόλευκες εναντίον των Εγγλέζων στους δρόμους, συνοδεύοντας το φέρετρο με τον Ήρωα Μούσκο στο κοιμητήριο των Αγ. Κων/νου και Ελένης.

Συνώνυμο ύψιστης τιμής και δόξας,
κλέος υπέρτατο, τ’ όνομα Μούσκος.

Ειωθυία αξίωσις της πανίερης ελληνικής λάβας, αιώνες προετοιμαζομένης, που ξεχυνόταν απ’ την ψυχή της αγωνιζομένης Κύπρου.

Ώσπου, 17 χρόνια αργότερα,
εμφύλια πανούκλα πλάκωσε.
Αρχέγονη ημών των Ελλήνων ενδημική πανώλης.
Απ’ το εναρκτήριον της Ομήρου Ιλιάδος «μήνιν άειδε θεά». Όπου, ούτε το συνώνυμο της δόξας, Μούσκος, τη γλύτωσε:

Μ Ε ΑΠΕΡΑΝΤΟ μίσος εκτοξευόμενο,
εχθρικότατα περιφρονητικό κατά του Μακαρίου,
ως καθαιρεθέντος αρχιεπισκόπου,
που και τ’ όνομα τού αφαιρέθηκε
και Μούσκος εκφωνείτο υπό των μισούντων,
προκαλώντας το εξίσου ασίγαστο μίσος των οπαδών του.

Μίσος εμφύλιο.
Εξικνούμενο μέχρι βιαίας αντιπάλων θανατώσεως.
Ευφορότατο προσφέροντας έδαφος για της Χούντας το πραξικόπημα και για τις προδομένες Θερμοπύλες μας, απ’ όπου πέρασαν τελικά οι Τούρκοι.

«Εάν μισούνται ανάμεσό τους, δεν τους πρέπει ελευθεριά», στιχουργούσε το 1823 ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός.

Για να τα θυμόμαστε πάντα και να γρηγορούμε καθημερινά έναντι οιουδήποτε, αστόχαστα, προάγει το εμφύλιο μίσος…

ΛΑΖΑΡΟΣ ΜΑΥΡΟΣ

σχετικά άρθρα