Weather Icon

Εξομολογήσεις ενός μαχητή του ισλαμικού Κράτους .

Εξομολογήσεις ενός μαχητή του ισλαμικού Κράτους .
Ο
Φιτίμ Λαντρόβτσι ταξίδεψε στη Συρία για να συμμετάσχει σε έναν ιερό πόλεμο.
Τώρα πίσω στο Κοσσυφοπέδιο, συνεχίζει να καλεί για τζιχάντ.
Ο
Alexander Clapp σε μια σπάνια συνέντευξη
Το
ταξίδι που οδήγησε τον Φιτίμ Λαντρόβτσι να γίνει ένας από τους πιο διαβόητους
άνδρες στα Βαλκάνια ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2013, όταν ήταν 23 ετών. Έβαλε
στην τσέπη τις οικονομίες μιας ζωής , που ήταν 350 δολάρια, αποχαιρέτησε τη
σύζυγό του και έφυγε από το Όμπιλιτς, μια ζοφερή πόλη στο κεντρικό
Κοσσυφοπέδιο. Στην Πρίστινα, την πρωτεύουσα, επιβιβάστηκε σε ένα αεροπλάνο για
την Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια πήρε μια δεύτερη πτήση για το Χατάι, μια
επαρχία στη νοτιοανατολική Τουρκία. Συνάντησε στο αεροδρόμιο έναν μεγαλόσωμο
Άραβα με μαύρη στολή και γυαλιά ηλίου, ο οποίος τον οδήγησε σε ένα μονώροφο
σπίτι γεμάτο με κουκέτες, και εξεπλάγη που βρήκε εκεί άλλους έξι Αλβανούς. Δύο
ήταν άντρες. δύο ήταν γυναίκες των οποίων οι σύζυγοι είχαν περάσει στη Συρία
μήνες νωρίτερα· δύο ήταν παιδιά, ένα αγόρι δύο και ένα κορίτσι έξι μηνών που
έκλαιγε συνεχώς.
Την επόμενη ημέρα οι Αλβανοί οδηγήθηκαν στα σύνορα και τους είπαν να
προχωρήσουν με τα πόδια για αρκετά μίλια μέχρι να φτάσουν σε μια γραμμή
λεωφορείων. Επιβιβάστηκαν σε ένα λευκό μίνι λεωφορείο, μαζί με μια ομάδα ανδρών
από τον Καύκασο, των οποίων τα άγρια κόκκινα γένια τους έκαναν να μοιάζουν ,
είπε ο Λαντρόβτσι, “σαν λιοντάρια”. Αναπηδούσαν σε ένα αμμώδες,
σεληνιακό τοπίο, οδηγώντας βαθιά μέσα στη Συρία. “Η ύπαιθρος μου φαινόταν
όμορφη”, είπε ο Λαντρόβτσι. “Αλλά έτρεμα όλη την ώρα. Αυτό που με
στρέσαρε περισσότερο ήταν η ιδέα να μην πέσω στα χέρια του Άσαντ.”


Ο Λαντρόβτσι ταξίδεψε εκατοντάδες μίλια για να πολεμήσει τον Μπασάρ αλ-Ασάντ,
τον Σύρο πρόεδρο, ο οποίος, τις πρώτες μέρες της Αραβικής άνοιξης το 2011,
είχε καταστείλει τις διαδηλώσεις στους δρόμους. Αργότερα, ο Άσαντ άρχισε να
σκοτώνει τους αντιπάλους του. Ο Λαντρόβτσι δεν είχε τελειώσει ποτέ το σχολείο
και δεν κατάφερε να κρατήσει μια δουλειά. Η αίσθηση της δικαιοσύνης ,του είχε
σφυρηλατηθεί σε νεαρή ηλικία όταν, τη δεκαετία του 1990, οι Αλβανοί υπήκοοι
είχαν ξεσηκωθεί εναντίον των Σέρβων και, με τη βοήθεια της Αμερικής, πολέμησαν
για ένα ανεξάρτητο κράτος. Το Κοσσυφοπέδιο, η χώρα που έχτισαν, ήταν συντριπτικά
Μουσουλμανικό. Ο Λαντρόβτσι πίστευε ότι ο ρόλος του στη Συρία, ήταν παρόμοιος
με εκείνον των Αμερικανών στο Κοσσυφοπέδιο: Να σώσει καταπιεσμένους ανθρώπους.
Καταριέται το όνομα του Άσαντ, απορρίπτοντας τον ως “έναν άνθρωπο που δεν ξέρει
τίποτα για το Ισλάμ”.

Ο νεοσύλλεκτος πέρασε τα πρώτα τρία βράδια του στη Συρία σε ένα εργοστάσιο στα
περίχωρα του Χαλεπιού, μιας πόλης που έπειτα χωρίστηκε στα δυο μεταξύ
κυβέρνησης και επαναστατικών δυνάμεων. Μετά από μέρες ταξιδιών,ο Λαντρόβτσι
ένοιωσε ανακούφιση όταν αντίκρισε πατώματα με χαλιά και στρώματα . Άραξε σε μια
γωνία κοντά στους μόνους ανθρώπους που καταλάβαινε τη γλώσσα τους. Στην Ευρώπη,
οι Αλβανοί είναι διασκορπισμένοι σε Κοσσυφοπέδιο, Μαυροβούνιο, Βόρεια πΓΔΜ,
Ελλάδα και Αλβανία. Βρέθηκαν στριμωγμένοι σε μια κατεστραμμένη από τον πόλεμο
πόλη της Συρίας, . “Οι Άραβες μας στοίβαξαν σαν σαρδέλες”, είπε.

Ο Λαντρόβτσι σχεδίαζε να ενταχθεί στο Μέτωπο αλ-Νούσρα, παρακλάδι της αλ-Κάιντα
που ιδρύθηκε το 2012, το οποίο λειτουργούσε σε χαλαρή συμμαχία με πλήθος άλλων
πολιτοφυλακών, Ισλαμιστών και μη Ισλαμιστών. Όπως όλοι οι νεοσύλλεκτοι,
παρέδωσε τις οικονομίες της ζωής του. Σε αντάλλαγμα, του υποσχέθηκαν μισθό 115
δολαρίων το μήνα, αξιοπρεπή μισθό στο Κοσσυφοπέδιο.

Μια συνοδεία φορτηγών ,έφερε τους στρατολογημένους άνδρες σε ένα στρατόπεδο
εκπαίδευσης στο Χαλέπι. Από το κρεβάτι ενός λευκού φορτηγού, ο Λαντρόβτσι
αντίκρισε μια μεγάλη έκταση λάσπης περικυκλωμένη από ένα φράχτη με αλυσίδες.
Μέσα ήταν μια σειρά από ελαστικά και σιδεριές και μια σειρά στόχων για εξάσκηση
. Οι άντρες κοιμόντουσαν σε ένα μεγάλο σπίτι από τούβλα και έτρωγαν κοτόπουλο
και ρύζι τρεις φορές την ημέρα. Δύο Τούρκοι ανέλαβαν το καθήκον να τους κρατούν
σε φόρμα . Ορισμένοι Τσετσένοι είχαν στρατιωτική εμπειρία, αλλά οι περισσότεροι
εθελοντές ήταν απλά άγουροι νέοι.

Στους άνδρες δόθηκε η επιλογή να περάσουν τρεις μήνες εκπαίδευσης για να γίνουν
ελεύθεροι σκοπευτές ή μέλη του τμήματος των τανκς, ή να κάνουν ένα μάθημα τριών
εβδομάδων και μετά να ενταχθούν σε μια ομάδα πεζοπόρων μαχητών που θα διέσχιζαν
τη Συρία για να καταλάβουν εδάφη. Ο Λαντρόβτσι επέλεξε το τελευταίο . Ήθελε να
δει δράση το συντομότερο δυνατόν. Περνούσε τα πρωινά του στο πεδίο βολής ,
έριχνε με το Καλάσνικοφ του,όπλιζε στα γρήγορα και πυροβολούσε ξανά. Το
υπόλοιπο της ημέρας ήταν γεμάτο προσευχές και διαλέξεις για τη θρησκεία.

Ο
Λαντρόβτσι λέει, ότι πήγε στη Συρία για να σώσει αθώους πολίτες από τη σφαγή.
Αλλά σύντομα βρέθηκε αντιμέτωπος με μια μεγαλύτερη διαμάχη για το μέλλον του
Ισλάμ. Στο πεδίο της μάχης αμφισβητήθηκαν θεολογικά θέσφατα. Ήταν αποδεκτό να
σκοτώνονται συνάδελφοι πιστοί στο όνομα του Αλλάχ; Μπορεί κάποιος να χτίσει ένα
κράτος σύμφωνα με το πρότυπο του Κορανίου; Ο Λαντρόβτσι πείστηκε ότι μόνο μια
οργάνωση είχε τις σωστές απαντήσεις: Μαζί με τους περισσότερους Αλβανούς
νεοσύλλεκτους, απαρνήθηκε την αλ-Νούσρα και ορκίστηκε πίστη στο Ισλαμικό Κράτος
(IS).

Ο Λαντρόβτσι δεν μπορούσε να καταλάβει τα αραβικά και είχε μόνο μια λεπτή
αντίληψη των θεολογικών λεπτών διαφορών που χώριζαν τους Σουνίτες από τους
Σιιτες . Αλλά βρήκε τη φιλοδοξία και τη δύναμη του IS απλή και ελκυστική: Αν
δεν ήσουν με το IS, υπήρχε ένας στόχος στην πλάτη σου. Η οργάνωση είχε
τελειοποιήσει την κινηματογραφική βια – κρατούμενοι σε κλουβιά, αιχμάλωτοι
καταδικασμένοι να καίγονται ζωντανοί , θάνατος σε όποιον στεκόταν εμπόδιο.
Αρχικά, ο Λαντρόβτσι μπερδεύτηκε . Αλλά, στην αναταραχή των αβέβαιων συμμαχιών
και των συγκρούσεων, βρήκε ελκυστική τη σαφήνεια του IS. Οι πολίτες που
σφαγιάστηκαν από το IS “πήραν αυτό που τους άξιζε”.

Ο Λαντρόβτσι πέρασε ένα χρόνο στο πεδίο της μάχης στη Συρία προτού επιστρέψει
στο Κοσσυφοπέδιο. Φυλακίστηκε για τρία χρόνια -τεχνητά για κηρύγματα μίσους,
όχι για τις δραστηριότητές του με το IS- και στη συνέχεια επέστρεψε στο
Όμπιλιτς. Η μόνη του λύπη, λέει, είναι που έφυγε από τη Συρία. “Θα επέστρεφα
αύριο αν μπορούσα”, λέει. Το ποσοστό του πληθυσμού του Κοσσυφοπεδίου που
έχει ταξιδέψει στη Συρία για να ενταχθεί στο IS είναι το υψηλότερο από
οποιοδήποτε άλλο κράτος. Μεταξύ 2014 και 2016, περισσότεροι από 300 άνθρωποι
πραγματοποίησαν το ταξίδι αυτό στη Συρία και μάλιστα από ένα από τα φτωχότερα
κράτη της Ευρώπης, σύμφωνα με τους New York Times.

Σήμερα, το IS δεν υπάρχει ως γεωγραφική οντότητα. Ο Λαντρόβτσι, εξακολουθεί να
διακηρύσσει την πίστη του στο χαλιφάτο απ το Κοσσυφοπέδιο, αν και τη χώρα του
την περιγελάει ανοιχτά . Είναι ένας από τους δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που
εγκατέλειψαν τα σπίτια τους για να ενταχθούν στο ισλαμικό κράτος. Τα άτομα αυτά
αποτελούν ένα ιδιαίτερα δυσεπίλυτο και ταχέως αυξανόμενο πρόβλημα για τις
κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Τι πρέπει να γίνει με τους μαχητές που
επιστρέφουν;

Τον
Οκτώβριο του 2018, λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση του Λαντρόβτσι από τη
φυλακή, πήγα στο Obilic,μια πόλη 6.000 ανθρώπων, μεσα στην αιθαλομίχλη που
άφηνε μια μονάδα εξόρυξης άνθρακα . Όταν ρώτησα τον ταξιτζή μου για τους
ντόπιους που έφυγαν για να κανουν τζιχάντ, καταράστηκε τον Λαντρόβτσι ως
“άρρωστο σκυλί”. “Έχασα τη μισή οικογένειά μου στον πόλεμο κατά
των Σέρβων”, είπε. “Δεν μπορείς να βρεις κανέναν σε αυτή τη χώρα που
δεν έχασε κάποιον. Αλλά δεν μας είδατε κι ολας να πηγαίνουμε στη Συρία για να
κόψουμε κεφάλια.”

Ο Λαντρόβτσι ζει στο τέλος ενός λασπωμένου δρόμου μερικές εκατοντάδες μέτρα
μακρια από το εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας, σε μια κατασκευή τούβλων και
μουσαμάδων. Μερικά κοτόπουλα περιδιάβαιναν απ έξω. Βρήκα τον Λαντρόβτσι να
σκύβει πάνω από ένα καροτσάκι. Όταν έμαθε γιατί ήμουν εκεί, μου είπε να μην τον
επισκεφτώ ξανά εκεί. Δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή των γειτόνων του.

Ο Λαντρόβτσι είναι ψηλός και δύστροπος. Το δέρμα του έχει γκρι απόχρωση. Η
μακριά μύτη του καταλήγει σένα λεπτό γενάκι στο πηγούνι του. Ήταν αδιάκοπα
μονολεκτικός. Μόνο τα μάτια του έδειχναν κάποιο συναίσθημα, δύο σκοτεινές
σφαίρες που φτερούγιζαν δύστροπα στις κόγχες τους και που σπάνια αντίκριζαν τα
δικά μου .

Ούτε εκφόβιζε ούτε επέβαλε. Μάλλον, φαινόταν στοιχειωμένος από τις εμπειρίες
του. Στη διάρκεια μισού έτους, συνάντησα τον Λαντρόβτσι τέσσερις φορές και του
μίλησα για σχεδόν δέκα ώρες. Μερικές φορές ο θυμός του εμφανίζονταν ξαφνικά:
“Νιώθω την ανάγκη να σε μαχαιρώσω”, είπε κάποτε. Άλλες φορές, η οργή
του διαλυόταν . Έδειχνε ενδιαφέρον για την άρρωστη μητέρα του ατζέντη μου,
ρωτώντας με κάθε φορά πώς ένιωθε. Αλλά παρέμεινε δύσπιστος και επιφυλακτικός.
Όταν ζήτησα να γνωρίσω τη γυναίκα του, αρνήθηκε. Κάθε φορά που η συζήτησή μας
στρεφόταν σε δυνητικά σοκαρστηκα θέματα, σταματούσε και άφηνε ένα καγχασμό.
“Πόσους ανθρώπους σκότωσες;” καγχασμός. “Κατέχεις ακόμα κανένα όπλο;”
καγχασμός.

Περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας στο σπίτι και εργάζεται το βράδυ ως
φρουρός ασφαλείας στο επείγοντα περιστατικά ενος νοσοκομείου στην Πρίστινα, 10
χιλιόμετρα νότια. Η κυβέρνηση απαγόρευσε στον Λαντρόβτσι να θρησκεύεται στο
τοπικό τζαμί. Στην πρώτη μου επίσκεψη, κάποιοι κάτοικοι του Όμπιλιτς, παγιδευμένοι
ανάμεσα στην περιφρόνηση και το φόβο, έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να με
παραμυθιάσουν ότι ο Λαντρόβτσι δεν επέστρεψε ποτέ (ο ταξιτζής ήταν μια
εξαίρεση).

Ο Λαντρόβτσι θεωρούσε τον εαυτό του ως ξένο σώμα πολύ πριν φύγει για τη Συρία.
Το 1998, κατά την έναρξη του πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο, η γενέτειρά του
Ντρένιτσα, στο κέντρο της χώρας, ήταν μια καυτή περιοχή του Αλβανικού
αυτονομισμού. Μια από τις πρώτες του αναμνήσεις είναι οι κραυγές των Σέρβων
παραστρατιωτικών που εισέβαλαν στην πόλη, συνέλαβαν τους ενήλικες άνδρες και
πυροβόλησαν δεκάδες από αυτούς έξω από το δημοτικό του σχολείο. Ο μεγαλύτερος
αδελφός του, ο Μέντορ, προσπάθησε να κρυφτεί. Αλλά όταν οι Σέρβοι έψαξαν το
σπίτι τους, συνέλαβαν τον Μέντορ και τον χτύπησαν στο κεφάλι. Κρέμασαν το αναίσθητο
σώμα του από την μπροστινή πόρτα και το χτυπούσαν με τους υποκόπανους , καθώς
παρακολουθούσε ο Λαντρόβτσι. Ο Μέντορ δεν έχει περπατήσει από τότε. Σε μια
έξοδο προς την ελευθερία με εκατοντάδες άλλους ανθρώπους, η οικογένεια έφυγε
προς τα νότια. Ταξίδεψαν τη νύχτα μέσα από τα δάση και διέσχισαν ένα ποτάμι
τόσο κρύο, λέει ο Λαντρόβτσι, που “ποτέ δεν έπαψα να το νιώθω στα κόκαλά μου.”
Στο Όμπιλιτς, η οικογένεια σταμάτησε να τρέχει και ξεκίνησε μια νέα ζωή.

Μεγαλώνοντας, η αίσθηση του Λαντρόβτσι για τον εαυτό του ως εσωτερικού πρόσφυγα
σκλήρυνε προς ένα μόνιμο αίσθημα αποξένωσης. Για τους διπλωμάτες και τους
εργαζόμενους στις ΜΚΟ που κατέκλυσαν την Πρίστινα μετά τον πόλεμο, η νεότερη
χώρα της Ευρώπης φαινόταν να είναι μια χώρα ευκαιρίας. Η πρωτεύουσα ευπρεπίστηκε
με νέα υπουργεία, εμπορικά κέντρα και ένα χάλκινο άγαλμα 11 ποδιών του Μπιλ
Κλίντον, σωτήρα των Κοσοβάρων. Αλλά στο Όμπιλιτς, τίποτα δεν άλλαξε. Οι
άνθρωποι έβγαζαν μόλις τα προς το ζην. Τα σπίτια έμειναν άθλια. Η πόλη και τα
περίχωρα της έχουν τα χειρότερα ποσοστά καρκίνου στο Κοσσυφοπέδιο, πιθανότατα
λόγω του καπνού των εργοστασίων. Ο Λαντρόβτσι λέει ότι η μητέρα του ήταν συχνά
άρρωστη. Ο αδελφός του δεν μπορούσε να εργαστεί. Σε ηλικία 12 ετών, η
Λαντρόβτσι έγινε ο μοναδικός τροφοδότης της οικογένειας. Έκανε τις πιο δύσκολες
εργασίες στις οικοδομές και οι φίλοι του λένε ότι μερικές φορές έκλεβε φαγητό.
“Το Όμπιλιτς υποτίθεται ότι θα μας έσωζε”, λέει. “Αλλά αντί για αυτό
ήταν μια κόλαση.”

Στις
αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Ουαχαμπισμός, ενας πουριτανικός κλάδος του
Ισλάμ, που προωθήθηκε από τη Σαουδική Αραβία, εξαπλώθηκε στο Κοσσυφοπέδιο.
Χρήματα από τον Κόλπο πλημμύρισαν το κράτος , χρηματοδοτώντας λαμπερά νέα
τζαμιά με χαλκοσκεπές και διακοσμητικά χρωμίου, τα οποία λάμπουν παρατερα
διπλας στα άθλια ορεινά χωριά. Ιμάμηδες εστάλησαν από τη Μέση Ανατολή για να
επιβλέψουν τους νέους τόπους λατρείας.

Στην πόλη Σκεντεράι, κοντά στο Όμπιλιτς, η φιλανθρωπική οργάνωση η οποία
παρείχε βοήθεια σε ορφανά πολέμου διόρισε έναν συντηρητικό ιερέα. Σύντομα, ο
δήμος αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για ριζοσπαστικές ιδέες. Το Σκεντεράι ήταν μια
από τις πρώτες πόλεις του Κοσσυφοπεδίου όπου κορίτσια μαζικά άρχισαν να φορούν
μαντίλες. Μεταξύ αυτών ήταν και μια 17χρονη η Μιχάνα Μπαλέτι. Το 2010 ο
ξάδερφος της,της γνώρισε τον Λαντρόβτσι και εκανε τις συστάσεις . Μέσα σε τρεις
μήνες, η Μπαλέτι και ο Λαντρόβσκι παντρεύτηκαν.

Εκεινη την εποχη Λαντρόβτσι δεν γνώριζε σχεδόν τίποτα για το Ισλάμ. Η νέα του
σύζυγος ηταν που τον προέτρεψε να βλέπει ριζοσπάστες κληρικούς στο YouTube. Σ
αυτήν την μπερδεμένη κατάσταση , απόηχο του πολέμου στο Ιράκ, πολλοί τέτοιοι
ιεροκήρυκες δημιούργησαν μια αναθεωρητική ερμηνεία του ρόλου της Αμερικής στους
πολέμους του Κοσσυφοπεδίου, υποστηρίζοντας ότι οι Αμερικανοί είχαν μετατρέψει
τη χώρα σε υποτελή τους, αντί να την σώσουν. Ισχυρίστηκαν ότι ο νόμος της σαρία
θα επιλύσει την ανομία και τη γραφειοκρατική δυσλειτουργία του Κοσσυφοπεδίου.
Αντί να γινουν ανεξάρτητοι, ανέφεραν, οι Κοσοβάροι Μουσουλμάνοι είχαν αποκοπεί
από την ιστορική μοίρα τους.

Μέχρι το 2012, ο Λαντρόβτσι είχε αρχίσει να συζητά αυτές τις ιδέες σε
διαδικτυακούς τόπους συνομιλίας με ονόματα όπως η al-Sharia και η al-Jihad. Τα
φόρουμ φάνηκαν να προσφέρουν μια απόδραση από την καθημερινή ζωή και μια
αίσθηση κατεύθυνσης προς ενα στόχο. Ο Λαντρόβτσι και όσοι έπαιρναν μέρος σ
αυτές τις διαδικτυακές συνομιλίες αποκαλούσαν τους εαυτούς τους αδελφούς και
είχαν ελάχιστα κοινά πέρα από την ηλικία τους (οι περισσότεροι ήταν στα 20
τους). Πολλοί ήταν φτωχοί. Πιο λίγοι ήταν ευκατάστατοι. Κάποιοι είχαν ήδη πάει
στη Συρία. άλλοι δεν μπόρεσαν να βρουν τη χώρα σε χάρτη. Φάνηκε να κατανοούν
την αγωνία και το αδιέξοδο του Λαντρόβτσι. Και προσέφεραν μια λύση στο χάλι
του: το Κοράνι.

Οι αδελφοί συναντιόντουσαν επίσης αυτοπροσώπως -στην άκρη ενός πάρκου με φυλλωσιες
στην Πρίστινα. Σε μια από αυτές τις συναντήσεις ξεκίνησε η νέα ζωή του
Λαντρόβτσι. Είχε πάρει το λεωφορείο από το Όμπιλιτς, έχοντας πει μόνο στη
γυναίκα του πού πήγαινε. Οι αδελφοι σχημάτισαν τον δικό τους κλειστό κύκλο .
Κατά τη διάρκεια τουλάχιστον δώδεκα συναντήσεων, η ομάδα συζητούσε θέματα
θρησκευτικής σημασίας με βάση διδασκαλίες που μισό θυμούνταν από τα διαδικτυακά
κηρύγματα που έβλεπαν . Αλλά ήταν η Συρία που κατανάλωνε το μεγαλύτερο μέρος
της συζήτησής τους. Η σύγκρουση στην Συρια προκαλούσε βαθιά ερωτήματα. Πώς θα
ήταν ένα κράτος στο πρότυπα του Αλλάχ; Γιατί η Δύση ήρθε στο Κοσσυφοπέδιο και
το Ιράκ, αλλά όχι στη Συρία;

Για μήνες, ο Λαντρόβτσι ζούσε μια δεύτερη ζωή. Μέχρι το καλοκαίρι του 2013,
πέντε από την ομάδα είχαν φύγει αναζητώντας απαντήσεις. Τα βίντεο που έστειλαν
από τη Συρία τους έδειχναν να εξουσιάζουν τον κόσμο. Μετέφεραν πολυβόλα και
διέταζαν υπάκουους ανθρώπους σε αυτήν την μακρινή χώρα. Τον Οκτώβριο του 2013,
ο Λαντρόβτσι είπε στη σύζυγό του ότι φεύγει για τη Συρία για να χτίσει μια
καλύτερη ζωή και για τους δύο.

Ο Λαντρόβτσι είναι αινιγματικός για το ποιος οργάνωσε το ταξίδι του στη Μέση
Ανατολή: Μιλά για έναν Αλβανό με ένα γιο, ονόματι Μοχάμεντ που ζει στην
Ελβετία. Ο επικεφαλής των αντιτρομοκρατικών υπηρεσιών του Κοσσυφοπεδίου, Φάτος
Μακόλι, είχε περάσει έξι χρόνια για να αναπαραστήσει τα δίκτυα που διοχέτευαν
Κοσοβάρους στη Συρία και το Ιράκ. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εμπρηστικοί ιμάμηδες
της πυροδότησαν την δαδα για τζιχάντ. Μια σειρά πυρήνων που συνδέονται με την
Αλ Κάιντα λειτουργούσαν παράλληλα με αυτούς . Αυτά τα άτομα συχνά λάμβαναν
χρηματοδότηση από τη Σαουδική Αραβία. Στρατολόγοι μέσα σε αυτά τους πυρήνες
διάλεγαν τους πιο θυμωμένους άνδρες, που πίστευαν ότι θα υπάκουαν στις εντολές.
“Ήταν σαφές ότι ενδιαφέρονταν όχι για ευσεβείς μουσουλμάνους, αλλά για
ευεπηρέαστους”, μου είπε ο Μακόλι. Πολλοί από αυτούς τους άνδρες είπαν
στους γονείς τους ότι πήγαιναν στη Γερμανία για να αναζητήσουν δουλειά. Αντ’
αυτού, αγόρασαν αεροπορικά εισιτήρια για την Τουρκία.

Στο συριακά σύνορα , οι Κοσοβάροι βρέθηκαν υπό τη διοίκηση του Λάβντριμ
Μουχατζέρι, γνωστού ως Εμίρη των Αλβανών. Ο Μουχατζέρι ηταν πρώην εργολάβος των
αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν και ένας πληθωρικός τύπος που ξεχείλιζε
αυταρχισμό. . Ο Λαντρόβτσι τον περιέγραψε ως “άνθρωπο που ήξερε πώς να
διοικεί άλλους άνδρες”. Οργάνωνε τα στρατεύματά του σαν μαφία, αλλά ο
ίδιος δεν πολεμούσε ποτέ , περνώντας μεγάλο μέρος του χρόνου του διοικώντας μια
προστατευμένη περιοχή κοντά στο Χαλέπι και φυλακίζοντας όποιον του εναντιώνονταν
.

Η ίδια αυτή αντιφατική βιογραφία του Μουχατζέρι – που απο όργανο της
αμερικανικής επιβολής μετατράπηκε σε τζιχαντιστή- ενσωμάτωνε την διεστραμμένη
πολιτική ταυτότητα του αναδυόμενου ισλαμικού κράτους. Ο Μουχατζέρι ένωσε τους
Αλβανούς εκπρόσωπους από όλα τα Βαλκάνια υπό τη διοίκησή του. Κάθε βδομάδα
έτρωγαν, κοιμόντουσαν, πολεμούσαν και προσευχόντουσαν μαζί. Ωστόσο, ο
Λαντρόβτσι περιφρονούσε την κοινή τους εθνικότητα. “Ολη μας τη ζωή ήμασταν
αναγκασμένοι να είμαστε περήφανοι για αυτό το πράγμα”, είπε για την
αλβανική του ταυτότητα. Μίλησε περιφρονητικά για το Κοσσυφοπέδιο ως “χώρα
των άπιστων”.

Υπάρχει ένα προπαγανδιστικό βίντεο με τίτλο “Η κλαγγή των Σπαθιών”
που δείχνει μια ομάδα μαχητών των Βαλκανίων έξω από το Χαλέπι. Κρατούν ξίφη και
μαύρες σημαίες. Η εικόνα παγώνει πάνω σε μια στοίβα από διαβατήρια,τα οποία
είναι στοιβαγμένα σε μια άκρη . “Αυτά τα διαβατήρια είναι οι τύραννοι
σας”, έλεγε ο Μουχατζέρι στο μικρόφωνο, καθώς οι εθνικές ταυτότητές τους –
Αλβανικές, Μακεδονικές, Κοσοβάρικες, Μαυροβούνιες, Βοσνιακές – καίγονταν.
“Είμαστε τώρα μουσουλμάνοι! Το χαλιφάτο είναι η χώρα σας τώρα!”

Όπως
σε πολλούς Ευρωπαίους μαχητές χορηγήθηκε άδεια στον Λαντρόβτσι να φυγει από τη
Συρία για έναν μόνο λόγο: για να φέρει πίσω τη γυναίκα του.Η Μπαλέτι ήθελε πάντα
να ακολουθήσει τον Λαντρόβτσι. Τον Ιανουάριο του 2014 ο Λαντρόβτσι επέστρεψε
στο Ομπίλιτς, όπου παρέμεινε για αρκετές εβδομάδες. Ο Μακόλι, που άκουσε για
την επιστροφή του Λαντρόβτσι, έστειλε πράκτορες για να τον ανακρίνουν.
“Γνωρίζουμε ότι ήσασταν στη Συρία”, του είπε ένας. Ένας εκτοξευτής
χειροβομβίδων ανακαλύφθηκε στο σπίτι του. “Ήταν ένα παλιό γιουγκοσλαβικό όπλο
που είχα ακόμα και πριν από τη Συρία”, διαμαρτυρήθηκε ο Λαντρόβτσι.
Κρατήθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα και αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση, αλλά
δεν εμφανίστηκε για την ακροαματική διαδικασία του, δύο ημέρες αργότερα. Μέχρι
τότε είχε επιστρέψει στη Συρία με τη σύζυγό του. “Ο Φιτίμ Λαντρόβτσι δεν
έπρεπε να είχε απελευθερωθεί”, αναφέρει ο Μακόλι, ο οποίος κατηγορεί τη
δυσλειτουργική γραφειοκρατία του Κοσσυφοπεδίου για παρεμπόδιση των
αντιτρομοκρατικών προσπαθειών του.

Η Μπαλέτι έμεινε στο Μανμπίτζ, μια πόλη στη βόρεια Συρία που χρησίμευε ως
κατάλυμα για τις Αλβανίδες, οι σύζυγοι των οποίων πολεμούσαν μπροστά. Στα τέλη
Μαΐου του 2014, η μονάδα του Λαντρόβτσι διατάχθηκε να βοηθήσει στην κατάληψη
της Deir ez-Zor, μιας πλούσιας σε πετρέλαιο επαρχίας στα σύνορα μεταξύ Συρίας
και Ιράκ. Η καταληψη της θα ενοποιούσε τα εδάφη που βρίσκονται στην κατοχή του
IS στις δυο χώρες.

Σε μια χαρτοπετσέτα, ο Λαντρόβτσι σκιαγράφησε για μένα το σχέδιο επίθεσης στην
Αμπού Χαμάμ, μια σκονισμένη τσιμεντένια πόλη στην ανατολική όχθη του Ευφράτη.
Οι κάτοικοι της πόλης, οι φυλές που ονομάζονται al-Shaitat, είχαν ενισχυθεί από
Ιρανούς παραστρατιωτικούς. Η ομάδα του Λαντρόβτσι συμμετείχε σε τριμερή
επίθεση.

Ο Λαντρόβτσι κατευθύνθηκε προς τα σύνορα με ένα στόλο απο τζιπ και ανοιχτά
φορτηγά . Άνθρωποι κουρέλια, όλοι εκτοπισμένοι στέκονταν αποσβολωμένοι στα ακρα
των δρομων καθώς περνούσε η φάλαγγα. Η πολη Αμπού Χαμάμ ήταν εξαιρετικά ήσυχη
όταν έφτασαν οι Αλβανοί, εκτός μερικών αδέσποτων σκύλων , που πυροβολήθηκαν . Η
πόλη είχε αλλάξει χέρια πολλές φορές κατά τη διάρκεια του πολέμου και μισο
καμενα αυτοκίνητα κείτονταν στην άκρη των δρόμων . Αλλά καθώς οι Αλβανοί
προχωρούσαν , δέχτηκαν ένα χαλάζι από σφαίρες ελεύθερων σκοπευτών . Εξαπλώθηκαν
σε μικρές ομάδες , μετακινούμενοι από σπίτι σε σπίτι για να ξεκάνουν τους
αμυνόμενους . Καθώς η ομάδα του Λαντρόβτσι έμπαινε σε ένα από αυτά τα σπίτια,
δύο άνδρες πάνω σε μοτοσικλέτες άνοιξαν πυρ εναντίον τους με πολυβόλα. Οι
Αλβανοί έσπευσαν μέσα και βρήκαν καταφύγιο σε εναν πέτρινο φούρνο, στο δεύτερο
όροφο. Ο ασυρματος τους , είχε μείνει από μπαταρία και έτσι δεν μπορούσαν να
καλέσουν για βοήθεια. Για ώρες, κάθονταν στο πάτωμα φωνάζοντας προς τους
συντρόφους τους χωρίς αποτέλεσμα. “Ήταν η μόνη φορά στον πόλεμο που ένιωσα
ότι είχα τελειώσει”, λέει ο Λαντρόβτσι. Μόνο αργότερα έμαθε ότι οι άλλες
μονάδες είχαν σκοτωθεί ή διαφύγει.

Παγωμένος μέσα στο σπίτι, χωρίς να τολμά να κουνηθεί, ο Λαντρόβτσι μπορούσε να
δει ένα κοπάδι πρόβατα να βόσκουν σ αυτήν τη γη του κανενός. Για μια στιγμή,
φαντάστηκε ότι ήταν πίσω στο Όμπιλιτς, μια πόλη γεμάτη πρόβατα. Ο εξοστρακισμός
μιας σφαίρας ενός ελεύθερου σκοπευτή τον ξύπνησε από την αναπόληση του του. Ο πυροβολισμός
δεν τον πέτυχε, αλλά κλώτσησε ένα κομμάτι τούβλο που τρύπησε το δεξί του χέρι.
Ο Λαντρόβτσι αιμορραγούσε τόσο πολύ που νόμιζε ότι μπορεί να πεθάνει.
Προσφέρθηκε να δραπετευσει προς τους διοικητές, στα περίχωρα της πόλης και να
ζητήσει τους στείλουν ένα τανκ για να τραβήξει τα πυρά του εχθρού. Οι φίλοι του
έριξαν μαξιλάρια στο έδαφος για να μετριάσουν την προσγείωσή του. Ο Λαντρόβτσι
πήδηξε από ένα παράθυρο και έπεσε κάτω , κυνηγημένος από πυρά τουφεκιών που
σφύριζαν γυρω του από όλες τις πλευρές. Κατάφερε να πείσει τους διοικητές του
,να αποστείλουν ένα τανκ και οι συνάδελφοί του στρατιώτες διασώθηκαν.

Η Αμπού Χαμάμ καταλείφθηκε την επόμενη ημέρα και οι υπόλοιποι κάτοικοι της
πόλης συνελήφθησαν . Ο Μουχατζέρι βρήκε έναν φύλαρχο οποίος, υπό εξαναγκασμό,
παραδέχτηκε ότι σκότωσε δύο Αλβανούς με εκτοξευτή χειροβομβίδων. Έδεσε τον
αιχμάλωτο σε ένα τηλεγραφικό στύλο και απευθύνθηκε σε έναν κάμεραμαν σε σπαστά
αραβικα : “Αυτός ο άνθρωπος σκότωσε δύο στρατιώτες του Ισλαμικού Κράτους
με ρουκέτα. Δόξα στον Αλλάχ!” Στη συνέχεια υποχώρησε 50 γιάρδες, πηρε ένα όλμο
και αφάνισε τον αιχμάλωτο. Περίπου ένα μήνα αργότερα, ο Abu Bakr al-Baghdadi, ο
ηγέτης του Ισλαμικού Κράτους, διακήρυξε τη δημιουργία του χαλιφάτου.

Όταν ρώτησα τον Λαντρόβτσι πώς ήταν να οδηγεί στην εξορία ανθρώπους που δεν
μπορούσε να καταλάβει από εδάφη μάλιστα για τα οποία δεν ήξερε πολλά, με
διόρθωσε. Δεν εξόριζε αυτούς τους ανθρώπους, είπε. Τους
“απελευθέρωνε”.

Τον
Αύγουστο του 2014, ο Kosoov TV μετέδωσε μια συνέντευξη με μια γυναίκα ονόματι Pranvera
Zena, η οποία είπε ότι ο σύζυγός της και ο οκτάχρονος γιος της Erion είχαν πάει
ένα ταξίδι για σαββατοκύριακο και δεν είχαν επιστρέψει ποτέ. Στη συνέχεια, η
Zena έλαβε ένα μήνυμα από τον σύζυγό της ,που έλεγε ότι είχε ενταχθεί στο IS
και ο Erion ήταν στη Συρία. Λυγίζοντας, η Zena έδειξε φωτογραφίες του Erion να
γονατίζει μπροστά από το μαύρο πανό του IS. Η κυβέρνηση του Κοσσυφοπεδίου,
ανέφερε, δεν κατάφερε να τη βοηθήσει. Ζήτησε από άλλους Κοσοβάρους στην IS να
φέρουν τον Έριον πίσω στην πατρίδα.

Περίπου την ίδια περίοδο ο Λαντρόβτσι είχε παρατηρήσει ένα νεαρό αγόρι απ την
Αλβανια να ζει σε ενα στρατιωτικό στρατόπεδο κοντά στη Ράκκα, πρωτεύουσα του
χαλιφάτου. Είχε μάθει ότι ο πατέρας του πολεμούσε στην πρώτη γραμμή του Ιράκ
κοντά στη Μοσούλη. Ο Λαντρόβτσι ανησυχούσε γι’ αυτόν – είχε χάσει και αυτός το
σπίτι του ως μικρό παιδί. Δημιουργήθηκε μια σχέση μεταξύ του σκληρού μαχητή και
του Έριον, που ήταν ένα “ήσυχο και φοβισμένο” αγόρι. Στις αρχές του
φθινοπώρου, ο Λαντρόβτσι άρχισε να πηγαίνει τον Έριον σε ίντερνετ καφέ με τη
μηχανή του μια φορά την εβδομάδα, ώστε το αγόρι να μπορεί να μιλήσει στη μητέρα
του μέσω Skype. Σύντομα, ο Λαντρόβτσι προσέγγισε το θείο του Erion με μια
απαίτηση: Με αντάλλαγμα 11.000 δολάρια και ασυλία από κάθε πιθανή δίωξη του , θα
επαναπατρίζε τον Έριον.

Είναι πιθανό ο Λαντρόβτσι απλά να είχε κουραστεί από τον πόλεμο. Αλλά μπορεί να
υπήρχε ένας πιο σοβαρός λόγος για να ήθελε να φύγει. Ο Muhaxheri είχε γίνει όλο
και πιο μανιακός, βιντεοσκοπώντας τον εαυτό του να εκτελεί στρατιώτες που
κατηγορούνται για κατασκοπεία. Ο Λαντρόβτσι μάλιστα ελέγχθηκε για την αφοσίωση
των Αλβανών νεοσύλλεκτων του και βασανίστηκε επειδή αμφισβήτησε την εξουσία
του. Όταν ρώτησα τον Λαντρόβτσι για τη σχέση του με τον Μουχατζέρι, αυτός απλά
κακάρισε .

Ο Έριον προσέφερε στον Λαντρόβτσι μια διέξοδο. Η τύχη του αγοριού είχε γίνει
αιτία δημόσιας διένεξης στο Κοσσυφοπέδιο και η κυβέρνηση ήταν υπό πίεση για να
τον σώσει. Ο πρωθυπουργός ενέκρινε ένα σχέδιο που θα έδινε ασυλία στον
Λαντρόβτσι με αντάλλαγμα την “ανθρωπιστική πράξη” της επιστροφής του
Έριον. Η επιχείρηση ήταν επικίνδυνη. Οι αρχές έπρεπε να συντονιστούν με την
τουρκική κυβέρνηση για να βγάλουν τον Λαντρόβτσι, τη σύζυγό του και το αγόρι
από εχθρικά εδάφη. Ο Λαντρόβτσι τους μετέφερε λαθραία από τη Συρία, σε δρόμους
γεμάτους πρόσφυγες, τους “πιο δυστυχισμένους ανθρώπους” που είχε δει
ποτέ ο Λαντρόβτσι. Το τρίο κατευθύνθηκε στο Γκαζιαντέπ, μια πόλη στην Τουρκία,
όπου περίμεναν μέσα σε μια παράνοια εναντίον όλων . Μετά από πέντε ημέρες, οι
υπηρεσίες ασφαλείας του Κοσσυφοπεδίου τους απομάκρυναν από το ξενοδοχείο τους
και τους έβαλαν σε μια εμπορική πτήση. Δύο μυστικοί αστυνομικοί κάθισαν δίπλα
τους κατά τη διάρκεια της πτήσης.

Ο τερματικός σταθμός στην Πρίστινα ήταν ένα συνονθύλευμα αστυνομίας και
δημοσιογράφων. Καθώς ο Έριον βγήκε από το αεροπλάνο, η μητέρα του έτρεξε προς
το μέρος του για να τον αγκαλιάσει. Ενώ οι κάμερες που αναβόσβηναν
επικεντρώνονταν στην ευτυχισμένη επανένωση, οι υπηρεσίες ασφαλείας απομάκρυναν
αθόρυβα τον Λαντρόβτσι και τη σύζυγό του.

Η οικογένεια του Έριον λέει ότι δεν φέρνει βαρέως το γεγονός οτι ο Λαντρόβτσι
τους εκβίασε. “Ικετεύσαμε όσους Αλβανούς μπορούσαμε στη Συρία να φέρουμε
πίσω τον Έριον”, μου είπε ο Suad Sadullahi, ξάδερφος του Erion. “Ρωτήσαμε
ακόμα και τον Lavdrim Muhaxheri. Ο Φιτίμ [Λαντρόβτσι] ήταν ο μόνος που
συμφώνησε.” Δύο εβδομάδες μετά την επιστροφή του Έριον, ο Σαντουλάχι ταξίδεψε
στο Ομπίλιτς για να δώσει στον Λαντρόβτσι τα χρήματα που υποσχέθηκε. Όταν
συναντήθηκαν, ο Sadullahi άρχισε να καταλαβαίνει γιατί ο Λαντρόβτσι είχε
στραφεί στη τζιχάντ. “Μπήκα σε αυτό το σπίτι, έριξα μια ματιά σε αυτή την
οικογένεια – την απίστευτη φτώχεια αυτής της οικογένειας – και θυμάμαι να
σκέφτομαι: Οι λόγοι του Φιτίμ για ένταξη στο Ισλαμικό Κράτος δεν είχαν καμία
σχέση με το Ισλάμ.”

Μέσα σε λίγες ημέρες από την αποσκίρτηση του Λαντρόβτσι, η IS εξέδωσε επικήρυξη
για το κεφάλι του. Μια ομάδα υποστηρικτών του IS τον στρίμωξαν στο δρόμο και
έπρεπε να τραβήξει πιστόλι για να τους διαλύσει. Έξι εβδομάδες μετά την
επιστροφή του, ξύπνησε από τη μητέρα του από τον απογευματινό του ύπνο. Σαράντα
αστυνομικοί είχαν περικυκλώσει το σπίτι. Είχαν έρθει για να τον πάνε φυλακή.

Ο
Λαντρόβτσι πιστεύει ότι οι αρχές του Κοσσυφοπεδίου υπαναχώρησαν από τη συμφωνία
να μην τον διώξουν ποινικά. Οι υπηρεσίες ασφαλείας λένε μια διαφορετική
ιστορία. Μόλις επέστρεψε ο Λαντρόβτσι, λέει ο Makolli, άρχισε να πλημμυρίζει το
Facebook με υπενθυμίσεις για τα χρόνια του του στο IS, συμπεριλαμβανομένων
βίντεο από αποκεφαλισμούς και πανηγυρικούς προς τον χαλίφη. Ο Λαντρόβτσι δεν το
αρνείται αυτό, αλλά λέει ότι η ζωή πίσω στο Όμπιλιτς ήταν δυστυχισμένη. Έχασε
τον ενθουσιασμό και την αλληλεγγύη του Ισλαμικού Κράτους. Οι περισσότεροι φίλοι
του είχαν εξασφαλίσει βίζα της ΕΕ και έφυγαν από την πόλη αναζητώντας μια
καλύτερη ζωή. Εκείνοι που παρέμειναν τον φόβιζαν . Τον ήθελαν νεκρό. Ο
Λαντρόβτσι δεν θα το παραδεχόταν ποτέ , αλλά είναι πιθανό σκόπιμα να σχεδίασε
τη σύλληψή του. Η φυλακή ήταν το ασφαλέστερο μέρος γι’ αυτόν.

Κατά τη διάρκεια των τριών ετών της φυλάκισής του, ο Λαντρόβσκι πλησίασε
ριζοσπαστικούς κρατούμενους που ήθελαν να υπηρετήσουν το χαλιφάτο στην Ευρώπη.
Συναντήθηκε με συνωμότες που συμμετείχαν σε τελικά άκαρπες συνωμοσίες για να
δηλητηριάσουν την παροχή νερού της Πρίστινα και να στήσουν μια ενέδρα σε
επισκεπτόμενη ισραηλινή ποδοσφαιρική ομάδα. Παρακολουθούσε ειδήσεις από τη
Συρία και θρηνούσε, έναν προς έναν, καθώς κάθε Αλβανός που γνώριζε σκοτώθηκε σε
αεροπορικές επιθέσεις. Ανακάλυψε επίσης ότι η γυναίκα του γέννησε το γιο τους.

Είχε και διαφορετικούς επισκέπτες. Άτομα από ξένες πρεσβείες τον ανέκριναν για
τρομοκρατικά δίκτυα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Γιατί χρησιμοποιήθηκαν τουφέκια από
τα Βαλκάνια στη σφαγή του Μπατακλάν στο Παρίσι το Νοέμβριο του 2015; Γιατί οι
Αλβανοί τζιχαντιστές διέσχισαν την Αδριατική για να συναντηθούν με Ιταλούς
γκάνγκστερ; Ο Λαντρόβτσι, σιδηροδέσμιος φορώντας τα πορτοκαλί της φυλακής,
αντέδρασε βίαια . “Ο γιος μου θα γίνει ένας εξαιρετικός βομβιστής
αυτοκτονίας”, είπε σε έναν διπλωμάτη. Ωστόσο, αν και ο ίδιος διαφωνεί, ο
Λαντρόβτσι θεωρείται ευρέως ως πληροφοριοδότης των υπηρεσιών ασφαλείας του
Κοσσυφοπεδίου. “Πώς αλλιώς βγήκε έξω μετά από μόλις τρία χρόνια;”
ανέφερε αξιωματούχος του Κοσσυφοπεδίου.

Οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του καλύτερου τρόπου
διαχείρισης των τζιχαντιστών που επιστρέφουν, όπως ο Λαντρόβτσι. Οι διοικήσεις
στη Μέση Ανατολή δεν έχουν τους πόρους για να τους φροντίσουν. Οι χώρες
καταγωγής τους έχουν υιοθετήσει διαφορετικές προσεγγίσεις. Η Αλβανία έχει
φυλακίσει μόνο τους στρατολόγους. Η Σουηδία δεν έχει διώξει σχεδόν κανέναν. Η
Αμερική φαίνεται να επαναπατρίζει τους μαχητές του IS μονον όταν υπάρχουν
αρκετά στοιχεία για να τους ενοχοποιήσει κατά την άφιξή τους.

Ο αγώνας κατά της Αλ Κάιντα είναι ένα παράδειγμα προς σύγκριση. Τα μέλη της Αλ
Κάιντα ήταν γενικά νέοι, μορφωμένοι άνδρες Αραβικής καταγωγής στα 20 τους. Η
Γαλλία, η Γερμανία και η Ισπανία δημιούργησαν νομικούς μηχανισμούς που
επέτρεπαν τη φυλάκιση όσων συμμετείχαν στον σχεδιασμό μιας επίθεσης. Η
νομοθεσία που ψηφίστηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου επέτρεπε στους υπαίτιους για
τρομοκρατία να φυλακίζονται για 15 χρόνια ή περισσότερα – αρκετά μεγάλο χρονικό
διάστημα,ώστε το μόνο που σκεφτόντουσαν μετά, ήταν να επιστρέψουν στην κοινωνία
μια σκέψη που έρχεται στην μέση ηλικία.

Αλλά το IS δεν είναι αλ-Κάιντα. Στα καλύτερα της , η IS είχε 40.000 μαχητές από
80 διαφορετικές χώρες. Σε αντίθεση με τους πολεμιστές της αλ-Κάιντα, αυτοι του IS δεν
έχουν όλοι τα ίδια χαρακτηριστικά . Συνήθως, δεν υπάρχουν στοιχεία που να τους
συνδέουν με συγκεκριμένες τρομοκρατικές ενέργειες έναντιον των πατρίδων τους. Ο
μόνος λόγος για τον οποίο μπορούν να ασκηθούν διώξεις είναι για την συμμετοχή
του σε τρομοκρατική οργάνωση. Ωστόσο, αυτό είναι δύσκολο να αποδειχθεί. “Αν δεν
έχεις αυτούς τους ανθρώπους σε βίντεο να διαπράττουν αγριότητες ,μένεις μόνο με
αλληλο κατηγορίες και καρφώματα ”, λέει ο Peter Neumann, καθηγητής μελετών
ασφαλείας στο King’s College London. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αυτό
το έγκλημα δεν έχει αυστηρές ποινές . Ήδη περισσότερα μέλη του IS σε σχεση με
τα μέλη της αλ-Κάιντα έχουν αφεθεί ελεύθεροι – και πολλοί είναι ακόμα νέοι και
πιο θυμωμένοι από ό,τι όταν μπήκαν φυλακή . Περισσότερα από 400 άτομα, τα οποία
σήμερα έχουν χαρακτηριστεί “ριζοσπαστικά” από το γαλλικό σωφρονιστικό
σύστημα, θα απελευθερωθούν πριν από το τέλος του έτους. Το IS έβαλε όλους
αυτούς τους ανθρώπους στην τροχιά της τζιχάντ”, λέει ο Neumann. “Τους έχει
εκβαρβαρίσει , τους έχει διασυνδέσει μεταξύ τους , τους έχει δώσει
συγκεκριμένες δεξιότητες. Σε δέκα χρόνια, ακόμα και στην επόμενη γενιά, αυτή η
τεράστια δεξαμενή ανθρώπων μπορεί να ενεργοποιηθεί εκ νέου, είτε από την IS
είτε από κάποια νέα τζιχαντιστική διεθνή .

Υπάρχουν
σε γενικές γραμμές δύο θεωρίες για τον τρόπο αντιμετώπισης των τζιχαντιστών που
επιστρέφουν. Η πρώτη -η απο -ριζοσπαστικοποίηση- επικεντρώνεται στην
αμφισβήτηση της κοσμοθεωρίας τους. Μετανοημένοι ριζοσπάστες επισκέπτονται
κρατούμενους για να τους πείσουν να απαρνηθούν τις πεποιθήσεις τους. Μόλις
απελευθερωθούν, στους πρώην κατάδικους δίνεται δουλειά για την επανένταξή τους
στην κοινωνία. Η άλλη στρατηγική -της απαγκίστρωσης – βασίζεται στην υπόθεση
ότι τα συστήματα πεποιθήσεων ενδέχεται να μην αλλάξουν ποτέ. Αντιθέτως,
επικεντρώνεται στο να πείσει άνδρες όπως ο Λαδόβτσι ότι οι τακτικές τους είναι
απλά μάταιες. Πρώην μέλη του IS ενδέχεται να να εκθετουν τις ακραίες απόψεις
τους . Αλλά θέτοντάς τους υπό συνεχή παρακολούθηση και αποκόπτοντας τους
δεσμούς τους με άλλους εξτρεμιστές, οι σχεδιασμοί απαγκίστρωσης, προσπαθούν να
τους στερήσουν την ικανότητα να υλοποιήσουν τις προθέσεις τους.

Όταν πρωτογνώρισα τον Λαντρόβτσι, ήταν μερικές εβδομάδες στη διαδικασία
απαγκίστρωσης. Οι μυστικοί αξιωματικοί τον παρακολουθούσαν όλο το
εικοσιτετράωρο και του είχε απαγορευτεί να συνομιλα με τις παλιές επαφές του.
Ωστόσο, μου είπε ότι μπορούσε να αποκτήσει οπλισμό και μου είπε ότι είχε
ξαναμπεί στους ιστοτοπους συζήτησής , εκεί όπου είχε συναντήσει για πρώτη φορά
τους αδελφούς του . Επίσης μου είπε, οτι η σύζυγός του δεν είχε φυλακιστεί,
ακόμα και όταν ομολόγησε ότι έγραψε στον αρχηγό του IS και προσφέρθηκε να γίνει
βομβίστρια αυτοκτονίας στο Κοσσυφοπέδιο.

Έξι μήνες αργότερα, όταν επέστρεψα στο Όμπιλιτς, ο Λαντρόβτσι ήταν πολύ
διαφορετικός. Με πλησίασε και δήλωσε, “Δεν είμαι οπλισμένος! Μην
ανησυχείς!” Δεν είχε πλέον τύψεις να μου σφίξει το χέρι και δεν είχε αντίρρηση
για τσιγάρο ή να παίζει μουσική στο παρασκήνιο. Ακόμα και τα μάτια του είχαν
χάσει την περισσότερη απ την παράνοια τους.

Ακόμα όμως συμπεριφερόταν περίεργα. Είχε αποκτήσει τη συνήθεια να σκοτώνει
αδέσποτα σκυλιά με πέτρες. Όταν έπαιζε ποδόσφαιρο, μερικές φορές ενθάρρυνε τους
συμπαίκτες του να του δώσουν πάσα τραβώντας ένα πιστόλι από τη ζώνη του (οι
φίλοι του επιμένουν ότι αυτό ήταν μόνο ένα αστείο).

Μερικοί από τους κατοίκους της πόλης φαίνεται άρχισαν να τον συμπαθούν Οι
περισσότεροι άνθρωποι με τους οποίους μίλησα ήθελαν να φύγουν από το Όμπιλιτς.
Ο Λαντρόβτσι είχε πάει στη Συρία για να γινει κάτι ο ίδιος, είπε ένας.
Συγχωρέθηκε για εκείνες τις φιλοδοξίες του, όπως εκείνοι που είχαν πάει στη
δυτική Ευρώπη αναζητώντας δουλειά, και επίσης τον θαύμαζαν που έφερε τον Έριον
σπίτι του. Η κοινότητα στάθηκε στο πλευρό του , παρακολουθώντας τους δρόμους
για οχήματα με κυβερνητικές πινακίδες ή για άγνωστους άνδρες με γενειάδες.
Καθώς περπατούσαμε στον κεντρικό δρόμο, ένα αυτοκίνητο κόρναρε στο Λαντρόβτσι.
Αυτός σημάδεψε με τον δείκτη του στον ουρανό με έναν χαιρετισμό όπως έκανε το
IS. Ο οδηγός ανταπάντησε. Η απαγκίστρωση του ,τον έχει μετατρέψει σε ένα είδος
διασημότητας και ο Λαντρόβτσι το γούσταρε . Όταν τον ρώτησα ξανά αν έχει μετανιώσει,
ψιθύρισε, “Το χαλιφάτο δεν έχει τελειώσει ακόμα!”

Οι υπηρεσίες ασφαλείας αγωνίζονται να κατανοήσουν τις παραδοξότητες ενός
ανθρώπου που επιτέλους άραξε στην πατρίδα του, παρ όλου που λαχταρά να
επιστρέψει στη Συρία. ” Αν Πιστεύω ότι η νοσταλγία του για το Ισλαμικό
Κράτος είναι γνήσια; Όχι”, λέει ο Makolli. “Αλλά αν πιστεύω ότι ο Φιτίμ
[Λαντρόβτσι] είναι επικίνδυνος; Ναι.” (Μετά την τελευταία μας συνάντηση, ο
Λαντρόβτσι τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό.)

Στην τελευταία μου επίσκεψη στο Όμπιλιτς, καλώ στο τηλέφωνο τον Λαντρόβτσι.
Αντ’ αυτού, είναι η γυναίκα του που σηκώνει το τηλέφωνο. “Ξέρω ποιος
είσαι”, μου λέει. “Ξέρω για τις συναντήσεις σου με τον Φιτίμ. Και
ορκίζομαι ότι αν επικοινωνήσεις μαζί του ξανα , μα τον Αλλάχ δεν θα περπατήσεις
ποτέ ξανά.”

Ο
Alexander Clapp είναι δημοσιογράφος με έδρα την Αθήνα

Μετάφραση από αγγλικά: Wan Wert

σχετικά άρθρα