Weather Icon
Γεωοικονομία , Ρωσία 1 Ιουνίου 2015

«Μήλον της Εριδος» 6 χώρες της πρώην ΕΣΣΔ

«Μήλον της Εριδος» 6 χώρες της πρώην ΕΣΣΔ
ΡΟΥΜΠΙΝΑ ΣΠΑΘΗ

Η ελληνική διάσταση που προσέλαβε η τέταρτη σύνοδος κορυφής της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης με τη μετάβαση του Ελληνα πρωθυπουργού στη Ρίγα της Λεττονίας αναπόφευκτα επισκίασε το περιεχόμενό της: τη σχέση της Ε.Ε. με έξι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης (Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Γεωργία, Λευκορωσία, Μολδαβία και Ουκρανία).
Εν ολίγοις, τη σχέση της Ευρώπης με έξι χώρες προερχόμενες από τη σφαίρα επιρροής της Μόσχας, η οποία εξακολουθεί να τις διεκδικεί μέσω της Ευρασιατικής Οικονομικής Ενωσης, δηλαδή του ρωσικού αντίβαρου στην Ε.Ε.

Ωστόσο, πέραν του δανείου, ύψους 1,8 δισ. ευρώ της Ε.Ε. στην Ουκρανία και των 200 εκατ. ευρώ που θα διαθέσει η Ε.Ε. για τις έξι χώρες, τα αποτελέσματα από τη σύνοδο ήταν περιορισμένα.

Ετσι, μπορεί τρεις από αυτές (Ουκρανία, Γεωργία, Μολδαβία) να έχουν υπογράψει συμφωνίες σύνδεσης με την Ε.Ε. στη διάρκεια του περασμένου έτους, δύο άλλες, όμως, και συγκεκριμένα η Λευκορωσία και η Αρμενία, έχουν προσχωρήσει στην Ευρασιατική Οικονομική Ενωση, που τυπικά υφίσταται εδώ και ένα χρόνο με τη σχετική συμφωνία Ρωσίας, Λευκορωσίας και Καζαχστάν. Οι τρεις χώρες, πλούσιες σε πρώτες ύλες, αντιπροσωπεύουν ένα άθροισμα οικονομιών ύψους 2,7 τρισ. δολαρίων για ένα άθροισμα πληθυσμών που φθάνει τα 170 εκατ. άτομα. Ανασταλτικός παράγοντας στην περαιτέρω προσέγγιση ορισμένων εκ των χωρών αυτών με την Ευρώπη είναι σαφώς ώς ένα βαθμό η επώδυνη τροπή που πήρε για την Ουκρανία η προσέγγισή της με την Ευρώπη, καθώς το εναρκτήριο λάκτισμα για τον εμφύλιο δόθηκε στην αμέσως προηγούμενη σύνοδο στο Βίλνιους της Λιθουανίας, τον Νοέμβριο του 2013, όταν ο τότε πρόεδρος της Ουκρανίας, Βίκτορ Γιανουκόβις, αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία σύνδεσης.

Παραμένει αμφίβολο το αν έχουν επωφεληθεί οι οικονομίες όσων χωρών έχουν προσχωρήσει στην Ευρασιατική Οικονομική Ενωση. Σύμφωνα με τη ρωσική εφημερίδα Kommersant, η Οικονομική Επιτροπή της ανέφερε πέρυσι μείωση κατά 13% των μεταξύ τους εμπορικών συναλλαγών. Η Αρμενία, όμως, πέραν των όποιων κινήτρων αμυντικής φύσης εξαιτίας της μόνιμης διένεξής της με το Αζερμπαϊτζάν για τον διαφιλονικούμενο θύλακο του Ναγκόρνο Καραμπάχ, έχει παράλληλα και κίνητρα οικονομικής φύσης. Εχοντας γνωρίσει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 12% από το 2000 έως και το 2007, δέχθηκε καίριο πλήγμα από την παγκόσμια κρίση το 2009, όταν το ΑΕΠ της συρρικνώθηκε κατά περισσότερο από 14%. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το περασμένο έτος το ΑΕΠ της αυξήθηκε κατά μόλις 2,6%, ενώ φέτος ο ρυθμός ανάπτυξης δεν θα υπερβεί το 3,3%. Τώρα προσβλέπει σε σημαντικά έσοδα από δασμούς, που αντλεί από την κοινή δεξαμενή δασμών της Ευρασιατικής Ενωσης. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, τα έσοδα αυτά ενδέχεται να φθάνουν εφ’ εξής σε τουλάχιστον 250 εκατ. δολ. τον χρόνο. Η Ρωσία αποτελεί ήδη τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της Αρμενίας και αντιπροσωπεύει πάνω από το 50% των ξένων επενδύσεων στο έδαφός της.

Ενεργειακή ασφάλεια

Από την αρχή του έτους, οπότε και αποτελεί επισήμως μέλος της Ευρασιατικής Ενωσης, η Αρμενία έχει διασφαλίσει προνομιακό καθεστώς για 752 προϊόντα της για την επόμενη πενταετία. Και μολονότι η Ε.Ε. εξακολουθεί να αποτελεί ισχυρό κίνητρο, καθώς μπορεί να προσφέρει στην Αρμενία πρόσβαση σε μια τεράστια αγορά 500 εκατ. ατόμων, δύσκολα θα μπορούσε να ανταγωνιστεί στις ευρωπαϊκές αγορές, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών της είναι πρώτες ύλες και όχι ολοκληρωμένα προϊόντα. Στα κίνητρά της για την προσέγγιση με την Ευρασιατική Οικονομική Ενωση συγκαταλέγονται και τα όποια προνόμια μπορεί να εξασφαλίσει για τους εκατοντάδες χιλιάδες Αρμενίους που εργάζονται στη Ρωσία και συνεισφέρουν στο ΑΕΠ της κατά 1,5 δισ. δολάρια ετησίως με τα εμβάσματα που στέλνουν στις οικογένειές τους.

Η προσχώρηση της Αρμενίας στην Ευρασιατική Οικονομική Ενωση είναι άλλωστε συνώνυμο και με την ενεργειακή ασφάλεια: η χώρα εξαρτάται πλήρως από το φυσικό αέριο της Ρωσίας. Εχει, όμως, εξασφαλίσει προνομιακές τιμές τουλάχιστον μέχρι το 2018.

Απεξάρτηση Ευρώπης από Μόσχα μέσω Μπακού

Σε οικονομικούς όρους, η σημαντικότερη από τις χώρες της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης είναι το Αζερμπαϊτζάν. Κομβικής σημασίας για τα σχέδια της Ευρώπης να εξασφαλίσει εναλλακτικές πηγές ενέργειας και να απεξαρτηθεί από τη Ρωσία, το Αζερμπαϊτζάν δεν έχει λάβει επίσημη πρόσκληση από το αντίπαλον δέος της Ευρασιατικής Οικονομικής Ενωσης. Ωστόσο, το ίδιο δεν κρύβει τη φιλοδοξία του να διεκδικήσει θέση σημαντικού εταίρου της Ευρώπης. Την προδίδουν ακόμη και τα χαρτονομίσματά του, που φέρουν ένα χάρτη της χώρας αλλά στην κάτω αριστερή τους γωνία υπάρχει ένας άλλος χάρτης που εμφανίζει το Αζερμπαϊτζάν ως τμήμα της Ευρώπης.

Η Ευρώπη αποτελεί, σχεδόν, την αποκλειστική προέλευση των εισαγωγών του αλλά και την αποκλειστική αγορά για τις εξαγωγές του με περίπου το 95% των εξαγωγών του να αποτελείται από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Την εξάρτησή του από τις εμπορικές σχέσεις με την Ευρώπη σκιαγραφεί το εξαιρετικά μικρό ποσοστό των εμπορικών του σχέσεων με την Κίνα, τη δεύτερη οικονομία στον κόσμο, που ενώ αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο ίσως των περισσότερων χωρών στον κόσμο, αντιπροσωπεύει μόλις το 5,3% των εισαγωγών του Αζερμπαϊτζάν, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

Μολονότι το Μπακού ανήκει στους χαμένους από την πτώση της τιμής του πετρελαίου, ο ενεργειακός πλούτος της χώρας τής έχει προσφέρει τη δυνατότητα μεγάλης ανάπτυξης σε μικρό χρονικό διάστημα. Μόλις πριν από εννέα χρόνια, το 2006, το Sofaz, το κρατικό επενδυτικό ταμείο που συγκεντρώνει τα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες, είχε κεφάλαια ύψους 1,2 δισ. δολαρίων και επένδυε μόνο σε ομόλογα. Σήμερα τα υπό διαχείριση κεφάλαια του Sofaz ανέρχονται σε 37 δισ. δολάρια και το χαρτοφυλάκιό του περιλαμβάνει κάθε είδους τοποθέτηση, μέχρι ακίνητα στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στη Μόσχα, αλλά και μετοχές και χρυσό. Το Sofaz, που στεγάζεται πλέον σε ένα εκτυφλωτικό κτίριο αξίας 107 εκατ. ευρώ, είναι το 29ο μεγαλύτερο κρατικό επενδυτικό ταμείο στον κόσμο. Ετοιμάζεται, άλλωστε, να προχωρήσει σε επενδύσεις στην Κίνα καθώς πριν από μερικούς μήνες έλαβε τη σχετική έγκριση του Πεκίνου για μία επένδυση ύψους τριών δισ. γουάν.

Τα έσοδα από το πετρέλαιο έχουν, άλλωστε, δώσει τη δυνατότητα στην κεντρική τράπεζα της χώρας να συγκεντρώσει συναλλαγματικά διαθέσιμα ύψους περίπου 11 δισ. δολαρίων. Αναμφίβολα η ραγδαία πτώση που σημείωσαν οι τιμές του πετρελαίου τον τελευταίο σχεδόν ένα χρόνο έχουν θέσει σε δοκιμασία την οικονομία του Αζερμπαϊτζάν, έχουν ανακόψει τους άλλοτε θεαματικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ στα τέλη Φεβρουαρίου ανάγκασαν την κυβέρνηση να υποτιμήσει το εθνικό νόμισμα της χώρας, το μανάτ, κατά περίπου 30% έναντι του δολαρίου και του ευρώ. Η οικονομία του Αζερμπαϊτζάν αντιμετωπίζει ίσως τα μεγαλύτερα προβλήματα των τελευταίων τουλάχιστον 10 ετών και για να τη στηρίξει η κυβέρνηση αναγκάζεται να καταφύγει στα κεφάλαια του Sofaz για πρώτη φορά από το 1999, οπότε και ιδρύθηκε το κρατικό επενδυτικό ταμείο.

Ισως, όμως, η μεγαλύτερη στήριξη στην οικονομία του να έρθει την κρίσιμη στιγμή από την Κίνα, στην αρωγή της οποίας προσβλέπουν τελευταία πολλές χειμαζόμενες οικονομίες. Στην περίπτωση του Αζερμπαϊτζάν, πάντως, τα οφέλη θα προκύψουν μάλλον από τη φιλοδοξία του Πεκίνου να αποκαταστήσει τον παλιό «δρόμο του μεταξιού», που θα συνδέει την Κίνα με την Ευρώπη. Προσφάτως ο Κινέζος πρόεδρος, Σι Τζινπίνγκ, ανακοίνωσε ότι το Πεκίνο δεσμεύει 40 δισ. δολάρια από τα οποία θα χρηματοδοτηθεί η ανέγερση και η βελτίωση της υποδομής στον δρόμο που θα διασχίζει την Κεντρική Ασία και τον Καύκασο. Την ίδια στιγμή προσβλέπει σε αύξηση της παραγωγής του σε φυσικό αέριο, αλλά και στην υλοποίηση του Νότιου Διαδρόμου, του αγωγού που έχει σχεδιαστεί για να διοχετεύει το φυσικό του αέριο από το κολοσσιαίο κοίτασμα Σαχ Ντενίζ 2 απευθείας στην Ευρώπη, αρχής γενομένης από το 2020. Το σχέδιο, κόστους 45 δισ. δολαρίων, προσκρούει σε αρκετά προβλήματα καθώς το έχουν ήδη εγκαταλείψει οι βασικοί εταίροι, οι ενεργειακοί κολοσσοί Total και Statoil, που πούλησαν τα μερίδιά τους εκφράζοντας φόβους για την κερδοφορία του σχεδίου.

Παράγοντες της αγοράς αλλά και του ίδιου του Αζερμπαϊτζάν παραδέχονται, άλλωστε, ότι το σχέδιο θα είναι όντως πολύ λιγότερο ελκυστικό ως επένδυση εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν χαμηλές. Εκτιμούν συγκεκριμένα πως θα ισοσκελίζει έσοδα και έξοδα λειτουργίας με μια τιμή του πετρελαίου στα 60 δολάρια το βαρέλι, κάτι που όμως δεν έχει ακόμη διασφαλιστεί. Παρά την πρόσφατη ανατίμησή του, ο «μαύρος χρυσός» έχει και πάλι υποχωρήσει σε επίπεδα κάτω από τα 60 δολάρια το βαρέλι και η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας εκτιμά πως η προσφορά θα παραμείνει πλεονασματική στην παγκόσμια αγορά συμπιέζοντας τις τιμές.

Αδύναμο και φτωχό το Κιργιζιστάν

Στις αρχές Μαΐου υπέγραψε την προσχώρησή του στην Ευρασιατική Οικονομική Ενωση το Κιργιζιστάν, μία από τις πλέον αδύναμες πολιτικά και οικονομικά χώρες της περιοχής, που προσβλέπει στην υπόσχεση της Μόσχας για οικονομική ενίσχυση ύψους 1,2 δισ. δολαρίων. Στο εσωτερικό της χώρας εξακολουθεί να εκφράζεται ισχυρός πολιτικός αντίλογος στην επιλογή αυτή της κυβέρνησης. Η οικονομία του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα εμβάσματα των μεταναστών στη Ρωσία, όπου σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία απασχολούνται τουλάχιστον 500.000 Κιργίζιοι σε σύνολο πληθυσμού μόλις 5,7 εκατ. Τα εμβάσματα των μεταναστών υπολογίζεται ότι αντιπροσωπεύουν το 25% με 30% του ΑΕΠ της χώρας, ενώ σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα πάνω από 2,1 εκατ. Κιργίζιοι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Το ποσοστό αυξάνεται, όμως, καθώς επιστρέφουν στη χώρα πολλοί μετανάστες εξαιτίας των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζει η Ρωσία. Σύμφωνα, άλλωστε, με στοιχεία της Ασιατικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, έχει υποτιμηθεί το νόμισμα της χώρας, το σομ, κατά 19% με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί ο πληθωρισμός στο 7,5%, που αναμένεται πως θα επιταχυνθεί περαιτέρω στο 10% στη διάρκεια του έτους. Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη της οικονομίας της, προβλέπεται πως φέτος δεν πρόκειται να υπερβεί το 1,7% εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων που αφορούν κυρίως την κρίση στις γειτονικές οικονομίες της Ρωσίας και του Καζαχστάν, από τις οποίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό.
Kathimerini

σχετικά άρθρα