Weather Icon

Οι τροϊκανοί να απαγορεύσουν άμεσα τη χρηματοδότηση των ελληνικών κομμάτων από το κράτος

Ο δρόμος της διεξόδου και της πραγματικής ανανέωσης
Να σταματήσει η χρηματοδότηση των κομμάτων από το κράτος, για να αναγκαστούν να στραφούν την κοινωνία, να την εκφράσουν και να δώσουν διέξοδο στη χώρα

Του Σάββα Καλεντερίδη
Το 1974, μετά από μια επταετή περίοδο ανωμαλίας, που κατέληξε στην τραγωδία της Κύπρου, οι πολιτικοί ανέλαβαν και πάλι τα ηνία της χώρας, ανοίγοντας τον κύκλο της λεγόμενης Μεταπολίτευσης. Θα μπορούσαμε να πούμε δε ότι η τραγωδία της Κύπρου ήταν ο παράγοντας που δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τον πολιτικό μετασχηματισμό, τη δημιουργία νέων κομμάτων και την εγκαθίδρυση ενός πολιτικού συστήματος, που ορίζει της τύχες της χώρας μας τα τελευταία 37 χρόνια. Με άλλα λόγια, για ό,τι καλό ή κακό μας συνέβη όλα αυτά τα χρόνια, την αποκλειστική ευθύνη φέρουν οι πολιτικοί και τα κόμματα, που έχουν και τη συνολική ευθύνη για την τύχη και την πορεία της χώρας και του έθνους στο μέλλον.

Όσον αφορά τη διαχείριση των εθνικών θεμάτων, όλα αυτά τα χρόνια, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, τα κόμματα και οι πολιτικοί έδειξαν χαρακτηριστική αδυναμία να παρακολουθήσουν την πορεία των γεωπολιτικών εξελίξεων, με αποτέλεσμα η Ελλάδα, αντί να επωφεληθεί, αναγκάστηκε να πληρώσει τίμημα, κυρίως στο Αιγαίο και τη Θράκη. Για το Αιγαίο δεν θα πούμε τίποτα, αφού έχουμε κάνει αρκετές αναφορές σε προηγούμενα άρθρα μας. Θα αναφερθούμε όμως στη Θράκη, όπου η Ελλάδα, υπακούοντας στη νατοϊκή λογική, που θεωρούσε τους σλαβόφωνους Πομάκους ως εν δυνάμει απειλή σε μια ευαίσθητη περιοχή που συνόρευε με την ομόγλωσση Βουλγαρία, ένα κράτος που ανήκε στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, το 1952 δέχτηκε να διδάσκονται την τουρκική γλώσσα τα Πομακόπουλα. 

Ο στόχος ήταν να εκτουρκιστούν οι Πομάκοι, για να ελέγχονται από τη σύμμαχο Τουρκία και με τον τρόπο αυτόν να εξαλειφθεί η ‘απειλή’ για τη Συμμαχία. Όμως, παρόλο που από το 1989 διαλύθηκε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και η Βουλγαρία, που μέχρι τότε, σύμφωνα με τη νατοϊκή λογική, ήταν «απειλή» και ήταν ο λόγος που καθιστούσε επιτακτική την τουρκοποίηση των Πομάκων, τα κόμματα και οι πολιτικοί της Ελλάδος, αυτό που αποκαλούμε πολιτικό σύστημα, δεν κατόρθωσαν να διαχειριστούν ούτε καν αυτό το σχετικά απλό -πλην όμως πολύ σημαντικό για τη συνέχιση της εθνικής μας κυριαρχίας στη Θράκη- ζήτημα.

Έτσι, το ελληνικό κράτος, συνεχίζει να εφαρμόζει μια πολιτική που επιλέχτηκε για να αντιμετωπίσει τον ‘κομουνιστικό κίνδυνο’ που προερχόταν από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, ενώ αυτό έχει διαλυθεί εδώ και δεκαετίες. Το αποτέλεσμα είναι τραγικό, αφού από τη μια πλευρά καταστρέφεται η γλώσσα και ο πολιτισμός των αυτοχθόνων Πομάκων και από την άλλη, το τουρκικό κράτος δημιουργεί μέρα με τη μέρα συνθήκες συνδιοίκησης και στο μέλλον ποιός ξέρει τί στην ελληνική Θράκη. Για όσους δε αναρωτιούνται γιατί χαρακτηρίζουμε απλό το θέμα αυτό, έχουμε να πούμε ότι η μονομερής καταγγελία των εκπαιδευτικών συμφωνιών που μας υποχρεώνουν να διδάσκουμε στα Πομακόπουλα όχι τη μητρική τους γλώσσα, αλλά τη γλώσσα ενός άλλου λαού, που ήλθε ως κατακτητής τους στην περιοχή, θα έλυνε το ζήτημα άπαξ δια παντός.

Όσον αφορά στη διαχείριση των άλλων θεμάτων, που σχετίζονται με τον εθνικό πλούτο, την παιδεία, την οικονομία, τη δημόσια διοίκηση, το κράτος πρόνοιας και τον ίδιο τον πολίτη, η κατάσταση είναι ίσως χειρότερη. Εκεί, οι πολιτικοί και τα κόμματα κατάφεραν κάτι που θα χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για να το πετύχει κανείς. Ενώ η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΟΚ-Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 1981, οι πολιτικοί και τα κόμματα, αντί να επωφεληθούν και να εκσυγχρονίσουν τη χώρα, διέλυσαν -με σχέδιο;- τη δημόσια διοίκηση, τους συνεταιρισμούς, τη βιομηχανία και τις παραγωγικές δομές, τα πανεπιστήμια και τα σχολεία, με άλλα λόγια διέλυσαν την ίδια τη κοινωνία, με αποτέλεσμα η χώρα να οδεύει προς την χρεοκοπία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ίδια την κοινωνία, για τα εθνικά μας θέματα και για τον Ελληνισμό.

Κατά την άποψή μας, ανεξάρτητα από προθέσεις, αυτό που χρησιμοποιήθηκε ως όχημα για την καταστροφή της χώρας, είναι τα κόμματα και ο διχαστικός άνευ πολιτικών αρχών κομματισμός του κράτους, των ενόπλων δυνάμεων, των πανεπιστημίων, των σχολείων, των καφενείων -ποιος δεν θυμάται άραγε τα πράσινα και τα μπλε καφενεία- της ίδιας της κοινωνίας. Τα κόμματα, που αντί να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας, από την οποία θα πρέπει να αντλούν την πολιτική αλλά και την οικονομική τους δύναμη, με την γενναία χρηματοδότησή τους από τον κρατικό κορβανά, που θεωρητικά έγινε για να μην είναι έρμαια των οικονομικών παραγόντων και να διατηρήσουν την ηθική τους υπόσταση και υπεροχή (!), κατάντησαν να είναι διαφθορεία και μηχανισμοί διχασμού της κοινωνίας και καταστροφής της χώρας. 

Και σαν να μην έφτανε αυτό, παίρνοντας δύναμη από την κρατική χρηματοδότηση, που υποτίθεται ότι έγινε για να τους απαλλάξει από οικονομικές εξαρτήσεις, κόμματα και πολιτικοί χρησιμοποίησαν τη δύναμη αυτή για να εξουσιάσουν τους οικονομικούς παράγοντες, εξασφαλίζοντας τεράστια οικονομικά οφέλη για τα μαύρα τους ταμεία, όπως αποκαλύπτεται καθημερινά από σκάνδαλα τύπου SIEMENS, υποβρυχίων κλπ. Να μην αναφερθούμε δε διεξοδικά σε περιπτώσεις που τα κονδύλια του κράτους, που δόθηκαν ως επιχορηγήσεις στα κόμματα, χρησιμοποιήθηκαν, μέσω της χρηματοδότησης ομάδων και μηχανισμών, για να γκρεμίσουν το ίδιο το κράτος, όπως έγινε το Δεκέμβρη του 2008 στην Αθήνα, τη βραδιά που το κράτος παραδόθηκε ανήμπορο σε τέτοιους μηχανισμούς που κατ’ ουσίαν χρηματοδότησε το ίδιο.

Με άλλα λόγια, για να σταματήσουμε να βλέπουμε το ίδιο έργο σε επανάληψη με άλλους πρωταγωνιστές κάθε φορά, και μια που δεν είναι δυνατόν να το κάνουν τα ίδια τα κόμματα-διαφθορεία, ‘ευχής’ έργο θα ήταν οι ‘τροϊκανοί’ να επιβάλλουν άμεσα την ολοκληρωτική παύση χρηματοδότησης των κομμάτων και των κάθε είδους «ιδρυμάτων» των πρώην πολιτικών, για να υποχρεωθούν τα κόμματα να ανακαλύψουν και πάλι τους πολίτες και την κοινωνία. Γιατί κόμματα και πολιτικοί απέτυχαν παταγωδώς και θα πρέπει να ανοίξουν τις πόρτες τους στην κοινωνία και στους πολίτες, οι οποίοι είναι οι μόνοι που μπορούν να βγάλουν τη χώρα από την πολύπλευρη κρίση που διέρχεται.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, την Παρασκευή, 15 Απριλίου

σχετικά άρθρα